Η Lady Gaga φιλοδοξεί να επαναλάβει το κατόρθωμα της Μπάρμπαρα Στράιζαντ, δηλαδή να κερδίσει Όσκαρ στο κινηματογραφικό της ντεμπούτο − έχει προηγηθεί το ζέσταμα στο «American Horror Story». Η ιστορία είναι τόσο παλιά όσο και το «Ένα αστέρι γεννιέται».

 

Φτασμένες τραγουδίστριες δεν διανοούνται για ποιον λόγο μπορεί να αποτύχουν στην υποκριτική, αφού έχουν έτοιμο κοινό που τις λατρεύει και θεωρούν πως με λίγη καλή προσπάθεια και έναν ικανό σκηνοθέτη θα θριαμβεύσουν στο συγκοινωνούν δοχείο του σινεμά. Ειδικά, δε, από τη στιγμή που τόσο πολλές ηθοποιοί έχουν τολμήσει το αντίστροφο και γνώρισαν την αποδοχή.

 

Φτασμένες τραγουδίστριες δεν διανοούνται για ποιον λόγο μπορεί να αποτύχουν στην υποκριτική, αφού έχουν έτοιμο κοινό που τις λατρεύει και θεωρούν πως με λίγη καλή προσπάθεια και έναν ικανό σκηνοθέτη θα θριαμβεύσουν στο συγκοινωνούν δοχείο του σινεμά.

 

Madonna

Το πιο έξυπνο κορίτσι στην ιστορία της πoπ, η γυναίκα που τιθάσευσε τα μουσικά είδη, προσέλκυσε τους καλύτερους παραγωγούς, διέσχισε τουλάχιστον τρεις δεκαετίες αλώβητη, με δαιμονική προσαρμοστικότητα και αναμφισβήτητη ευφυΐα, τα βρήκε σκούρα όταν έπρεπε να δοκιμαστεί σοβαρά στην υποκριτική. Παράλλαξε τον εαυτό της ανώδυνα και χαριτωμένα μέσα στο φάσμα της πρώτης τρέλας της στα «Desperately seeking Susan» και «Who's that girl», αλλά τσακίστηκε στο «Shanghai Surprise» και στο «Body of Evidence», προκαλώντας απορία για την αμηχανία της και ευφορία στα Χρυσά Βατόμουρα.

 

Η μεγάλη δοκιμασία ήρθε με την «Εβίτα». Εκεί οι γνώμες διχάζονται: τα τραγούδια ακούγονται, αλλά ως Περόν το παίξιμο της Μαντόνα είναι τόσο καλοχτενισμένο που ολοκληρώνεται στο πρώτο πλάνο (η Πάτι Λιοπόουν, που είχε πάρει Tony για τον ίδιο ρόλο στο Μπρόντγουεϊ, ευθαρσώς δήλωσε πως το βλέμμα της Madonna στον φακό είναι ψόφιο και είχε δίκιο).

 

Το «Next best thing» και το «Swept Away» δεν συζητιούνται καν, αλλά οι δύο σκηνοθετικές της απόπειρες έδειξαν πως οι γάμοι της με σκηνοθέτες, τον Σον Πεν και τον Γκάι Ρίτσι, η παρατηρητικότητα και η δεδομένη της ευστροφία απέδωσαν καρπούς στη διεύθυνση των ηθοποιών.

 

 

Madonna - Don't Cry For Me Argentina

 

Cher

Η Σερ αντιλήφθηκε πως δεν αρκεί μόνο να τραγουδά για να υπάρξει σε έναν χώρο που κατάπινε μόδες, ρεύματα και καλλιτέχνες με τρομερή ταχύτητα. Η πρώτη, πιο χίπικη πενταετία της καριέρας της με αποκορύφωμα το υπέροχο «Bang Bang» και σήμα κατατεθέν το «I got you, babe» κατευθυνόταν από τον σύζυγο Μπόνο και η δεύτερη, η τσιγγάνικη περίοδος, της χάρισε Νο 1 επιτυχίες, όπως το «Dark Lady», και μεγάλη τηλεοπτική φήμη από το ομώνυμο show της.

