Φαινόμενα όπως η κατευθυνόμενη ενημέρωση, η εσκεμμένη παραπληροφόρηση, οι ανυπόστατες φήμες, τα fake news, τα hoaxes, ο «κιτρινισμός» κ.λπ. είναι τόσο παλιά όσο οι απαρχές της ενημέρωσης. Γιγαντώθηκαν όμως στις μέρες μας χάρη στις μονοπωλιακές πρακτικές και τη μαζική, άκριτη συχνά μετάδοση κι αναπαραγωγή πληροφορίας που ευνόησαν οι νέες τεχνολογίες, ιδίως σε χώρες όπου το γενικότερο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των ΜΜΕ παραμένει προβληματικό και όπου τα επιχειρηματικά, πολιτικά και δημοσιογραφικά διαπλεκόμενα αποτελούν κανόνα σαν τη δική μας. Πού οφείλεται, άραγε, η τρομακτική απαξίωση του κλάδου, ειδικά στην Ελλάδα, και τι είδους «θεραπείες» μπορούν να υπάρξουν;


«Τις απαντήσεις που επιχειρώ τις συναντάμε στις άθλιες διαπομπεύσεις οροθετικών γυναικών, στον πατέρα που αυτοκτόνησε μετά από αβάσιμες κατηγορίες τηλεοπτικής εκπομπής ότι βίασε την κόρη του, στους 14 ανύποπτους πολίτες που κατηγορήθηκαν από εφημερίδα για τρομοκράτες, στις πρωτοσέλιδες φωτογραφίες πτωμάτων, στα δήθεν πολεμικά ρεπορτάζ που μεταδόθηκαν από μη εμπόλεμες περιοχές, την τηλεοπτικά προαναγγελθείσα σύλληψη «τρομοκράτισσας» χωρίς καν να έχει χαρακτηριστεί ύποπτη, στον στιγματισμό υπολήψεων και τον αφανισμό ακόμα κι ανθρώπινων ζωών για χάρη της τηλεθέασης...

 

»Ανιχνεύονται ακόμα στον "Αυριανισμό" που χαρακτήριζε σκουληκιασμένο τομάρι τον Μάνο Χατζιδάκι, στις κατασκευασμένες ειδήσεις και ρεπορτάζ (από το νερό του Καματερού μέχρι τη "φραπελιά" κι από τη στάση των ελληνικών ΜΜΕ απέναντι στο πρώτο μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα μέχρι το ψευδές σύνθημα των Ισπανών "Αγανακτισμένων" που συνέβαλε στη δημιουργία του εγχώριου αντίστοιχου κινήματος)... Σε εκείνους τους "δημοσιογράφους-εκβιαστές" που προωθούν τον ρατσισμό και την ομοφοβία καθώς επίσης στους κατ' εξακολούθηση τηλεβιασμούς», αποκρίνεται.

 

Η δουλειά ενός επαγγελματία γραφιά είναι ακριβώς να ξεχωρίσει την ήρα από το σιτάρι. Αν για μερικά κλικ παραπάνω σπεύδεις να υιοθετήσεις άκριτα μια εντυπωσιακή, «πιασάρικη» είδηση μην τυχόν σε προλάβει ο ανταγωνιστής σου, υπονομεύεις το κύρος και την αξιοπιστία σου επηρεάζοντας ταυτόχρονα την κοινή γνώμη. Για την κακή δημοσιογραφία ευθύνονται ωστόσο πρώτιστα οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι.


Έμπειρος συνάδελφος με μακρά υπηρεσία στον χώρο (Πρώτη, Ελευθεροτυπία, Πρώτο Πρόγραμμα ΕΡΤ, Εφημερίδα των Συντακτών), αποσύρθηκε οικειοθελώς σχετικά πρόσφατα επειδή «σπανίζουν πια τα μέσα όπου και αμείβεσαι αξιοπρεπώς και αδιαπραγμάτευτη ελευθερία έκφρασης διασφαλίζουν».

 

Πιστεύει εντούτοις πως είναι στο χέρι ημών των δημοσιογράφων και ειδικά των νεότερων να αλλάξουν το γενικότερο κλίμα απαξίωσης των ΜΜΕ που καταλήγει απαξίωση της ίδιας της δημοκρατίας εφόσον η ενημέρωση διαμορφώνει συνειδήσεις, νοοτροπίες και συμπεριφορές. Προβληματισμοί που βέβαια απευθύνονται, ταυτόχρονα, σε κάθε σκεπτόμενο πολίτη.

