Η κυρία Κική, κορυφαία στη χαρτομαντεία, βρίσκεται στους Αγίους Αναργύρους, πίσω από το νεκροταφείο. Θεωρείται δυνατό «χαρτί» στο χαρτί και χρειάζεσαι κονέ για να κλείσεις ραντεβού. Στο πολύβουο καθιστικό της γίνεται συνωστισμός. Πάνω από οκτώ γυναίκες, στριμωγμένες σε δύο καναπέδες πράσινης δερματίνης, από αυτές που κολλάει πάνω το μπούτι και ιδρώνεις θες δεν θες, κάθονται υπομονετικά λες και βρίσκονται σε αίθουσα κορυφαίου γιατρού και περιμένουν αποτελέσματα από κρίσιμες εξετάσεις. Η διακόσμηση, το τέλος της λογικής: σεμέν, αγαλματάκια, κανελί έπιπλα από φίνα καρυδιά, περασμένα με μπόλικο λούστρο.

 

Κάθομαι σε ένα άβολο καρεκλάκι. Όλες μιλούν ενθουσιασμένες για τη φοβερή κυρία Κική και τα επιτεύγματά της. Μια κυρία με μαυρισμένο μάτι (μάλλον από ενδοοικογενειακή βία) διηγείται τα παθήματά της με τον παντρεμένο φίλο της. «Δεν φεύγει σου λέω, τον προσπαθούμε δυο μήνες μέσα με την Κικίτσα». «Κάν' του μάγια να τελειώνεις» λέει μία που φαίνεται ότι έχει πάρει μάστερ στην «πεζοδρομιακή» και διδακτορικό στο ξεκατίνιασμα. Βρίσκονται σε παραλήρημα. Δεν ξέρω αν το ρεπορτάζ είναι η ίδια η κυρία Κική ή το καθιστικό της και όσα ακούγονται εδώ μέσα. Μια γυναίκα που φαίνεται κουρασμένη απ' τη ζωή εξομολογείται συνωμοτικά ότι έχει βρει μια καταπληκτική καφετζού στη Γλυφάδα. Δίνει το νούμερο της «ενορατζούς» στην εκ δεξιών μου και το χαρτάκι αλλάζει χέρια με αστραπιαία ταχύτητα. Όλες μαζί, ενωμένες, περιμένουν στωικά τη σειρά τους. Με ενημερώνουν ότι η όλη διαδικασία κρατάει 45 λεπτά περίπου, όσο και η ψυχανάλυση. Υπάρχουν χαρτορίχτρες που κάθεσαι και δύο ώρες και το «χορταίνεις», όμως η Κική είναι «συγκεκριμένη». Παίρνει εβδομήντα ευρώ για το 45λεπτο. Παλιότερα έπαιρνε εκατό, αλλά με την κρίση μαζεύτηκε.

 

«Καθαρός είναι», λέει σαν να βγάζει πόρισμα μετά τις αιματολογικές εξετάσεις. Είναι εντυπωσιακό πώς εμβαθύνει στο ασήμαντο, με πόσες λεπτομέρειες ντύνει το τίποτα. Συνεχίζει. «Τον βλέπω με στολή. Φοράει κορόνα» μου λέει και μου δείχνει έναν παχουλό βασιλιά στις κάρτες. «Έχει αξίωμα;». «Άνεργος είναι». «Δεν μπορεί, αφού τον βλέπω με στέμμα. Μήπως κρατάει από τζάκι;».

 

