«Είμαι αισιόδοξος. Τα μηνύματα που παίρνω είναι τόσο θετικά για μία θετική έκβαση στις 22 του μήνα, που δυσκολεύομαι να τα πιστέψω. Είναι πολύ καλά τα νέα για να είναι αληθινά, είναι τόσο θετικά που θα αναγκαστώ να φορέσω και γραβάτα δηλαδή», δήλωνε πριν από λίγες μέρες στους δημοσιογράφους ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας αναφερόμενος στα αποτελέσματα που θα είχαν επιτευχθεί στο χθεσινό Eurogroup. Όμως, ύστερα από μια μαραθώνια συνεδρίαση διάρκειας οκτώ ωρών οι διαφορές ανάμεσα στη γερμανική πλευρά και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο παρέμειναν αμετάβλητες και έτσι, παρά τις αντιθέτου προβλέψεις του πρωθυπουργού, η συζήτηση μεταφέρθηκε για το επόμενο Eurogroup που θα πραγματοποιηθεί στις 15 Ιουνίου όπου και θα ληφθούν οι τελικές αποφάσεις. «Ήμασταν πολύ κοντά σε συμφωνία, αλλά σήμερα δεν κατέστη εφικτό», δήλωσε από την πλευρά του ο επικεφαλής του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, ενώ ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Β. Σόιμπλε διατήρησε τη σκληρή του στάση για το θέμα της ελάφρυνσης του χρέους. Παράλληλα, αυτό που προκάλεσε τις μεγαλύτερες συζητήσεις από τη χθεσινή συνεδρίαση ήταν το γεγονός της διαρροής του προσχεδίου στο οποίο γινόταν λόγος για τα πρωτογενή πλεονάσματα που πρέπει να επιτύχει η Ελλάδα τα επόμενα χρόνια. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι ο στόχος της χώρας θα πρέπει να κινείται στο 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022, ενώ πιθανολογείται ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα έως και το 2060 που θα πρέπει να επιτευχθούν αγγίζουν το 2% του ΑΕΠ. Αν και χθες, όπως παρατήρησαν οι εμπλεκόμενοι στη συνεδρίαση, σημειώθηκε μεγάλη πρόοδος, στο κύριο θέμα της ελάφρυνσης του χρέους δεν υπήρξε κανένα αποτέλεσμα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων, Πιερ Μοσκοβισί, δήλωσε ότι από τα 140 προαπαιτούμενα για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης αυτά που έχουν ολοκληρωθεί είναι τα 115.


Επομένως, στο χθεσινό Eurogroup μπορεί να υπήρξε μια σχετική συμφωνία που αφορά τα πλεονάσματα αλλά όπως φάνηκε από την χθεσινή μακρά νύχτα εξακολουθεί να διατηρείται μια σημαντική έλλειψη εμπιστοσύνης των Ευρωπαίων απέναντι στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Μια δεύτερη ανάγνωση επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά ότι η σκληρή γραμμή των δανειστών οδηγεί την ελληνική οικονομία σε μια φάση προσωρινότητας. Άλλωστε, από το 2010 όπου η χώρα υποχρεώθηκε σε μια τεχνητή πτώχευση τα βήματα που πραγματοποιούνται είναι φειδωλά και όπως καταδεικνύεται από τις τελευταίες συνεδριάσεις δεν προβλέπεται να μεταβληθούν.

 

Η οικονομική σταθερότητα θα εξαρτηθεί ξεκάθαρα από την ελληνική πολιτική τάξη και πως αυτή θα πορευθεί στο μέλλον. Το 2015 οι προκλήσεις δεν αντιμετωπίστηκαν όπως θα έπρεπε και σημειώθηκαν αποκλίσεις από τον ορθολογικό δρόμο.