 

— Έχεις νομίζω εγκαταλείψει πια τη δημοσιογραφία. Δεν σου λείπει;

Αρχικά να πω ότι ήμουν τυχερός γιατί έκανα το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής μου πορείας στην Ελευθεροτυπία όπου όλοι οι εργαζόμενοι απολαμβάναμε έναν πολύ μεγάλο βαθμό ελευθερίας έκφρασης, κάτι που σήμερα είναι πολυτέλεια. Είχα π.χ. θυμάμαι γράψει άρθρο κατά της υπερσυγκέντρωσης των ΜΜΕ στα χέρια λίγων εκδοτών-καναλαρχών, ανάμεσά τους ο δικός μας ο Κίτσος Τεγόπουλος, ήδη τότε μεγαλομέτοχος στο Mega. Το κομμάτι δημοσιεύτηκε κανονικά, κάτι αδιανόητο σήμερα.

 

Οι συνθήκες της δουλειάς μας γενικότερα χειροτερέψανε έκτοτε πολύ. Ελάχιστα είναι πια τα μέσα που και όμορφα αισθάνεσαι να δουλεύεις εκεί και να αμείβεσαι ικανοποιητικά. Όχι λοιπόν, δεν μου λείπει πλέον καθόλου, ακριβώς επειδή υπήρξα «κακομαθημένος»!


— Εντούτοις ο πολίτης διαθέτει πια μια εκτεταμένη γκάμα μέσων και τρόπων ενημέρωσης συγκριτικά με το παρελθόν.

Πράγματι, σπανίζει όμως η σωστή, έγκυρη, ουσιαστική πληροφόρηση. Σε αυτό ευθύνεται κυρίως το Διαδίκτυο αλλά και η αδυναμία των εφημερίδων να ανταποκριθούν στο ρόλο τους. Στο πρώτο ανθεί η λεγόμενη δημοσιογραφία των πολιτών όπου οποιοσδήποτε παίρνει μια πληροφορία από κάπου, τη σχολιάζει και την αναπαράγει κατά κανόνα αλόγιστα, ειδικά αν ταιριάζει με τις ιδεολογικοπολιτικές του απόψεις.

 

Η δουλειά όμως ενός επαγγελματία γραφιά είναι ακριβώς να ξεχωρίσει την ήρα από το σιτάρι. Αν για μερικά κλικ παραπάνω σπεύδεις να υιοθετήσεις άκριτα μια εντυπωσιακή, «πιασάρικη» είδηση μην τυχόν σε προλάβει ο ανταγωνιστής σου, υπονομεύεις το κύρος και την αξιοπιστία σου επηρεάζοντας ταυτόχρονα την κοινή γνώμη. Για την κακή δημοσιογραφία ευθύνονται ωστόσο πρώτιστα οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι. Δική τους είναι η υποχρέωση της επαλήθευσης, όχι του πολίτη.


— Αυτή η κατάσταση έχει βέβαια γίνει πια ένα φαινόμενο παγκόσμιο.

Ισχύει, με τη διαφορά ότι έξω τα σοβαρά ΜΜΕ είναι αυστηρότερα στον έλεγχο και τη διασταύρωση μιας είδησης. Στο βιβλίο αναφέρω πολλά παραδείγματα ενδεικτικά για την έκταση της «επιδημίας» των fake news στην Ελλάδα που υπονομεύουν όχι μόνο την ποιότητα της ενημέρωσης αλλά και της δημοκρατίας καθαυτής. Διότι ο καταναλωτής ψευδών ειδήσεων ψηφίζει και διαμορφώνει μέσα από αυτές πολιτικοκοινωνικές συμπεριφορές.