Πάνω στο μπλα-μπλα, η διπλανή μου μού θέτει το βασανιστικό ερώτημα; «Είσαι για επιστροφή ή παντρεμένο;». Θέλω να της φιλήσω το χέρι που είπε τέτοια γκράντε ατάκα. «Πρώτη φορά έρχομαι, έτσι για την εμπειρία». «Α, είσαι παρθένα» λέει και το «παρθένα» το τονίζει λίγο περισσότερο. Δέκα ζευγάρια μάτια με κοιτούν σαν να 'μαι πράγματι παρθένα στα σαράντα μου. «Δεν έχεις πάει ούτε σε αστρολόγο;» ρωτάει μια και είναι σαν να ανοίγει χορό στην καζούρα και στον χαβαλέ. «Πρώτη φορά!;» ρωτάει η διπλανή της διπλανής μου. Η αντικριστή μού εξομολογείται ότι μέσα σε έναν μήνα έχει έρθει τρεις φορές στην Κική κι έχει πάει και σε μια άλλη στο Πέραμα. «Εγώ», λέει μια πεταχτούλα, «έχω έρθει πενήντα φορές και βάλε στην Κική». «Καλά, εγώ έχω χαλάσει τα λεφτά μιας γκαρσονιέρας στον Άγιο Δημήτριο» λέει μια άλλη γελώντας χαχανιστά, περήφανη που έχει πετάξει τα λεφτά της στο ντούκου. «Μα, πού τα βρίσκετε τα εβδομήντα ευρώ κάθε βδομάδα;» ρωτάω απορημένη. «Α, γι' αυτόν το σκοπό τα δίνεις» μου λέει μια άλλη που μπέρδεψε τη χαρτορίχτρα με τις αγαθοεργίες. «Άμα έρθεις μια φορά, θα έρθεις κι άλλη» μου λέει προφητικά αυτή που έχει έλθει απανωτές τρεις φορές μέσα στον Φλεβάρη. «Είναι γλυκιά η πρόβλεψη. Και πικρή να 'ναι, γλυκιά μοιάζει, γιατί ξέρεις τι σου ξημερώνει. Όλες μαζί, σαν αρχαία τραγωδία, συμφωνούν: «Ναι, ξέρεις τι σου ξημερώνει».


Επειδή είναι ώρα μεγάλου εγκεφαλικού καψίματος, πάω να ανοίξω debate υπαρξιακού χαρακτήρα. «Και γιατί, ρε κορίτσια, να πρέπει να ξέρετε τι θα ξημερώσει; Η ζωή είναι γλυκιά γιατί είναι απρόβλεπτη, αγκαλιάζεις την άγνοια, αγκαλιάζεις τις ερωτήσεις όταν δεν έχεις απαντήσεις, αγκαλιάζεις την αβεβαιότητα». Εκεί, στο αγκάλιασμα της αβεβαιότητας, είναι που τις έχασα. Ευτυχώς, στην ανοιχτή τηλεόραση δείχνει τη Ρουλά Κορόμηλα σε ένα παράθυρο. «Α, να η Ρουλά» λέει μία και όλες γυρνούν να κοιτάξουν. Μετά, μιλάνε σιγά, δεν με παίζουν πλέον, σαν να 'μαι το παιδάκι με τις ψείρες.


Στο εσωτερικό του απόκρυφου


Η κυρία Κική με δέχεται με δυόμισι ώρες καθυστέρηση. Είναι γύρω στα πενήντα βάλε, ευτραφής, με κάστανο μαλλί, ξασμένο, με χοντρές κόκκινες ανταύγειες, από αυτές που μαρτυρούν ότι η κομμώτρια δεν είχε κέφια. Το γραφείο της, γεμάτο με μπιχλιμπίδια: σφαίρες, μάτια, αιγυπτιακές πυραμίδες, αγαλματίδια. Στην άκρη του γραφείου ένας υπολογιστή του '80, γκουμούτσα, κλειστός, με ριγμένο πάνω του ένα σεμέν. Όπου και αν πέσει το μάτι, κουράζεται από την πληροφορία. Το μάτι της κυρίας Κική, βαμμένο έντονα, φοβιστικό, με κόβει για ώρα και είναι σαν να μου ράβει κοστουμάκι. «Ποιος σε σύστησε σ' εμένα;» με κοιτά καχύποπτα, σαν να είμαι εφοριακός. «Η Σία από την Κυψέλη», λέω αόριστα, αλλά, καθώς φαίνεται, η Κυψέλη δεν έχει μόνο μια Σία. «Η Σία του Βασίλη ή του Μηνά;». Δεν ξέρω τι να απαντήσω, λέω του Μηνά και πετυχαίνω διάνα. Ανακατεύει την τράπουλα Ταρώ προσεχτικά, σαν να ανακατεύει το φαγητό, μην της κολλήσει στην κατσαρόλα. Ψιθυρίζει και κάτι δικά της, πιθανά σε άπταιστη σολομωνική. «Με ποιο όνομα να ξεκινήσω, τι να δω πρώτα;». «Ό,τι θέλετε» λέω εγώ.