 

Όταν το χαρτί της disco τελείωσε και η πλούσια κοντράλτο φωνή της δεν συγκινούσε όσο παλιότερα, έκανε το ντεμπούτο της στο Μπρόντγουεϊ, πριν αυτό γίνει κολυμβήθρα εξιλέωσης του Χόλιγουντ, με το «Come back to the Five and Dime, Jimmy Dean» και πρωταγωνίστησε στην κινηματογραφική του μεταφορά.

 

Συγκεντρωμένη και αποφασισμένη, στις αρχές των '80s συνέχισε με τη «Μάσκα» του Πίτερ Μπογκντάνοβιτς και τσαντίστηκε που η Ακαδημία τής γύρισε την πλάτη. Την επόμενη χρονιά ήταν καταπληκτική ως λεσβία στην «Εξαφάνιση της Κάρεν Σίλκγουντ» δίπλα στη Μέριλ Στριπ, και μάλιστα χωρίς να βγάλει νότα.

 

Μπήκε στην πεντάδα των Όσκαρ και το 1987 το κέρδισε, κόντρα στη συνυποψήφια και φίλη πλέον Στριπ, για το «Κάτω από τη λάμψη του φεγγαριού» του Νόρμαν Τζούισον. Έκτοτε, στη σκηνή και στην οθόνη η Σερ, ανενδοίαστα και απαράλλαχτα, υποδύεται το πλάσμα που λέγεται Σερ.

 

Cher - Mermaids Trailer (1990)

 

Barbra Streisand

Η Τζούντι Γκάρλαντ στέκει, ιστορικά και συμβολικά, κάπου ανάμεσα στην Μπάρμπρα Στράιζαντ και στην κόρη της Λάιζα Μινέλι. Η Στράιζαντ έγινε γνωστή χάρη στη φωνή της αλλά και επειδή την ξεχώρισε μέσα από τις τηλεοπτικές εμφανίσεις στο show της η Γκάρλαντ τη δεκαετία του '60, προσκαλώντας την για ντουέτα και λέγοντας τα καλύτερα λόγια.

 

Η Ντόροθι από τον «Μάγο του Οζ» ανήκε στη γενιά του βοντβίλ, των παιδιών με ξεχωριστό ταλέντο που χόρευαν, τραγουδούσαν και έπαιζαν σκετς σε μπουλούκια πριν από τον πόλεμο. Η MGM την τσίμπησε αμέσως και πρωταγωνίστησε σε πολλές ταινίες, τραγουδώντας τόσο καλά που εύλογα όλοι νόμιζαν πως ξεκίνησε ως τραγουδίστρια.

 

Αντίθετα, η Μινέλι ξεκίνησε ως ηθοποιός, κερδίζοντας νεότατη μια υποψηφιότητα για Όσκαρ Α' Ρόλου για το «Sterile Cuckoo» το 1969, προτού σαρώσει με το «Καμπαρέ», τρία χρόνια αργότερα, και δείξει στον κόσμο πως τραγουδάει αξιοσημείωτα, με ειδίκευση στα show tunes.

 

Για τη Στράιζαντ ήταν θέμα χρόνου να περάσει στον κινηματογράφο, παρά την ασυνήθιστη εμφάνισή της. Στο ντεμπούτο της, το 1968, απέσπασε το Όσκαρ Α' Ρόλου για το «Ένα αστείο κορίτσι» του Γουίλιαμ Γουάιλερ, λέγοντας μάλιστα την ατάκα «Hello, gorgeous» κοιτάζοντας τον εαυτό της στον καθρέφτη, στην πρώτη της σκηνή.

 

Καθιερώθηκε ως κωμικός και δεν κόμπιασε μπροστά στις απαιτήσεις δραματικών ταινιών, φέροντας τα «Καλύτερά μας χρόνια» ως παράσημο της πρώτης και καλύτερης δεκαετίας της καριέρας της. Παραμένει η πιο επιτυχημένη τραγουδίστρια στην ιστορία του αμερικανικού τραγουδιού με απαράμιλλο, διαχρονικό εκτόπισμα και η θέση της στη μεγάλη οθόνη δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητη.