 

ΞΥΠΝΑ ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΚΙ ΑΚΟΥΣΕ: Η «είδηση» που διεσπάρη αστραπιαία στα social media και τις ενημερωτικές ιστοσελίδες ότι δήθεν οι Ισπανοί αγανακτισμένοι έχουν αναρτήσει πανό με σύνθημα «Ησυχία, μη ξυπνήσουν οι Έλληνες», έθιξε το φιλότιμό μας και συνέβαλε στη δημιουργία και των Ελλήνων αγανακτισμένων. Ήταν καραμπινάτο fake news.
ΞΥΠΝΑ ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΚΙ ΑΚΟΥΣΕ: Η «είδηση» που διεσπάρη αστραπιαία στα social media και τις ενημερωτικές ιστοσελίδες ότι δήθεν οι Ισπανοί αγανακτισμένοι έχουν αναρτήσει πανό με σύνθημα «Ησυχία, μη ξυπνήσουν οι Έλληνες», έθιξε το φιλότιμό μας και συνέβαλε στη δημιουργία και των Ελλήνων αγανακτισμένων. Ήταν καραμπινάτο fake news.


— Κάπως έτσι χάθηκε η «τιμή» της δημοσιογραφίας, που αναφέρεις και στον τίτλο;

Έχει καταρχήν «παρελθόν» αυτή η απώλεια, εφόσον ανέκαθεν υπήρχε ψευδής ή «κίτρινη» δημοσιογραφία. Από τα πιο πρόσφατα παραδείγματα, μια είδηση που αναπαράχθηκε πολύ στην Ελλάδα ήταν ότι το καλοκαίρι τού '11 οι «Αγανακτισμένοι» της Puerta del Sol στη Μαδρίτη είχαν υψώσει ένα πανό που έγραφε «Ησυχία μην ξυπνήσουμε τους Έλληνες».

 

Φτιάχτηκαν μέχρι ομάδες στο fb που λέγανε παιδιά να κινητοποιηθούμε κι εμείς, να τους αποδείξουμε ότι δεν κοιμόμαστε κ.λπ. – δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι η φήμη αυτή που «έθιγε» το εθνικό μας φιλότιμο συνέβαλε στη δημιουργία του αντίστοιχου εγχώριου κινήματος των «Αγανακτισμένων» με την κατάληψη της πλατείας Συντάγματος κ.λπ. Όμως το σύνθημα αυτό δεν υπήρξε ποτέ, όπως αποδείξαμε στην Ελευθεροτυπία όταν προσπαθήσαμε να το διασταυρώσουμε.

 

Ήμουν αρχισυντάκτης τότε –λίγους μήνες προτού κλείσει– και λέω του Τσαπόγα του εξωτερικού δελτίου, ρε Κώστα, με αυτή την είδηση γίνεται χαμός, δεν το ψάχνεις λίγο; Έκανε λοιπόν εκείνος το αυτονόητο, απευθύνθηκε σε έγκυρα ισπανικά ΜΜΕ, σε κινηματικές συλλογικότητες κ.λπ., όλοι δήλωναν πλήρη άγνοια. Δεν εντόπισε, επιπλέον, ούτε μία φωτογραφία του επίμαχου πανό! Η πληροφορία αποδείχθηκε "hoax", είχε όμως τόσο διαδοθεί ώστε αν ρωτήσεις σήμερα δέκα ανθρώπους που θυμούνται αυτή την ιστορία, οι οκτώ θα σου πουν ότι ναι, αλήθευε.

 

— Είναι υποθέτω κι αυτή μια από τις «20+1 ιστορίες κιτρινισμού»...

Ναι, κι αυτές δεν είναι οι μόνες γιατί κάτω από την καθεμιά παραθέτω κι άλλα παραδείγματα αντίστοιχων ψευδών ειδήσεων από ελληνικά καθώς και ξένα μέσα. Στον όρο «κιτρινισμός» εντάσσω την κακή δημοσιογραφία ευρύτερα. Όχι μόνο των fake news αλλά και του εύκολου εντυπωσιασμού, της «κλειδαρότρυπας», της παραπλάνησης, της συκοφαντίας, της πρόκλησης, καθώς επίσης τον σεξιστικό, ρατσιστικό ξενοφοβικό, ομοφοβικό κ.λπ. λόγο.

 

Στέκομαι ιδιαίτερα στο πώς οι Έλληνες δημοσιογράφοι χειριστήκαμε τέτοια θέματα κυρίως μετά το '90, οπότε προέκυψε το πρώτο μεγάλο μεταναστευτικό κύμα από την Αλβανία και άλλες ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, ειδικά οι εφημερίδες που κυριαρχούσαν τότε στην ενημέρωση. Έφτασαν να γράφονται εντελώς ανυπόστατα δημοσιεύματα όπως π.χ. ότι το 80% της εγκληματικότητας οφείλεται δήθεν στους μετανάστες. Βγαίνανε ερευνητές και τα αμφισβητούσαν, ελάχιστα όμως ή καθόλου δεν προβάλλονταν αυτοί, έβγαινε αντίθετα ο κάθε απίθανος κι έλεγε τα δικά του. Η μονόπαντη, στρεβλή αυτή πληροφόρηση διαμόρφωνε ξενόφοβες, ρατσιστικές συνειδήσεις και νοοτροπίες.