 

«Πώς τον λένε τον "έτσι" σου; Θέλω και το όνομα της μάνα του, αν θυμάσαι, και τι ζώδιο είναι». «Ποιος τι ζώδιο είναι, η μάνα του;». Ανοίγει τα χαρτιά και αρχίζει να λέει και να λέει – στα μισά και βάλε από αυτά που λέει πέφτει διάνα! Σαν να της έχεις δώσει ακτινογραφία κι εκείνη εντοπίζει το κάταγμα. Βέβαια, το δύσπιστο «εγώ» μου βγάζει νύχια και με έχουν ζώσει οι σκέψεις συνωμοσίας. «Ποιος της τα είπε; Με google-αρε; Η τύχη του πρωτάρη;». Λέει, όμως, κάτι λεπτομέρειες που δεν χωράνε αμφισβήτηση. Πού ξέρει ότι το σπίτι του είναι σε ανηφόρα; Ότι έχει τρία σκαλάκια στο εσωτερικό και ότι το βράδυ, στις αϋπνίες, βγαίνει και καπνίζει στο μπαλκόνι ξεκάλτσωτος; Καίγονται τα εγκεφαλικά μου κύτταρα. Και εκεί που με έχει αφήσει παγωτό, αρχίζει και τα μπερδευτηκά της.

 

 «Τρία; Τι έχει σε τρία». «Δεν ξέρω». «Σκέψου τι έχει σε τρία» μου λέει κοφτά και με αγχώνει. «Τι να σας πω; Δεν έχω ιδέα». «Μήπως έχει τρία σπίτια;». «Απ' ό,τι ξέρω, ένα έχει, κι αυτό με νοίκι». «Ναι, αλλά μήπως τον βαραίνουν χρέη; Ή την οικογένειά του;». Εκεί που με έχει βάλει να σκεφτώ τριαδικά, με αιφνιδιάζει. «Το "Μι" τι του είναι; Γκόμενα; Αδελφή; Φίλη;». «Δεν ξέρω, δεν έχει αδελφή. Αδελφό έχει». «Πώς τον λένε τον αδελφό, Μήτσο, Μανώλη, Μάκη;». «Όχι, Γιώργο». «Τότε του Γιώργου τι του είναι το "Μι"; Μήπως γυναίκα ή αίμα του; Κάτι σε "Μι". Σκέψου!». Δεύτερη σκέψη-προσταγή. Σκέφτομαι. «Με έχετε βάλει να σκέφτομαι και το τρία» λέω με παράπονο, καθώς καψαλίζεται η λογική μου. «Άσε το τρία κι έλα στο "Μι"» λέει η Κική αγανακτισμένη, γιατί έξω την περιμένουν κι άλλες δέκα, και εγώ, η παρθένα στις προβλέψεις, τα ψειρίζω όλα και δεν τη βοηθάω.

 

«Έλα, κόψε», λέει, «και βάλε ένα χαρτί πάνω σ' αυτό το φύλλο που είναι "Μι" να δούμε τι του είναι». «Άι, φίουου», αναστενάζει, «ευτυχώς δεν είναι γκόμενα, άλλα κάτι ασήμαντο, κάποια φίλη του που δεν σημαίνει κάτι γι' αυτόν. Μπορεί να είναι κάποια που την ήθελε χρόνια πριν, αλλά όχι πια, ασήμαντη». Θέλω να τη ρωτήσω «γιατί, τότε, η ασήμαντη βγήκε στα χαρτιά του;», αλλά δαγκώνομαι. «Καθαρός είναι», λέει σαν να βγάζει πόρισμα μετά τις αιματολογικές εξετάσεις. Είναι εντυπωσιακό πώς εμβαθύνει στο ασήμαντο, με πόσες λεπτομέρειες ντύνει το τίποτα. Συνεχίζει. «Τον βλέπω με στολή. Φοράει κορόνα» μου λέει και μου δείχνει έναν παχουλό βασιλιά στις κάρτες. «Έχει αξίωμα;». «Άνεργος είναι». «Δεν μπορεί, αφού τον βλέπω με στέμμα. Μήπως κρατάει από τζάκι;».