«Χθες, έγινε αυτό που περιμέναμε να συμβεί και τι ήταν αυτό; Μια συζήτηση με βασικό περιεχόμενο την ελάφρυνση του χρέους. Όμως, όπως είδαμε, υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις δύο πλευρές –Γερμανία και ΔΝΤ- ενώ από την πλευρά της η ελληνική κυβέρνηση προσμένει μια συνολική λύση του χρέους. Κάτι που φυσικά δεν μπορεί να συμβεί στην διάρκεια μιας βραδιάς. Η εκκρεμότητα παραμένει και θέλω να πιστεύω ότι η απόσταση αυτή θα μειωθεί έως το επόμενο Eurogroup καθώς και ότι οι αντιδράσεις εκ μέρους των δύο πλευρών θα καμφθούν για ένα καλύτερο αποτέλεσμα», λέει στo LIFO.gr ο καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Παναγιώτης Πετράκης. Και θα συμπληρώσει: «Μπροστά μας έχουμε μια περίοδο που θα την παρακολουθούμε με ενδιαφέρον. Αν πράγματι, στις 15 Ιουνίου, επιτευχθεί μια συμφωνία δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι υποχρεώσεις που θα αναλάβουμε ως χώρα θα έχουν ένα συστατικό χαρακτήρα, αφού θα περιορίζουν σημαντικά το δημοσιονομικό χώρο. Όποιος γνωρίζει από οικονομικά μπορεί να καταλάβει -και ειδικά σε συνθήκες χαμηλής ανάπτυξης όπως αυτές που βιώνουμε τώρα - ότι τα πλεονάσματα που ζητούνται διατηρήθηκαν σε ελάχιστες χώρες, και όπου αυτό συνέβη έγινε εξαιτίας των περιόδων μεγάλης ανάπτυξης. Συνεπώς, εισερχόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο στην οποία είναι πολύ δύσκολο να υλοποιηθούν οι συγκεκριμένοι στόχοι. Δεν σημαίνει βέβαια ότι θα κινηθούμε σε μια υφεσιακή οικονομική πολιτική, αλλά μπορούμε να πούμε ότι θα είναι περιοριστική. Και υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο υφεσιακό και στον περιοριστικό ρυθμό ανάπτυξης. Δηλαδή, δεν θα επιτρέψουν κατ' ουσίαν στην ελληνική οικονομία να κινηθεί προς τα εμπρός ώστε να απορροφήσει τις πιέσεις που θα εξακολουθούν να υπάρχουν».


Η λύση που επιθυμεί η κυβέρνηση για την ελάφρυνση του χρέους, όπως τονίζει και ο κύριος Πετράκης, δεν μπορεί να συμβεί κατά την διάρκεια μιας συνεδρίασης. Μπορεί οι πολιτικές δηλώσεις περί αθέτησης των μέτρων αν δεν επιτευχθεί συμφωνία για το χρέος να εξυπηρετεί την πολιτική ατζέντα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αλλά εξαιτίας των επερχόμενων γερμανικών εκλογών του Σεπτεμβρίου οι πιέσεις προς την ελληνική πλευρά ενδέχεται να αυξηθούν. Στην λογική αυτή όλος ο γερμανικός τύπος αναφέρεται σήμερα στην εμπλοκή που παρουσιάστηκε στο χθεσινό Eurogroup μιλώντας για μια διαμάχη που ίσως να μην έχει ένα τέλος πριν τις γερμανικές εκλογές ενώ με δηλώσεις του ο επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ, Πόουλ Τόμσεν σημείωσε ότι η Ελλάδα παρόλο που υιοθέτησε ένα πολύ ισχυρό πρόγραμμα χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια καθώς και ότι τα μέτρα θα πρέπει να συγκεκριμενοποιηθούν πριν την λήξη του προγράμματος.

 
«Στο βάθος του κήπου προφανώς διαβλέπουμε τη σχέση των πολιτικών επιδιώξεων για το θέμα του ελληνικού χρέους. Μπορεί να έχουμε επιτύχει μια εξισορρόπηση της ελληνικής οικονομίας, αλλά εξακολουθούμε να παρατηρούμε τα κενά της εσωτερικής πολιτικής λογικής. Όταν ακούμε για συμφωνίες που φτάνουν μέχρι το 2060, θα μου επιτρέψετε να διατηρήσω τις αμφιβολίες μου αν αυτές έχουν κάποιο νόημα. Η οικονομική σταθερότητα θα εξαρτηθεί ξεκάθαρα από την ελληνική πολιτική τάξη και πως αυτή θα πορευθεί στο μέλλον. Το 2015 οι προκλήσεις δεν αντιμετωπίστηκαν όπως θα έπρεπε και σημειώθηκαν αποκλίσεις από τον ορθολογικό δρόμο. Δεν σημαίνει ότι και τώρα μπορεί να μην αποφθεχθεί ένα μοιραίο λάθος και να επικρατήσει το ακραίο σενάριο. Επομένως, θα πρέπει ως χώρα να κινηθούμε προσεκτικά, να κλείσουμε το τρίτο μνημόνιο τον Αύγουστο του 2018, να συμφωνήσουμε στην προληπτική γραμμή πίστωσης ώστε να μπορέσουμε να προχωρήσουμε με αποτελεσματικά βήματα στο μέλλον», επισημαίνει ο κύριος Πετράκης.