 

Την εικονική αυτή πραγματικότητα σιγόνταραν με ακόμα μεγαλύτερο ζήλο τα δελτία ειδήσεων και οι ενημερωτικές εκπομπές της ιδιωτικής τηλεόρασης. Μιλάμε για μέσα που είχαν τότε τεράστια επιρροή, εφημερίδες με ημερήσιες κυκλοφορίες που φτάνανε το 1εκ. και πλέον φύλλα και κανάλια με πολύ υψηλές τηλεθεάσεις. Μπορεί να μην «ανεβοκατέβαζαν» ακριβώς κυβερνήσεις, σίγουρα όμως επηρέαζαν συνειδήσεις, νοοτροπίες και αντιλήψεις. Υπήρχαν βεβαίως διαφορετικές «φωνές», κάποιες εφημερίδες αλλά και η δημόσια τηλεόραση που γενικά απέφυγε τέτοιες πρακτικές, όμως την πληροφόρηση τη μονοπωλούσαν σχεδόν οι άλλοι – για εκδοτικά μονοπώλια άλλωστε επρόκειτο!

 

Σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες απαντάται μεν επίσης κακή ή «κατευθυνόμενη» δημοσιογραφία, δεν κυριαρχεί όμως αυτή, διατηρούνται κάποιες ισορροπίες. Ούτε έχουν οι μεγαλοεκδότες και μεγαλοκαναλάρχες τέτοια και τόση ισχύ, υπάρχουν πια προστατευτικά θεσμικά πλαίσια.

 

— Γιατί όμως είχαμε αυτή την αρνητική εξέλιξη στην Ελλάδα;

Νομίζω ότι ο βασικός λόγος είναι η απόφαση της κυβέρνησης του '89-'90 που είχε διακομματική στήριξη (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Συνασπισμός) να εκχωρήσει τις τηλεοπτικές άδειες σε ήδη κραταιούς εκδότες, δημιουργώντας έτσι μια πανίσχυρη ολιγαρχία στο χώρο της ενημέρωσης. Ο μόνος μάλιστα που αντέδρασε τότε στο κοινοβούλιο, πλην ΚΚΕ, ήταν –προς τιμή του– ο επικεφαλής ενός μικρού συντηρητικού κόμματος (της ΔΗΑΝΑ) που αργότερα έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Κωστής Στεφανόπουλος. Όταν οι άλλοι κατάλαβαν ότι δημιούργησαν έτσι μια κατάσταση ανεξέλεγκτη –αν υποθέσουμε ότι είχαν πλήρη άγνοια–, ήταν πια αργά.

 

Επιπλέον, η «έκρηξη» της ιδιωτικής τηλεόρασης στην Ελλάδα συνδυάστηκε με απότομη καθίζηση της κυκλοφορίας των εφημερίδων. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αλλά και στην Αμερική, οι σοβαρές εφημερίδες διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό την εγκυρότητα, την αξιοπιστία και την απήχησή τους, το ίδιο και οι ιστοσελίδες τους. Βλέπεις π.χ. στις ΗΠΑ εφημερίδες όπως οι New York Times, η Washington Post αλλά κι ενημερωτικά κανάλια όπως το CNN να μη διστάζουν να συγκρουστούν ανοικτά με τον πρόεδρο Τραμπ. Εδώ δεν έχουμε ανεξάρτητες εφημερίδες ούτε αντίστοιχα κανάλια τέτοιου βεληνεκούς.

