«ΕΓΩ ΔΕΝ ΒΛΕΠΩ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ...» ή «Εγώ δεν έχω τηλεόραση...». Κάπως έτσι ξεκινούσαν τις δυο-τρεις τελευταίες μέρες στα social media πολλές από τις χιλιάδες αναρτήσεις-καταγγελίες που είχαν στόχο όχι μόνο τον «παίκτη» (ή τον «Κρητικό») του «Big Brother», που ξέρασε στο ιντερνετικό live streaming της εκπομπής τις γνωστές πλέον χυδαίες και εγκληματικές φρικαλεότητες, και το κανάλι που της μετέδωσε αλλά και το ίδιο το τηλεοπτικό μέσο συλλήβδην – συχνά με εκφράσεις μεταπολιτευτικού διδακτισμού του τύπου «η τηλεόραση είναι η λογοτεχνία των αγράμματων» κ.λπ.

 

(Αναρωτιέται κανείς αν κάποιοι από τους ανθρώπους που σπεύδουν να τονίσουν ότι δεν βλέπουν ή δεν έχουν καν τηλεόραση –ενώ συχνά μπορεί να βλέπουν τόνους «τηλεόρασης» πάσης φύσεως στην οθόνη του υπολογιστή– είναι ίδιοι μ' εκείνους που σπεύδουν εσχάτως να διαμαρτυρηθούν έντονα ότι ήταν οι μόνοι που φορούσαν προστατευτική μάσκα σε κάποια περίσταση).


Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι όλοι ανεξαιρέτως έχουμε μια (θλιβερή) εικόνα της ελληνικής τηλεοπτικής παραγωγής, ασχέτως του πόσο συχνά επισκεπτόμαστε το πρόγραμμα των καναλιών, είτε των ιδιωτικών, με την αγοραία τους αντίληψη, είτε των κρατικών, με τον κατατονικό τους ευπρεπισμό. Πρόκειται εδώ και πολλά χρόνια για ένα μαυσωλείο αβάσταχτης κακογουστιάς και «επίπλαστης ευδαιμονίας», για ένα μαγαζί που υπολειτουργεί (ενώ συγχρόνως εξακολουθεί να μαζεύει μπόλικο διαφημιστικό «χαρτί»), ένα μουσείο κέρινων ομοιωμάτων της προ-κρίσεως εποχής, που απευθύνεται στρατηγικά στον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή.

 

Ακόμα και οι άνθρωποι (ο κοσμάκης ντε) που την ανοίγουν συχνά και καθημερινά, κυρίως ως αντιπερισπασμό και ως βόμβο που σκεπάζει τις γκρίνιες και τις σκοτούρες, σπανίως εξασκούν στοχευμένη τηλεθέαση – άντε σε κάποιο σίριαλ ευρείας αποδοχής, όπως οι «Άγριες Μέλισσες» ή σε κάποιο νέο ριάλιτι.

 

Όλοι ανεξαιρέτως έχουμε μια (θλιβερή) εικόνα της ελληνικής τηλεοπτικής παραγωγής, ασχέτως του πόσο συχνά επισκεπτόμαστε το πρόγραμμα των καναλιών, είτε των ιδιωτικών, με την αγοραία τους αντίληψη, είτε των κρατικών, με τον κατατονικό τους ευπρεπισμό.


Ή σε κάποιο παλιό ριάλιτι που ξανασερβίρεται σε ακόμα πιο λούμπεν συσκευασία, όπως στην περίπτωση του τρέχοντος «Big Brother», και η εμπειρία την οποία προσφέρει δεν έχει καμιά σχέση με εκείνη την πρώτη φορά που το είδαμε «στην αυγή της νέας τεχνολογικής εποχής» και έμοιαζε (δυσοίωνα έστω) φουτουριστικό και απόκοσμο, παρότι έζεχνε ποδαρίλα και κλεισούρα σε κρατητήριο του IKEA.

 

Έκτοτε, δεν σταμάτησαν ποτέ να γυρίζονται «Big Brother» ανά την πολιτισμένη Ευρώπη (και όχι μόνο) και εξακολουθούν να προβάλλονται στα αντίστοιχα κανάλια με σχετική επιτυχία. Πολλές από αυτές τις «εθνικές» παραγωγές είναι ξεκάθαρα πορνογραφικής αντίληψης και προβάλλονται συνήθως πολύ αργά το βράδυ, με τις πιο «καυτές» σκηνές να διαιωνίζονται στο Διαδίκτυο (δηλαδή εκεί που βόσκουν κατά κανόνα οι άνθρωποι που «δεν βλέπουν τηλεόραση»).

 

Στο ισπανικό «Big Brother», μάλιστα, υπήρξε πρόσφατα καταγγελία βιασμού (από παίκτη σε παίκτρια) και ελπίζει κανείς να μη φτάσουμε κι εδώ, από το ξέπλυμα της κουλτούρας του βιασμού, στην ίδια την πράξη σε ζωντανή μετάδοση. Ο κακός του έργου, όμως, αποπέμφθηκε, οπότε όλα καλά.

 

Επίσης, την Τρίτη 8/9/2020, η «Espresso» είχε τον εξής πρωτοσέλιδο τίτλο, με τη φωτογραφία του «βιαστή με το βγαλμένο φρύδι – άσε μας κουκλίτσα μου», όπως έγραψε ένας (γκέι) φίλος: «Κόψτε τώρα το εμετικό Big Brother!». Η δημοσιογραφία αντεπιτίθεται και γελάνε μέχρι και τα πόμολα στις πόρτες.

 

Κανένας οίκτος για το υπόδειγμα αυτό της πιο εμετικής εδώδιμης αρσενικής παθολογίας, μπορεί όμως τουλάχιστον να ισχυριστεί ότι έγινε αποδιοπομπαίος τράγος. Μπορεί να πει ότι το μόνο που έκανε ήταν να φτάσει τον ρόλο που του ανατέθηκε στα άκρα, ως επαγγελματίας ηθοποιός της Μεθόδου.

 

Η ίδια η παραγωγή του καναλιού (το οποίο κατά καιρούς και με διάφορους τρόπους έχει αναδείξει όσο κανένας άλλος φορέας τη «λαχτάρα» που σιγοκαίει πολλούς εκπροσώπους του για μια «σοβαρή Χρυσή Αυγή») ήταν εκείνη που τον είχε παρουσιάσει μερικές μέρες πριν με το εξής χαριτωμένο βιογραφικό, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργεί και ως αλληγορική σύνοψη της επικίνδυνα χαζοχαρούμενης επιπολαιότητας που μαστίζει την ελληνική τηλεόραση: «Ο Αντώνης είναι 30 ετών, από την Κρήτη, γεννημένος στο Λονδίνο. Αντώνη, μήπως μπέρδεψες το Big Ben με το Big Brother; "Είναι κοπέλι Κρητικό και είναι και bar tender, με gay δεν κάνει ούτε χωριό γιατί τον πιάνει temper"!».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.