 

Ό,τι κάνει λάθος ή πέφτει εντελώς έξω το διορθώνει αριστοτεχνικά, το στολίζει με τόσες ασήμαντες λεπτομέρειες, που είναι εντυπωσιακό με πόση άνεση αναπνέει το ανυπόστατο. Κάποια στιγμή που με έχει βάλει να κόψω τρεις φορές από τα δεξιά, βγάζει μια πνιχτή κραυγή. «Ώχου» κάνει και κουνάει σοκαρισμένη το κεφάλι της, «είσαι γεμάτη μάγια». «Μάγια;». Σκιάζομαι. «Έ, ναι, κοπέλα μου, γι' αυτό μου είσαι σαν υπνωτισμένη». «Τι είμαι;». «Δεν το βλέπεις, καλέ, το μάτι σου που 'ναι ζαβό; Σαν νυσταγμένη είσαι». Δεν ξέρω αν πρέπει να ενοχληθώ που είπε το μάτι μου ζαβό, αλλά αρχίζει τις ερωτήσεις ξανά και ξεχνώ την προσβολή. «Είχες ποτέ κανέναν Βόρειο;». «Όταν λέτε Βόρειο, Σουηδία κατάσταση;». «Όχι, καλέ, δικό μας, κανέναν Σαλονικιό». «Ά, μπα, μόνο τον Άρη ξέρω από Θεσσαλονίκη». «Σκέψου!» λέει και χτυπάει το χέρι με τα δαχτυλίδια στο τραπέζι. «Σκέψου ποιον είχες με βόρεια καταγωγή». «Τώρα που το λέτε, είχα μια περιπετειούλα κάποτε με έναν που ήταν η μητέρα του, νομίζω, από την Καβάλα» λέω για να σωθώ. «Αυτός είναι!» λέει και αστράφτει το μάτι της. «Η μάνα του σου έχει κάνει μάγια». «Η μάνα του; Μα, χωρίσαμε το 2000, ούτε την ήξερα τη μητέρα του». «Και τι μ' αυτό; Τα μάγια είναι παλιά» μου λέει πολύ σοβαρά σαν να πρόκειται γι' αρρώστια που δεν την προλάβαμε. «Σε σκέπασαν». Αίφνης, με πιάνει το κλειστοφοβικό μου.

 

«Και τώρα;» λέω και νιώθω στιγμιαία μαγεμένη μέσα σ' αυτό τον κόσμο της παράνοιας. «Τώρα θα βρεις κάποιο ρούχο του ή μια φωτογραφία και θα τα φέρεις σ' εμένα να σ' τα λύσω. Κατά προτίμηση, θα ήθελα ένα ρούχο της μητέρας του». Καίγομαι. Φιλική τιμή για μένα 200 ευρώ γιατί είμαι φίλη της Σίας του Μηνά. Θα λέω κάθε μέρα κάτι προσευχές και θα καταλήξω στον Άγιο Κυπριανό να με δεχτεί ο «παπούλης» –έτσι τον λέει– να κάνουμε τον εξορκισμό. Έως εδώ. Η Τζούλη του ρεπορτάζ έχει ταλαιπωρηθεί πολύ από αυτά που ακούει ως υποτιθέμενη Ρένα. «Μα, καλά τώρα, είμαστε σοβαροί; Τι είναι αυτά, μάγια, παπάδες, εξορκισμοί; Στον Μεσαίωνα ζούμε;». Η Κική, που είναι παλιά καραβάνα, δεν μασάει στην bipolar συμπεριφορά μου, σηκώνεται, με πιάνει αποφασιστικά από το μπράτσο και με πάει στο μπαλκόνι. «Το βλέπεις αυτό το νεκροταφείο; Οι μισοί τάφοι είναι ανοιγμένοι. Τη νύχτα πάνε οι γυναίκες και μαζεύουν τα καντηλόλαδα από επτά παρθένες Μαρίες, τρίβουν τα λάδια στα σώβρακα των ενδιαφερόμενων και τους αλλάζουν τα φώτα των αντρών. Και κάτι σαν του λόγου σου τους καρφώνουν οι πεθερές καρφίτσες και τις χωρίζουν από τους γιόκες τους. Μη μου λες δεν γίνονται» λέει και δείχνει φανερά ενοχλημένη.


«Ζητώ συγγνώμη, είμαι άπειρη σε αυτά, είναι όμως ώρα να φύγω». «Να πας στο καλό» λέει σαν να θέλει κι εκείνη να με ξεφορτωθεί. Φεύγω ντεμι-σκιαγμένη και δεν ξέρω πού ακριβώς να ταξινομήσω αυτή την εμπειρία.