 

ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ ΤΗΣ ΚΙΤΡΙΝΙΛΑΣ: Πρωτοσέλιδα της Αυριανής με fake news, πριν καν εφευρεθεί ο όρος και διαπόμπευση μιας κορυφαίας πνευματικής προσωπικότητας (με την συμβολή δεκάδων διασήμων... ακόμη και της Μελίνας Μερκούρη)
ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ ΤΗΣ ΚΙΤΡΙΝΙΛΑΣ: Πρωτοσέλιδα της Αυριανής με fake news, πριν καν εφευρεθεί ο όρος και διαπόμπευση μιας κορυφαίας πνευματικής προσωπικότητας (με την συμβολή δεκάδων διασήμων... ακόμη και της Μελίνας Μερκούρη)
 


— Το νέο καθεστώς χορήγησης τηλεοπτικών αδειών βελτίωσε λες καθόλου το τοπίο;

Κοίταξε, το ότι μπήκε έστω με αυτή την τεράστια καθυστέρηση ένας κανόνας ώστε οι άδειες αυτές να δίνονται με ένα τίμημα και κάποιες προϋποθέσεις βιωσιμότητας, όπως π.χ. οι 400 εργαζόμενοι, είναι κάτι αναμφισβήτητα θετικό. Με το προηγούμενο καθεστώς, το δημόσιο παραχωρούσε συχνότητες για τις οποίες δεν εισέπραττε δεκάρα. Μοιράστηκε λοιπόν κάπως δικαιότερα η τράπουλα, εντούτοις δεν επήλθε κάποια ποιοτική αναβάθμιση, ούτε απαλείφθηκαν τα μονοπωλιακά φαινόμενα.

 

Ακόμα και τώρα εισέρχονται στο τηλεοπτικό παιχνίδι κανάλια που είναι αμφίβολο ότι μπορούν ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της αγοράς. Όμως οι ιδιοκτήτες τους επιμένουν επειδή η αγορά ενός καναλιού συνδέεται «παραδοσιακά» με παράπλευρες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Ένας εκ αυτών, ο Ιβάν Σαββίδης, είχε πει σε μία συνέντευξή του ότι αν δεν έχεις ένα μεγάλο ιδιωτικό μέσο, δεν μπορείς να κάνεις δουλειές στην Ελλάδα! Κυνικός μεν, ειλικρινής δε – όχι πως δεν συμβαίνουν κι αλλού αυτά, όμως εδώ το έχουμε τερματίσει!

 

Κάτι ξέρεις θετικό που συνέβη με την κρίση είναι ότι η μεγάλη «φούσκα» των ελληνικών ΜΜΕ υποχώρησε κάπως – είχαμε πάρα πολλά μέσα αναλογικά με τον πληθυσμό αλλά και την ικανότητα βιωσιμότητάς τους. Αλλά και σήμερα ακόμα δέκα απογευματινές εφημερίδες είναι υπερβολικός αριθμός όταν στην Αγγλία ή τη Γερμανία εκδίδονται 2-3. Έχουμε εξίσου πολλές αθλητικές εφημερίδες όταν χώρες με σοβαρό ποδόσφαιρο διαθέτουν 1 με 2. Υπάρχουν πάλι μέσα με χαμηλές αναγνωσιμότητες ή επισκεψιμότητες που όμως επιβιώνουν γιατί ο ιδιοκτήτης έχει «άκρες» με τον τάδε υπουργό κι έτσι εξασφαλίζει διαφημίσεις. Τρανταχτό παράδειγμα το ΚΕΕΛΠΝΟ που έδινε σεβαστά ποσά για καταχωρήσεις σε ιστοσελίδες τέτοιου τύπου.

 

— Αλλά και η δημόσια τηλεόραση, η ΕΡΤ, ανταγωνίζεται συχνά επάξια την ιδιωτική στην κατευθυνόμενη πληροφόρηση.

Η ΕΡΤ είναι ένας γίγαντας που οι κυβερνήσεις θέλουν διαχρονικά «νάνο»! Σε μια εποχή που τόσα ιδιωτικά μέσα αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, οικονομικά αλλά και αξιοπιστίας, θα μπορούσε να «σαρώνει». Δυστυχώς όμως χάθηκε το στοίχημα της «ανοιχτής ΕΡΤ», μαζί κι η ευκαιρία για μια ριζικά διαφορετική και ταυτόχρονα εμπορική δημόσια τηλεόραση: οι νυν κυβερνώντες ακολούθησαν εντέλει τη «συνταγή» των προηγούμενων. Και ενώ το πρόγραμμά της είναι γενικά υψηλού επιπέδου, παραμένει δυστυχώς στον διοικητικό και ενημερωτικό τομέα έρμαιο των εκάστοτε κυβερνώντων. Είναι δε κρίμα γιατί η κάλυψη της ξένης ειδησεογραφίας είναι υποδειγματική.


