Μαρία Ξυλούρη
Φωτογραφία Π. Γαβρηιλογλου.
Μαρία Ξυλούρη Φωτογραφία Π. Γαβρηιλογλου.

 

Ένα χωριό ολισθαίνει, το Νιόφυτο ολισθαίνει. Κι έπειτα υπάρχει ένας λαβύρινθος με σκαλιστά πουλιά, ένας (καραπανικός) προφήτης με το όνομα Αδαμάντιος και αίμα. Πολύ αίμα. Ίσως ο κύκλος του αίματος να σπάσει με την οριστική καταστροφή. "Όλος ο κόσμος είναι μια διαδοχή καταστροφών: είδη εξελίσσονται και διακλαδίζονται και μετά αφανίζονται. Πολιτισμοί αναπτύσσονται, ακμάζουν και μετά καταρρέουν. Ο κόσμος αλλάζει διαρκώς, είτε το θέλουμε, είτε όχι: είναι στη φύση του. Κι αυτή η αλλαγή –είτε συμφορά, είτε όχι– έρχεται προς το μέρος μας πολύ πριν την αντιληφθούμε". Κι ο κόσμος αυτός θα συνεχίσει να υπάρχει και χωρίς εμάς. Και μετά από εμάς. Όπως ακριβώς και το έθνος των δυο ανθρώπων, όταν "πεθάνει" ο ένας. Στο μεταεθνικό κράτος, η ζωή θα συνεχιστεί. Απλώς, θα είναι μια εντελώς άλλη ζωή. Κι είμαστε όλοι κλαδιά μιας εξελικτικής διαδικασίας. "Ο χρόνος δεν μας κάνει σοφότερους, η επαφή με τον αέρα μάς σκουριάζει, είναι τυχαίο που οι μεγαλύτερες ιδιοφυΐες ολοκλήρωσαν τα πιο σπουδαία έργα τους πριν τα τριάντα;". 

 

Με γοητεύουν τρομερά τα έργα και οι ιστορίες των ναΐφ καλλιτεχνών (πολλοί απ' αυτούς έχουν πολύ ενδιαφέροντες βίους), οπότε μάλλον απ' αυτό προέκυψε ο λαβύρινθος με τα σκαλιστά πουλιά – ζώα πολύ γοητευτικά και ενδιαφέροντα, όπως και οι ιστορίες που τα περιβάλλουν.

 

 Η βραβευμένη συγγραφέας των Rewind (Καλέντης, 2009) και Πώς τελειώνει ο κόσμος (Καλέντης, 2012) και βραβευμένη μεταφράστρια (βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης 2015) για τα Χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ του Ντέιβιντ Μίτσελ, μιλά στο LIFO.gr, για το τελευταίο της βιβλίο, τη Νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καλέντη. Η ίδια μόλις ολοκλήρωσε τη μετάφραση των Κοκάλινων Ρολογιών επίσης του Μίτσελ, ("ενός υπέροχου μυθιστορήματος, στα πρότυπα του Άτλαντα του ουρανού"), ενώ αυτήν την περίοδο μεταφράζει το θηριώδες A Little Life της Χάνια Γιαναγκιχάρα.

 

—Πώς προέκυψε η ιδέα για το συγκεκριμένο βιβλίο;

Όταν ολοκλήρωνα την τελική εκδοχή του προηγούμενου βιβλίου μου, του Πώς τελειώνει ο κόσμος, αισθανόμουν ένα μπούχτισμα με το αστικό τοπίο όπου είχα τοποθετήσει και εκείνο, αλλά και το πρώτο μου βιβλίο. Δεν ήξερα τι θα αφορούσε το επόμενο, ήξερα όμως ότι ήθελα να έχει θάλασσα, ουρανό, ορίζοντα. Δύο-τρεις μήνες αφότου παρέδωσα το χειρόγραφο του Πώς τελειώνει ο κόσμος στον εκδότη μου, βρέθηκα, κατακαλόκαιρο, σ’ έναν τόπο που κάπως μου μίλησε, και άκουσα μια ιστορία που έμεινε να μου τσιγκλίζει το μυαλό (μια πολύ πρώτη εκδοχή εκείνης της αφήγησης υπάρχει εδώ). Άρχισα να δημιουργώ ένα τοπίο – διαδικασία πρωτόγνωρη για μένα, γιατί ως τώρα ξεκινούσα πάντα από ένα επεισόδιο, έναν χαρακτήρα– και σελίδα τη σελίδα το τοπίο αυτό απέκτησε κατοίκους. 