 

Εικονογράφηση:Atheneansailor/LIFO
Εικονογράφηση:Atheneansailor/LIFO


Xαμένη στη μετάφραση

 

Καντηλόλαδα, μάγια, γυναίκες που μέσα στις κάρτες βλέπουν το μέλλον. Χρειάζομαι μια χαρτορίχτρα που να απαντά και σε ερωτήσεις. Η Βασιλική Νικολακάκου την «τέχνη» της χειρομαντείας την έμαθε από συγγενικό της πρόσωπο. Η ίδια ισχυρίζεται ότι κάποιοι λίγοι άνθρωποι είναι σε θέση να δουν το μέλλον, και μάλιστα με μεγάλη ευκρίνεια. Με τη σκέψη και την πίστη μπορούμε να αλλάξουμε τα γεγονότα. Υπάρχουν, βέβαια, και τα πιο οριστικά παιχνίδια της μοίρας, που δεν αλλάζουν με τίποτα. Το σωστό είναι «πηγαίνετε, ακούστε και περιμένετε μέχρι να σας συμβεί, αν σας συμβεί, με λεπτομέρειες αυτό που σας είπαν, πηγαίνετε πάλι έπειτα από καιρό, μόνο αν το έχετε μεγάλη ανάγκη και χρειάζεται να μάθετε κάτι που δεν μπορείτε μόνοι σας να το διαχειριστείτε. Υπάρχει και η βασκανία και η μαγεία και το μπλοκάρισμα της αύρας και όλα αυτά που φαντάζουν λίγο "ξέφτια του Μεσαίωνα", αλλά που τελικά συμβαίνουν γύρω μας. Τα μάγια λύνονται με επιμονή από κάποιον που γνωρίζει, φυσικά, τις ενέργειες. Η πιο διαδεδομένη είναι η προσευχή του Αγίου Κυπριανού, κάποιο μάντρα και λόγια αποτρεπτικά. Αλλά υπάρχουν και πράγματα που κάνουν κάποιοι τσαρλατάνοι που είναι λυπηρά, για να μην τα πω ότι σηκώνουν μήνυση. Φυσικά, και με τα μάγια μπορείς να χωρίσεις έναν άνθρωπο, να αποκτήσεις πρόσκαιρα χρήματα, άλλα οι συνέπειες είναι τραγικές και για τους δυο, και γι' αυτόν που κάνει τα μάγια και γι' αυτόν που τα δέχεται. Αν πρέπει να προσέξετε κάτι, είναι αυτόν που θα σας ζητήσει χρήματα για να λύσει τα μάγια. Αν θέλει αμοιβή, το πράγμα αρχίζει και γίνεται ύποπτο».

 

«Πηγαίνετε, ακούστε και περιμένετε μέχρι να σας συμβεί, αν σας συμβεί, με λεπτομέρειες αυτό που σας είπαν, πηγαίνετε πάλι έπειτα από καιρό, μόνο αν το έχετε μεγάλη ανάγκη και χρειάζεται να μάθετε κάτι που δεν μπορείτε μόνοι σας να το διαχειριστείτε. Υπάρχει και η βασκανία και η μαγεία και το μπλοκάρισμα της αύρας και όλα αυτά που φαντάζουν λίγο "ξέφτια του Μεσαίωνα", αλλά που τελικά συμβαίνουν γύρω μας. Τα μάγια λύνονται με επιμονή από κάποιον που γνωρίζει, φυσικά, τις ενέργειες. Η πιο διαδεδομένη είναι η προσευχή του Αγίου Κυπριανού, κάποιο μάντρα και λόγια αποτρεπτικά».


Το ρεπορτάζ, από το απαλό ροζ μιας πρόβλεψης με χαρτιά, γίνεται όλο και πιο σκοτεινό. Εδώ που έχουν έρθει τα πράγματα και αφού είμαι βουτηγμένη σε υποτιθέμενα μάγια, επισκέπτομαι και τον Σαμουήλ εκ της τη Αίγυπτου. Δεν λέει χαρτιά, αλλά διαβάζει προσευχές και αποδεσμεύει την αρνητική ενέργεια. Από μικρός ο Σαμουήλ κατάλαβε ότι ο ψαλμός έχει μεγάλη ένταση κι έμαθε σχεδόν μόνος του να δημιουργεί ένα πύρινο στεφάνι γύρω του και να κλειδώνει την ενέργειά του. Τον βάζω να μου εξηγήσει συνοπτικά:


—Πώς καταλαβαίνεις τα μάγια;
Βρίσκεις μπλεγμένες τρίχες από μαλλιά, δόντια, λάδια πεταμένα ή χώματα έξω από την πόρτα σου, πανάκια καρφωμένα με καρφίτσες, αλλά μπορείς, και σε μια γλάστρα που σου έχουν στείλει, όταν ξεραθεί το χώμα της, να βρεις διάφορα. Μπορεί, βέβαια, και να μη λάβεις τίποτα ή να βρεις ένα αντικείμενο που δεν είναι δικό σου και να σκεφτείς «πού το βρήκα τώρα αυτό;».