— Γυρνώντας στις εφημερίδες, ένα από τα πρώτα «διάσημα» fake news που θυμάμαι ήταν αυτό με το δήθεν θεραπευτικό νερό του Καματερού.

Ναι, αναφέρομαι στην ιστορία αυτή καθώς επίσης σε μια πιο πρόσφατη του 2007 με αντίστοιχο «σκεπτικό»: την περίφημη «φραπελιά», το σκεύασμα από φύλλα ελιάς που τάχα θεράπευε τον καρκίνο και πάσαν νόσον, απάτη που προωθήθηκε μέχρι κι από τη δημόσια τηλεόραση. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις κάποιοι επιτήδειοι πουλήσανε ελπίδες σε βαριά άρρωστους ανθρώπους με την αγαστή συνεργία δημοσιογράφων.

 

Σταματούσαν τη θεραπεία τους με κίνδυνο της ζωής τους και σπεύδανε να αγοράσουν το «θαυματουργό» σκεύασμα, για τη δήθεν αποτελεσματικότητα του οποίου συνηγορούσαν εφημερίδες και κανάλια. Έβλεπες κόσμο να «μαδάει» λιόδεντρα για να συλλέξουν τα υποτιθέμενα πολύτιμα φύλλα. Στα Χανιά τα πουλάγανε σε πάγκους πανάκριβα. Την κωμικοτραγική αυτή κατάσταση προξένησε η δημοσίευση κάποιας φαρμακευτικής έρευνας που απλώς ανέφερε ότι το απόσταγμα των φύλλων της ελιάς διαθέτει ενδεχομένως κάποιες ευεργετικές για την υγεία ιδιότητες εφόσον συνδυαστεί και με άλλες ουσίες.

 

— Μπορώ να κατανοήσω την αφέλεια ή την επιπολαιότητα, όμως η εσκεμμένη παραπληροφόρηση είναι εξοργιστική.

Ναι γιατί καταλήγει εγκληματική, ειδικά όταν θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές. Εξίσου εγκληματική είναι η σπίλωση υπολήψεων, όπως στην περίπτωση δημοσιογράφου ιδιωτικού καναλιού που είχε κάνει το '97 τη «συνταρακτική» αποκάλυψη πως ένας πατέρας στο Αίγιο βίαζε την ανήλικη κόρη του. Είχε δηλαδή ακούσει κάποια φήμη που μετέτρεψε αυθαίρετα σε γεγονός καθώς τέτοιες ειδήσεις «πουλάνε».

 

Ο εν λόγω πατέρας διαπομπεύτηκε κανονικά στη μικρή οθόνη, μέχρι το πρόσωπό του δείξανε, κατά λάθος δήθεν. Στείλανε τηλεοπτικό συνεργείο στο σπίτι του, εκβιάζανε δηλώσεις, πατέρας και κόρη αρνούνταν κατηγορηματικά ότι συνέβη κάτι τέτοιο και μισή ώρα προτού βγει στον αέρα η εκπομπή, ο άνθρωπος αυτός αυτοκτόνησε από ντροπή πίνοντας γεωργικό φάρμακο.

 

Η ενοχή του δεν αποδείχθηκε ποτέ, ούτε η ιατροδικαστική εξέταση πιστοποίησε καμία κακοποίηση. Προκλήθηκε σάλος, η εν λόγω δημοσιογράφος διαγράφηκε από την ΕΣΗΕΑ, το κανάλι της έφαγε ένα τσουχτερό πρόστιμο, παρά ταύτα εκείνη εξελέγη κάποια χρόνια αργότερα βουλευτής! Παραθέτω αρκετές ακόμα περιπτώσεις ενδεικτικές τού πόσο κακό έκανε η λεγόμενη ριάλιτι δημοσιογραφία και τα ριάλιτι σόου εν γένει.


— Η πρώτη ιστορία πάντως που παραθέτεις αφορά έναν... σκύλο.

Α μα πρόκειται για ένα ακόμα κωμικοτραγικό στόρι που καταδείχνει ταυτόχρονα πώς μια «μούφα» είδηση μπορεί να παρασύρει μέχρι και σοβαρούς δημοσιογράφους. Κάποιοι συνάδελφοι, που λες, είχαν προ ετών υιοθετήσει έναν αδέσποτο σκύλο και του φτιάξανε ένα σπιτάκι στον προαύλιο χώρο του εκδοτικού συγκροτήματος όπου εργάζονταν, δίπλα στο κουβούκλιο του φύλακα. Το συμπαθέστατο τετράποδο εξελίχθηκε σε «μασκότ», μια μέρα όμως αίφνης εξαφανίστηκε.