  

—Τι ρόλο επιτελούν τα γλυπτά πουλιά μέσα στο λαβύρινθο;

Ήξερα ότι ο ήρωας έπρεπε να φτιάχνει έναν κόσμο με τα χέρια του. Με γοητεύουν τρομερά τα έργα και οι ιστορίες των ναΐφ καλλιτεχνών (πολλοί απ’ αυτούς έχουν πολύ ενδιαφέροντες βίους), οπότε μάλλον απ’ αυτό προέκυψε ο λαβύρινθος με τα σκαλιστά πουλιά – ζώα πολύ γοητευτικά και ενδιαφέροντα, όπως και οι ιστορίες που τα περιβάλλουν. (Μερικά από τα πιο γοητευτικά αναγνώσματά μου τα τελευταία χρόνια ήταν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ορνιθολογικού ενδιαφέροντος - Birds & PeopleH is for Hawk, κ.ά.). Για μένα, οι Ραγκουδαίοι δεν θα μπορούσαν να φτιάχνουν κάτι άλλο εκτός από αυτά ειδικά τα πουλιά, που όπως και ο Αδαμάντιος, κινούνται μεταξύ χθόνιου κόσμου κι ουρανού. Για τους δημιουργούς τους, τα γλυπτά πουλιά είναι προσευχή και εξιλέωση μαζί· ένας τρόπος να μείνει ζωντανή η μνήμη των νεκρών· όμως οι Ραγκουδαίοι δεν δρουν απολύτως ελεύθερα – υπάρχει η μαυρομπλέ γυναίκα, τις οδηγίες της οποίας είναι ως ένα βαθμό υποχρεωμένοι ν’ ακολουθήσουν. 

 

—Το βιβλίο ξεκινά με την εικόνα του Νιόφυτου να ολισθαίνει, εξαιτίας μιας ασταμάτητης, πολυήμερης βροχής. Θα λέγαμε ότι πρόκειται για τις δεκατρείς μέρες της καταστροφής, σε αντίστιξη με τις επτά ημέρες της δημιουργίας; 

Σκέφτομαι ότι αν υπήρχε στ’ αλήθεια το Νιόφυτο και του συνέβαινε μια τέτοια χάλαση στην εποχή μας, στα κανάλια θα έλεγαν για "εικόνες βιβλικής καταστροφής". Πάντως, η επιλογή των δεκατριών ημερών δεν είχε τόσο να κάνει με τις επτά μέρες της δημιουργίας, όσο με τη σύνδεση του δεκατρία με την κακοτυχία. Και δεν ήθελα έναν άρτιο αριθμό, έναν αριθμό που να "διαιρείται ησύχως", ας το πούμε έτσι.

 

—Μια από τις προβληματικές μιας επίσης νέας κυκλοφορίας, του ΑΕΡΟΠΛΑΣΤ της Άντζελας Δημητρακάκη, είναι το αν μπορείς να ν’ αλλάξεις, χωρίς να καταστρέψεις. Μάλιστα, η συγγραφέας χρησιμοποιεί και την φράση του Μάλεβιτς "Η ζωή ξέρει τι κάνει κι αν προσπαθεί να καταστρέψει, δεν πρέπει να της θέτουμε εμπόδια". Τι σχέση έχει αυτό το βιβλίο με την καταστροφή; 

Στο Νιόφυτο, η καταστροφή δεν είναι υπόθεση μιας στιγμής μόνο ή μιας χρονικής περιόδου. Το χωριό είναι παγιδευμένο σε έναν αέναο κύκλο καταστροφών, ακόμα κι αν οι κάτοικοί του δεν το αντιλαμβάνονται (στο βιβλίο γίνεται λόγος για αλλεπάλληλα Νιόφυτα που παίρνουν τη θέση των προηγούμενων χωρίς κανείς να το αντιληφθεί). Ίσως γι’ αυτό ο Αδαμάντιος να επιζητεί με τόσο πάθος την οριστική καταστροφή, μήπως και σπάσει ο κύκλος. Εξάλλου, πιστεύει ότι όλος ο κόσμος, όχι μόνο το Νιόφυτο, είναι μια διαδοχή καταστροφών: είδη εξελίσσονται και διακλαδίζονται και μετά αφανίζονται. Πολιτισμοί αναπτύσσονται, ακμάζουν και μετά καταρρέουν (εδώ στη σκέψη του ίσως να γλίστρησε λίγος Τζάρεντ Ντάιαμοντ). Ο κόσμος αλλάζει διαρκώς, είτε το θέλουμε είτε όχι: είναι στη φύση του. Κι αυτή η αλλαγή –είτε συμφορά, είτε όχι– έρχεται προς το μέρος μας πολύ πριν την αντιληφθούμε: Αυτά ζητάει, μεταξύ άλλων, ο Αδαμάντιος να αναγνωρίσουμε.