—Πώς νιώθεις όταν σου έχουν κάνει μάγια;
Μπορεί να νιώσεις αδύναμος, σαν υπνωτισμένος, μπορείς να λειτουργείς μέσα στην καθημερινότητά σου κανονικά, χωρίς πολλή ενέργεια όμως. Συχνά γίνεσαι άβουλος και αναρωτιέσαι «τώρα πώς το έκανα αυτό;». Μπορεί να κάνεις πράγματα που υπό άλλες συνθήκες δεν θα επέλεγες να κάνεις ποτέ. Εξασθενεί, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, η λογική. Και μετά, μπορεί να έχεις εκρήξεις θυμού, συμπεριφορές ανάρμοστες. Νιώθεις σαν να είσαι έξω από τα νερά σου, αλλά, από την άλλη, δεν θυμάσαι και ποια ήταν τα νερά σου.


—Πώς απαλλάσσεσαι από τα μάγια;
Με κάποια αποτρεπτικά λόγια και προσευχή. Με το φως, πάλι, δίπλα σου. Να επιλέγεις το φως, τις φωτεινές δηλώσεις και επιλογές, ό,τι τιμά την ύπαρξή σου. Και να θυμάσαι το πολύ απλό: «Μην κάνεις αυτό που δεν θέλεις να σου κάνουν».


—Πώς να προσέξουμε αυτούς που υποτίθεται ότι λύνουν μάγια;
Αν ακούσετε κάτι περίεργο, βγάλτε τα ρούχα σας, μπείτε σε έναν κύκλο, βάλτε στο κεφάλι σας ταψιά κ.λπ., δέστε μια κλωστή στη μέση σας και βγείτε στο φεγγάρι. Αν σας ζητήσουν, για παράδειγμα, πολλά χρήματα για να σας τα λύσουν, ας πούμε χίλια ευρώ. Το πιο σύνηθες είναι διακόσια ευρώ κάθε δέκα μέρες. Επίσης, αν σας προτείνουν να πάρετε λάδι από καντήλια νεκρών κ.λπ. Γενικά, ό,τι σας χτυπήσει παράξενο στ' αυτιά, καλό είναι να το αποφύγετε. Καλύτερα να βρείτε έναν πνευματικό ή έναν άνθρωπο να διαβάσει μια προσευχή, αυτό είναι όλο.


—Πώς να προσέξουμε να μη μας κάνουν μάγια;
Αν πάτε κάπου για καφέ ή χαρτιά, μην αφήσετε φωτογραφίες, προσωπικά σας αντικείμενα, ακόμα και αν σας τα ζητήσουν. Ακόμα και αν σας πουν ότι θα σας βοηθήσουν φιλικά, χωρίς κόστος, να έρθει π.χ. πιο κοντά σας το πρόσωπο για το οποίο ενδιαφέρεστε, μην το δεχτείτε. Να θυμάστε ότι η μαγεία έχει πάντα δύο όψεις. Πάντα πληρώνεις με τρόπο σκληρό τη συμπαντική αρμονία που διατάραξες.

 

Επιστρέφω στη χειρολαβή της επιστήμης. 

 

Και αφού το κεφάλι μου έχει γίνει κουδούνι, επιστρέφω στη χειρολαβή της επιστήμης. «Τι λέτε, γιατρέ μου, για όλο αυτό;» ρωτάω τον Αλέξανδρο Δαζέα, ψυχίατρο ψυχοθεραπευτή-ομαδικό αναλυτή.