 

 

Το τρέιλερ του «Funny Girl»

 

Whitney Houston

Το απαστράπτον μαύρο κορίτσι με την εντυπωσιακή φωνή που βασικά αγάπησε το λευκό κοινό στα μέσα της δεκαετίας του '80 βαφτίστηκε ηθοποιός το 1992 με τον «Σωματοφύλακα», τραγούδησε με το χαρακτηριστικό της πάθος μια σειρά τραγουδιών από το soundtrack (που πούλησε όσο κανένα άλλο εκείνη τη δεκαετία), αλλά στα δραματικά κομμάτια της ταινίας ήταν τόσο σβησμένες οι μηχανές της που έκανε τον συνήθως υποτονικό συμπρωταγωνιστή της Κέβιν Κόστνερ να μοιάζει δυναμό υποκριτικής.

 

Στο «Waiting to exhale» καλύφθηκε από τις πολύ πιο έμπειρες συμπρωταγωνίστριές της, ενώ στο «Preacher's Wife» δεν χρειάστηκε να προσπαθήσει ιδιαίτερα − ούτε καν ο Ντενζέλ Ουόσινγκτον φάνηκε να κοπιάζει στο remake του παλιού χριστουγεννιάτικου στόρι.

 

Αν και όλες οι ταινίες της είχαν εμπορικό αντίκρισμα, αν και μόνο μία διέθετε το «I will always love you», η Χιούστον εξαφανίστηκε από το σινεμά σαν να εγκατέλειψε αυτόν το δρόμο. Πιθανώς, να μην τον επιδίωξε ποτέ με ζήλο.

 

 

Whitney Houston - I Will Always Love You. Από την ταινία «The Bodyguard»

 

Diana Ross

Είναι απορίας άξιον πώς και πότε πρόλαβε να καταφέρει τόσο πολλά η Νταϊάνα Ρος ανάμεσα στο 1970 και στο 1975: εγκατέλειψε εν μέσω καβγάδων και προδοσίας τις Supremes, το τρίο που την έκανε ευρέως γνωστή ανά τον κόσμο, ξεκίνησε με συνοπτικές διαδικασίες σόλο καριέρα με απανωτά άλμπουμ και Νο 1 επιτυχίες, έσκισε με τα ντουέτα της με τον Μάρβιν Γκέι, έμεινε έγκυος το 1971 στην πρώτη της κόρη και, πριν τη γεννήσει, χώρισε από τον Μπέρι Γκόρντι, ιδρυτή της Motown και μέντορα της καριέρας της, για να παντρευτεί, την ίδια χρονιά, έναν άλλον κύριο, με τον οποίο έκανε άλλες δύο κόρες, που γεννήθηκαν το 1972 και το 1975.

 

Στο μεταξύ, δεν σταμάτησε να δίνει extravagant συναυλίες και, κυρίως, ξεκίνησε μια διαφορετική καριέρα στο σινεμά, κάνοντας ένα αναπάντεχα δυναμικό ντεμπούτο ως Μπίλι Χόλιντεϊ στο «Lady sings the blues». Ήταν καταπληκτική, μια μεγάλη έκπληξη, το soundtrack πήγε Νο 1 και η Ρος έχασε στο τσακ το Όσκαρ επειδή έπεσε πάνω στη Λάιζα Μινέλι και το «Καμπαρέ».

 

Έκλεισε την πενταετία παίζοντας μια όμορφη, και τίποτε παραπάνω, κοπέλα με όνειρα στον χώρο της μόδας στο καλλίγραμμο, μπερδεμένο φιάσκο «Mahogany» (στο οποίο σχεδίασε και τα φορέματα της ηρωίδας που υποδυόταν) με την αφελή πλοκή, την εσφαλμένη απόφαση του ξερόλα, ελεγκτικού Γκόρντι να απολύσει τον σκηνοθέτη και να αναλάβει εκείνος, και το ωραίο μουσικό θέμα, το «Do you know where you 're going to», που πήγε κι αυτό στο Νο 1 του Billboard, φυσικά σε δική της εκτέλεση!