 

Περάσανε μία, δύο μέρες, άφαντος. Βγήκε τότε, δεν ξέρω πώς, η φήμη ότι τον σκύλο τον είχε εξοντώσει ο φύλακας κι έτσι κάποιοι εργαζόμενοι κάνανε ανοικτή καταγγελία, αξιώνοντας να απολυθεί! Την τρίτη μέρα ευτυχώς ο σκύλος επέστρεψε, λίγο αδυνατισμένος αλλά πρόσχαρος – προφανώς ξενοπηδούσε. Η «τιμή» του φύλακα αποκαταστάθηκε, οι δε εν λόγω συνάδελφοι το φυσούσαν και δεν κρύωνε...

 

ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ ΤΩΝ FAKE NEWS: Ένα από τα πρώτα «διάσημα» fake news ήταν αυτό με το δήθεν θεραπευτικό νερό του Καματερού που κηλίδωσε ανεξίτηλα την εφημερίδα «Τα Νέα».
ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ ΤΩΝ FAKE NEWS: Ένα από τα πρώτα «διάσημα» fake news ήταν αυτό με το δήθεν θεραπευτικό νερό του Καματερού που κηλίδωσε ανεξίτηλα την εφημερίδα «Τα Νέα».


— Υπάρχει άραγε «θεραπεία»;

Όπως προανέφερα, είναι καταρχήν στο χέρι ημών των δημοσιογράφων να αλλάξουμε τα πράγματα. Να ακονίσουμε την κριτική μας σκέψη, να μάθουμε να διασταυρώνουμε τις πηγές μας, να μην υποκύπτουμε στον εύκολο εντυπωσιασμό και την αλόγιστη σκανδαλοθηρία για χάρη κάποιων παραπάνω ιντερνετικών «κλικ» - εστιάζω στο Διαδίκτυο γιατί εκεί κατ' εξοχήν ευδοκιμεί το «κυνήγι» της πρωτιάς.

 

Ευθύνες έχουν φυσικά επίσης οι ιδιοκτήτες και οι διευθυντές των μέσων – δεν ξέρω πόσο ικανοποιούνται από το γεγονός ότι μια πρόσφατη έρευνα έδειχνε πως οι Έλληνες θεωρούμε τα ΜΜΕ μας τα πλέον αναξιόπιστα! Βλέπω ωστόσο να αναφαίνεται μια νέα γενιά δημοσιογράφων πιο ικανή, μορφωμένη, «υποψιασμένη» και αποφασισμένη να κάνει τη διαφορά, καθώς και μέσα με λιγότερες εξαρτήσεις.

 

Ένα καλό τέτοιο παράδειγμα είναι ο ισπανικός συνδρομητικός ιστότοπος El Mundo που φτιάξανε δημοσιογράφοι που είτε έμειναν άνεργοι είτε επέλεξαν να φύγουν οι ίδιοι από εμπορικά μέσα. Το εγχείρημα πάει εξαιρετικά καλά, παίρνει διαφημίσεις, απέκτησε οικονομική αυτάρκεια. Γίνονται βέβαια και στην Ελλάδα αντίστοιχες προσπάθειες, η Εφημερίδα των Συντακτών π.χ. και κάποιες ιστοσελίδες που μπορούν να γίνουν περισσότερες.


— Σκοπεύεις πλέον να αφοσιωθείς στη συγγραφή;

Δεν ξέρω, δεν νιώθω καν συγγραφέας. Το «άχτι» μου έβγαλα μαζί με κάποιους προβληματισμούς που θεωρώ πολύ επίκαιρους. Θέλησα επίσης να καταδείξω ότι δεν είμαστε όλοι οι δημοσιογράφοι «αλήτες και ρουφιάνοι», όπως μας κατηγορούν, μια έτσι κι αλλιώς άδικη, ολοκληρωτικού τύπου καταφρόνια. Πιστεύω αντίθετα ότι η πλειοψηφία πασχίζει για το καλύτερο, ακόμα κι αν τα ίδια τα μέσα όπου εργάζονται δεν ευνοούν αυτή την προσπάθεια.