Και τώρα; Συνεχίζουμε κανονικά από εκεί πού είχαν μείνει οι ζωές μας ή δεχόμαστε ως δεδομένο πλέον ότι το κοντέρ μηδενίστηκε; Βλέποντας και κάνοντας, μάλλον. Τοίχο-τοίχο και στα τυφλά – και φορώντας μάσκες, που ίσως τελικά είναι χρήσιμες όχι μόνο για λόγους δημόσιας υγείας αλλά και για να μη διακρίνεται η έκφραση αμηχανίας στα χλωμά από τον εσώκλειστο βίο πρόσωπα κατά τις πρώτες εξορμήσεις.


Η αλήθεια είναι ότι η απομόνωση ήταν μια κάποια λύσις, προσωρινή έστω – όπως είναι κάθε αναστολή. Ήταν σαν την απείρως δημοφιλή «Μέρα της μαρμότας» (ταινία που τεχνικά είναι ρομαντική κομεντί φαντασίας αλλά ερεθίζει και ιντριγκάρει ένα ευρύτατο φάσμα από ανθρώπινες ευαισθησίες, προσδοκίες, φοβίες και αγωνίες όσο καμία άλλη): «Αν δεν υπάρχει αύριο, παρά μόνο σήμερα ξανά και ξανά, τότε δεν υπάρχουν συνέπειες».


Ειδικά από τη στιγμή που στην Ελλάδα η καραντίνα δεν συνοδεύτηκε από ειδήσεις και εικόνες εκατόμβης θυμάτων ή τον διαρκή ήχο σειρήνων που άκουγαν οι άνθρωποι σε κοντινές σε μας χώρες την ώρα που ήταν κλεισμένοι σπίτι και χάζευαν κι εκείνοι Netflix ή πραγματοποιούσαν ασκήσεις ενδοσκόπησης (όσοι είχαν την δυνατότητα και την πολυτέλεια, τέλος πάντων). Μεγάλη δουλειά να σου λένε ότι ο πιο σωστός τρόπος να διαχειριστείς μια τόσο επείγουσα κατάσταση είναι να μην κάνεις απολύτως τίποτα.

 

Δεν μας έφταναν οι οικονομικές κρίσεις, η χαώδης ανισότητα, ο νεοφασισμός, η καλπάζουσα κλιματική αλλαγή, τώρα έχουμε να αντιμετωπίσουμε και ανεξέλεγκτους φονικούς ιούς; Έλεος δηλαδή.


Το σίγουρο είναι ότι δεν θα ξεχάσουμε αυτή την άνοιξη, παρότι θα υπάρξουν έντονες πιέσεις από το «σύστημα» (με την πιο ευρεία έννοια) να την ξεχάσουμε και να αφοσιωθούμε στη διαδικασία επανεκκίνησης, καθότι τα χρέη και οι υποχρεώσεις έχουν συσσωρευτεί και θα πρέπει να γίνουμε ακόμα καλύτεροι στους αυτοσχεδιασμούς επιβίωσης.


Δεν ήταν (είναι) πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος, φυσική καταστροφή, αλλά κάτι άλλο, ανεξερεύνητο σε σημαντικό βαθμό ακόμα και τούτη τη στιγμή (Πόσα τελικά μπορεί να είναι τα κρούσματα; Γιατί κάποιοι φορείς δεν παρουσιάζουν καν συμπτώματα και άλλοι πεθαίνουν; Μέχρι πότε μπορεί να διαρκέσει η ισχύς της πανδημίας;), καθοριστικό όμως για τη συναισθηματική μας υπόσταση ως ατόμων και ως κοινωνίας και ως πλανήτη. Ζήσαμε (ζούμε) κυριολεκτικά ιστορικές στιγμές που μας ξεπερνάνε.


Λογικά η εμπειρία θα πρέπει να μας έχει αλλάξει. Το δέρμα έστω, αν όχι την αντίληψη. Από την άλλη, είναι εύκολο να απελπιστεί κανείς και να δηλώσει πλήρη παραίτηση: Δεν μας έφταναν οι οικονομικές κρίσεις, η χαώδης ανισότητα, ο νεοφασισμός, η καλπάζουσα κλιματική αλλαγή, τώρα έχουμε να αντιμετωπίσουμε και ανεξέλεγκτους φονικούς ιούς; Έλεος δηλαδή, μπαίνει κανείς στον πειρασμό να δηλώσει ότι προτιμά να επιστρέψει στην απομόνωση και να κόψει και κάθε επαφή με την επικαιρότητα, σαν τους Ιάπωνες στρατιώτες που είχαν μείνει κρυμμένοι για πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο, αγνοώντας ότι αυτός είχε λήξει προ πολλού.


Συγχρόνως, μετά την καραντίνα αναδύονται και άλλα επείγοντα ζητήματα κατά την είσοδό μας σ' αυτό το μεταβατικό και αχαρτογράφητο «δεύτερο στάδιο» – όχι ζωής και θανάτου, εξίσου όμως κρίσιμα για την κλονισμένη ψυχοσωματική μας υγεία: Θα επιτραπούν ποτέ ξανά οι ασπασμοί, οι αγκαλιές και οι χειραψίες; Θα πάμε καθόλου διακοπές φέτος να χαρούμε για λίγο τον ήλιο και τη θάλασσα ανέμελοι και απερίσπαστοι από την εξοντωτική επικαιρότητα; Πώς; Πού; Και με ποιους επαχθείς όρους; Θα γνωριστούμε καλύτερα μεταξύ μας ελλείψει του αντιπερισπασμού που αποτελεί το πλήθος των ξένων τουριστών ή θα εμπλακούμε σε εσωτερικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών με φόντο ακρογιαλιές και δειλινά; Θα δείξει.

 

Ακόμα είμαστε στο πρώτο επεισόδιο του δεύτερου κύκλου.