 

Η ασίγαστη λαχτάρα του καχεκτικού φτωχοκόριτσου από το Ντιτρόιτ να διακριθεί σε όλα τα επίπεδα ισοφάρισε σε παράλληλο χρόνο την ανάγκη της να βρει έναν δυνατό άνδρα για να δημιουργήσει μεγάλη οικογένεια. Λίγο πριν από την τελευταία της αναλαμπή, με τη συνεργασία της με τους Chic στο «Upside Down» και στο αστρονομικά καλοπουλημένο και χιλιοακουσμένο «Endless Love», ήταν η πρωταγωνίστρια σε μια πρωτοποριακή για το 1978 σύλληψη, το remake του «Μάγου του Οζ» με εξολοκλήρου αφροαμερικανικό καστ, που βυθίστηκε αύτανδρο και, ειλικρινά, δεν βλέπεται, ούτε ακούγεται, εκτός από το χαριτωμένο «Ease on down the road» με τον Μάικλ Τζάκσον − ναι, ήταν κι αυτός εκεί...

 

 

Η Νταϊάνα Ρος και ο Μάικλ Τζάκσον στον «Μάγο του Οζ»

 

Beyoncé

Με την επιβλητική σκηνική της παρουσία, τον δυναμισμό, τη φωτογένεια και την εργατικότητά της, η μετάβαση της Μπιγιόνσε στη μεγάλη οθόνη δεν φαινόταν και τόσο μεγάλο ρίσκο. Μετά την τηλεοπτική «Κάρμεν», μια χιπ-χοπ όπερα μέτριων απαιτήσεων, κολύμπησε σε ασφαλή ύδατα, με διακοσμητικές εμφανίσεις δίπλα στον Όστιν Πάουερς, στον Ροζ Πάνθηρα και στον Κούμπα Γκούντινγκ. Στο «Dreamgirls» ήταν καλή, ειδικά στα φωνητικά κομμάτια της Νταϊάνα Ροσ-esque ηρωίδας που ενσάρκωσε, και στο «Cadillac Records», ως Έτα Τζέιμς, ακόμη καλύτερη.

 

Ερμηνεύοντας τραγουδίστριες, η Μπιγιόνσε Νόουλς δεν πάσχει ακριβώς από τον δραματικό διχασμό μπροστά στον φακό που στιγμάτισε τη Χιούστον, αλλά δείχνει να παίζει στα σίγουρα, αφήνοντας μόνο μια υποψία για το ταλέντο που ενδεχομένως να έχει, αλλά μένει να αποδειχτεί, αν το αποφασίσει.

 

 

Η Beyoncé ερμηνεύει το «Listen» (σκηνή από το «Dreamgirls»)

 

Mariah Carey

Με το «Glitter» το όνειρο της Μαράια Κάρεϊ πάγωσε (το μέλισμα έγινε ξυλάγγουρο). Δηλαδή, βυθίστηκε κανονικά και άδοξα μέσα σε σφαγιαστικές κριτικές και πλήρη αδιαφορία του ίδιου κοινού που μέχρι τότε κατανάλωνε με αγάπη και μανία την ποπ μουσική της.

 

Καλλίφωνη, αλλά αστοιχείωτη στα βασικά του σινεμά, η Κάρεϊ συνέχισε απτόητη με λησμονημένες ταινιούλες, μέχρι τη συμμετοχή της στο «Precious». Μπορεί κάποιοι να μπέρδεψαν την εξωτερική της «υποβάθμιση» στον ρόλο της κοινωνικής λειτουργού με σοβαρή, ως και μετανοημένη ερμηνεία, αλλά, πίσω από τη συγκαταβατική της παρένθεση, η προσωρινά λανθάνουσα, στην πραγματικότητα ωστόσο ελεφάντινη, εγωπάθειά της δεν κρύβεται.

 

Στο πρόσφατο reality της είναι πραγματικά ο απολαυστικός, αφόρητος εαυτός της με ελάχιστη δραματική ή σκηνοθετική παρέμβαση. Και μάλιστα, χωρίς να χρειάζεται να χτυπάει την G7 αλλά απλώς χαϊδεύοντας τα διαμάντια της για να χαλαρώσει.