 

— Γιατί ο άνθρωπος νιώθει την ανάγκη να ξέρει το μέλλον του;
Από την αρχή της ύπαρξής του ο άνθρωπος φαίνεται να αναζητά απάντηση στο βασικό ερώτημα: «Τι κάνω εδώ πέρα και τι πρόκειται να μου συμβεί;». Η συνειδητοποίηση, επίσης, της βεβαιότητας του θανάτου κάνει το παραπάνω ερώτημα σχεδόν αγωνιώδες. Το μέλλον, υπό τη σκιά αυτών των ερωτημάτων, φαντάζει αβέβαιο και δυνητικά επικίνδυνο από τη στιγμή που δεν το γνωρίζουμε και άρα δεν μπορούμε να το ελέγξουμε. Η απώλεια αυτού του ελέγχου μάς δημιουργεί σαφέστατα άγχος και προσδίδει στην ύπαρξή μας ένα δραματικό στοιχειό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που με αυτά τα υπαρξιακά ερωτήματα ασχοληθήκαν οι διάφορες θρησκείες, δίνοντας πολλές και διαφορετικές «απαντήσεις», άλλα και η φιλοσοφία, η λογοτεχνία, η ποίηση με τον δικό της, μοναδικό τρόπο, άλλα και η ψυχανάλυση. Είναι κρίμα που πολλοί από εμάς δεν έχουμε έρθει σε επαφή με το έργο του Επίκουρου, του κορυφαίου κατ' εμέ Έλληνα υπαρξιακού φιλοσόφου.


—Η ψυχοθεραπεία πόσο βοηθάει τους ανθρώπους να συμφιλιώνονται με τις υπαρξιακές τους ανησυχίες;
Συγκεκριμένα είδη ψυχοθεραπείας μπορεί να είναι πολύ βοηθητικά και να οδηγήσουν σε μια κάποια συμφιλίωση με τις υπαρξιακές μας ανησυχίες. Αναφέρομαι κυρίως στην υπαρξιακή ψυχοθεραπεία, καθώς και σε ψυχοδυναμικού/ψυχαναλυτικού τύπου ψυχοθεραπείες, είτε ατομικά είτε σε ομαδικό πλαίσιο. Το σύνηθες, φυσικά, δεν είναι να έρχεται κάποιος στο γραφείο μας με το ξεκάθαρο αίτημα της συμφιλίωσης με τις υπαρξιακές του ανησυχίες. Αυτό το οποίο συνήθως συμβαίνει είναι να έρχεται με κάποια «ανεξήγητα» συμπτώματα άγχους ή μια γενικότερη δυσφορία ή ένα αίσθημα κενού από τη ζωή και τις σχέσεις. Καθώς η ψυχοθεραπεία προχωρά, αρχίζει να διαφαίνεται μια συσχέτιση όλων αυτών με υπαρξιακού τύπου ζητήματα, όπως ο φόβος μας για το μέλλον και, κατ' επέκταση, ο φόβος μας για τον θάνατο, που μπορεί να εκφράζεται ως μια δυσκολία να αποδεχθούμε οτιδήποτε δεσμευτικό (σχέσεις, σταθερή δουλειά, ακόμη και αυτή την ίδια τη θεραπεία). Συχνά, επίσης, μας επισκέπτονται άνθρωποι που δυσκολεύονται να κάνουν σταθερές σχέσεις και αντ' αυτού επιλέγουν περιστασιακές σχέσεις, αναζητώντας τον μόνιμο έρωτα μέσω της εναλλαγής συντρόφων. Συχνά, μέσα από την ανάλυση, προκύπτει ότι η σταθερότητα φαντάζει σε αυτούς ως κάτι καταληκτικό, ως κάτι που εξαφανίζει οποιαδήποτε ζωτική ενέργεια, «υπενθυμίζοντας», τελικά, τον βασικό μας φόβο, τον φόβο του θανάτου.

 

Χωρίς να υπάρχει μια γενική συνταγή, θα έλεγα ότι η ψυχοθεραπεία σαφέστατα σε βοήθα να γνωρίσεις καλύτερα τον εαυτό σου, να αναγνωρίσεις όσο γίνεται τις πήγες των φόβων και τους άγχους σου και όσο είναι δυνατόν να απαντήσεις στο τόσο προσωπικό ερώτημα του καθενός μας «ποιος είμαι, αλήθεια, εγώ και πού πάω», για να δανειστώ τον στίχο του Σαββόπουλου. Αν το θέμα της αναζήτησης νοήματος σε αυτήν τη ζωή απαντηθεί με ικανοποιητικό τρόπο, αυτό παρέχει μια αίσθηση μεγάλης απελευθέρωσης στο άτομο, με αποτέλεσμα η αγωνία τού να γνωρίζει το μέλλον να περιορίζεται σημαντικά, καθώς εστιάζει πια στο τι συμβαίνει στο μέλλον.