 

 

Το τρέιλερ του «Glitter»

 

Jennifer Lopez

Η Τζένιφερ Λόπεζ έχει μέτρια φωνή, μικρή αν και σωστή, χαρακτηριστική, πολύ μπρίο, καλή κίνηση, σέξι attitude, ωραίες επιλογές τραγουδιών που της ταιριάζουν και την αναδεικνύουν με το παραπάνω, όπως και τα βιντεοκλίπ που αγκάλιασαν το λάτιν ταμπεραμέντο της.

 

Στο σινεμά έχει μέτριες δυνατότητες και τις εκμεταλλεύεται και με το παραπάνω, γιατί γνωρίζει τι της πάει − τις περισσότερες φορές. Η Τζένι της γειτονιάς ξεκίνησε με φόρα στη βιογραφία της άδικα χαμένης Selena του Γκρέγκορι Νάβα και καθιερώθηκε σε μια σειρά από ρομαντικές κομεντί, παίζοντας σωστά και «αγαπησιάρικα», στα κυβικά της, ως πρωταγωνίστρια, επεκτείνοντας το ισπανόφωνο κοινό της.

 

Είναι μια καλλιτέχνις/επιχειρηματίας με πολλαπλούς ρόλους και διακριτό στίγμα σε ό,τι κι αν κάνει, και ίσως η μοναδική από τις συναδέλφους της που δουλεύει σταθερά στο τραγούδι και τον κινηματογράφο, αλλάζοντας άνετα καπέλα σχεδόν κάθε χρόνο, χωρίς εμφανές άγχος για βραβεία και αρτίστικες ακροβασίες.

 

 

Η Jennifer Lopez στο «Monster-in-Law» (2005) με συμπρωταγωνίστρια την Τζέιν Φόντα

 

Maria Callas

Η μεγαλύτερη ντίβα της όπερας, ασυμβίβαστη προσωπικότητα με ατίθασο χαρακτήρα, σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής της, στην αποδρομή της πίκρας της για τον Ωνάση και μιας καριέρας που είχε διανύσει το μεγάλο ρεπερτόριο, η Μαρία Κάλλας αφέθηκε σαν πραγματική καλλιτέχνις στα χέρια του Παζολίνι για να υπηρετήσει το όραμά του για τη «Μήδεια» του Ευριπίδη, λειτουργώντας ως ανθρώπινο τοπίο σε μια σπουδή για τα αρχέτυπα των μύθων, ποιητική και εξωτική, ονειρική σαν φαντασίωση, παγανιστική και πυρετώδη, σπάζοντας την εικόνα της, έστω και γι' αυτήν τη μία και μοναδική της εμφάνιση στο σινεμά, σε μια πολυφωνική δημιουργία, που, για αλλαγή, δεν χρειάστηκε τη δική της φωνή.

 

 

Η Μαρία Κάλλας σε σκηνή από τη «Μήδεια» του Παζολίνι.

 

Edith Piaf

Το «σπουργίτι» του γαλλικού τραγουδιού, η μικροσκοπική γυναίκα που έδωσε τη μισή της ζωή στον έρωτα και την άλλη μισή στο τραγούδι, με περισσό πάθος και διάσημη αυταπάρνηση, ραψωδώντας την κάψα της αγάπης και τον καημό της απώλειας, δεν είχε χώρο στην ψυχή της για κάτι άλλο, αν και εμφανίστηκε στο σινεμά, από την αρχή της καριέρας της, πριν ακόμα από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, συμμετέχοντας ή πρωταγωνιστώντας σε ταινίας όπως το «Garçonne» και το «French CanCan» του Ζαν Ρενουάρ.

 

Κανείς, βεβαίως, δεν τη θυμάται από τη μεγάλη οθόνη, είναι ωστόσο ενδεικτική η θέλησή της να δοκιμάσει τις δυνάμεις της όπου της δινόταν η ευκαιρία για να συμπληρώνει ένα ακόμα εισόδημα, καθώς φημιζόταν για τα χρέη και την οικονομική κακοδιαχείριση, που συναγωνίζονταν την τεράστια φήμη και τις δεκάδες επιτυχίες της.

 

 

Η Edith Piaf πρωταγωνίστησε στο «French CanCan» του Ζαν Ρενουάρ