 

—Κάποια γυναίκα ή άντρας που έχει ανάγκη να πηγαίνει σε μέντιουμ πιστεύετε ότι χρειάζεται να επισκεφτεί κάποιον ψυχίατρο, για να συζητήσει γι' αυτήν του την ανάγκη;

Δεν θα έλεγα ότι αυτό από μόνο του θα αποτελούσε λόγο για να επισκεφθεί κάποιος έναν ψυχίατρο ή ψυχοθεραπευτή. Σίγουρα, οι άνθρωποι που καταφεύγουν σε μέντιουμ εκφράζουν ένα είδος υπαρξιακής αγωνίας. Αν, από την άλλη, οι επισκέψεις αυτές είναι εξαιρετικά συχνές, οι άνθρωποι ακολουθούν με παθητικό τρόπο τις όποιες «οδηγίες» τούς δίνονται από το μέντιουμ και επενδύουν χρόνο και χρήματα σε υπερβολικό βαθμό, τότε πιθανότατα υπάρχει θέμα. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι γενικότερα έχουμε την τάση να αποφεύγουμε τα προβλήματα και να ψάχνουμε λύσεις που φαίνονται μαγικές και ανεξήγητες. Αυτό συμβαίνει συχνά στην προσπάθειά μας να μην αναλάβουμε ευθύνη γι' αυτά που μας συμβαίνουν στη ζωή, ώστε να μη χρειαστεί να προσπαθήσουμε να βρούμε και τις λύσεις. Αυτή μας την αδυναμία είναι που εκμεταλλεύονται και τα διάφορα μέντιουμ, προσφέροντας κάποιες τουλάχιστον ασυνήθιστες ερμηνείες και λύσεις για τα όποια μας προβλήματα. Εκμεταλλεύονται, δηλαδή, τη δυσκολία που κάποιοι έχουμε να πάρουμε τον έλεγχο της ζωής μας. Για να συνοψίσω, είναι προφανές ότι η δική μου συμβουλή είναι πως αν κάποιος ψάχνει τέτοιου είδους ερωτήματα, είναι προτιμότερο και ασφαλέστερο να απευθυνθεί σε κάποιον ψυχοθεραπευτή που να εξασκεί και το ανάλογο είδος ψυχοθεραπείας.


—Τι κάνουμε όταν εντοπίσουμε ότι έχουμε εθισμό σε κάτι;
Απευθυνόμαστε σε κάποιον ειδικό, αρχικά τουλάχιστον σε ψυχίατρο, ώστε να γίνει και η σωστή διάγνωση. Αναγνωρίζω ότι υπάρχει ένας γενικότερος φόβος στο θέμα της επίσκεψης σε κάποιον ψυχίατρο, κυρίως λόγω μιας αντίληψης που επικρατεί ότι θα χορηγηθούν φάρμακα. Αυτό σιγά-σιγά πρέπει να ξεκαθαριστεί ως αντίληψη. Η αρχική δουλειά του ψυχιάτρου είναι η διάγνωση και όχι η χορήγηση φαρμάκων, χωρίς να υπάρχει η απαραίτητη ένδειξη.


—Σας έχει τύχει περιστατικό ανθρώπου που επισκέπτεται μάγισσες και χαρτορίχτρες;
Ναι, μου έχει συμβεί να έχω άτομο σε θεραπεία που πριν είχε επισκεφθεί χαρτορίχτρα και μέντιουμ. Είναι αρκετά συχνό να καταλήγουν σ' εμάς άνθρωποι οι οποίοι αρχικά προσπάθησαν να βρουν απαντήσεις ακολουθώντας τέτοιους δρόμους και διάφορες άλλες «εναλλακτικές» μορφές θεραπείας, με πλήρη αποτυχία προφανώς. Το πρόβλημα, φυσικά, προκύπτει όταν αυτή τους η ενασχόληση πιθανώς καθυστερεί τη διάγνωση και αντιμετώπιση μιας ψυχικής νόσου. Δεν χρειάζεται να φθάσουν τα πράγματα στο απροχώρητο για να επισκεφτούμε κάποιον ειδικό.


—Εσάς θα σας άρεσε να σας πει κάποιος το μέλλον σας;
Θα προτιμούσα να πάω για ένα κρασί με φίλους για να συζητήσουμε το παρόν.