 

Εικονογράφημα από το βιβλίο η Νυχτερινή Βάρδια του Καλλιγράφου.
Εικονογράφημα από το βιβλίο η Νυχτερινή Βάρδια του Καλλιγράφου.

 

—Όσο διάβαζα το βιβλίο, σκεφτόμουν τον Υπνοβάτη της Καραπάνου. Ο Αδαμάντιος και ο Μανόλης συγγενεύουν; Ο Μανόλης είναι ο Θεός κι ο Αδαμάντιος ο προφήτης του;

Ο Υπνοβάτης είναι μάλλον το βιβλίο της Καραπάνου που μ’ αρέσει περισσότερο· και μ’ αρέσει κι η ιδέα ότι ο Μανόλης και ο Αδαμάντιος μπορεί να είναι κλαδιά του ίδιου δέντρου. Αλλά την αντιστοιχία τη συνειδητοποίησα εκ των υστέρων, όταν μου επισημάνθηκε στην ανάγνωση ενός από τα ντραφτ (θα έλεγα ότι τη σχέση την αποφάσισε ο Αδαμάντιος από μόνος του αλλά αυτό θα ήταν ψέμα, φυσικά: οι ήρωες δεν αποφασίζουν τίποτα από μόνοι τους, απλώς είναι ζωτικό, σε ορισμένα στάδια της δουλειάς τουλάχιστον, να συντηρώ την ψευδαίσθηση ότι δεν τους ελέγχω εγώ). Όμως δεν θέλησα να ξαναδιαβάσω τον Υπνοβάτη και να "διορθώσω" (είτε προς το πιο καραπανικό, είτε προς το λιγότερο καραπανικό) τον Αδαμάντιο. Σ’ ένα βιβλίο έχουν τη θέση τους και αυτά που σχεδίασες αλλά και αυτά που γλίστρησαν στις σελίδες πλάγια. Ούτως ή άλλως το βιβλίο δεν γράφεται ποτέ μόνο από τον συγγραφέα του. Γράφεται και από τον αναγνώστη, και κάθε αναγνώστης έρχεται με τη δική του αναγνωστική ιστορία, τα δικά του γούστα. Για να διαβάσει ο αναγνώστης τον Αδαμάντιο ως συγγενή του Μανόλη θα πρέπει να γνωρίζει τον Μανόλη (και βέβαια ακόμα και τότε μπορεί να αισθανθεί τη "συγγένειά" τους ιερόσυλη). Οπότε τον "διάλογο" μεταξύ Μανόλη και Αδαμάντιου, τον όποιο διάλογο του βιβλίου με όποιο άλλο έργο, θα ήθελα στ’ αλήθεια να τον δω από την πλευρά των αναγνωστών πια. Είναι ένας βασικός λόγος που πάντα αισθάνομαι κάπως αμήχανα να μιλώ για τα βιβλία μου: ό,τι κι αν πω σε μια συνέντευξη, δεν θα κάνει το βιβλίο καλύτερο απ’ ό,τι είναι· η δική μου συνεισφορά σ’ αυτόν τον διάλογο έχει ολοκληρωθεί με το που τυπωθεί το βιβλίο. Για να δώσω ένα παράδειγμα, έχω ήδη συναντήσει δύο αναγνώστες που είναι πεπεισμένοι για δύο στοιχεία που στο κείμενό μου δεν υπάρχουν: μια λέξη ο ένας, μια λεπτομέρεια ως προς τις βρύσες του Ραγκούδη ο άλλος. Είναι υπέροχα και τα δύο (μακάρι να τα είχα σκεφτεί και να τα είχα προσθέσει), αλλά δεν είναι δικά μου. Τα πρόσθεσαν εκείνοι – και δεν κατάλαβαν καν ότι το έκαναν, ούτε μου έκανε καρδιά να τους το πω: το βιβλίο το συμπληρώνουν οι ίδιοι πια· με αυτή την έννοια, κι αυτά τα δυο στοιχεία είναι πια μέρη της Νυχτερινής βάρδιας του Καλλιγράφου.

 

—Πρόκειται για μια (μεταξύ άλλων) αλληγορία για την σημερινή κατάσταση; Αντιλαμβάνεσαι την "χάλαση" σαν αποτέλεσμα κάποιου εξωγενούς παράγοντα (όπως είναι π.χ. μια ασταμάτητη βροχή) ή πρόκειται για κάτι πιο σύνθετο; 

Η χάλαση του Νιόφυτου, η πρώτη χάλαση, αυτή που ακολουθεί τη βροχή, δεν είναι διαδικασία μερικών ημερών, δεν οφείλεται μονάχα σε αυτή τη δεκατριήμερη βροχή. Το χωριό είναι χτισμένο σε υπέδαφος σαθρό: το ίδιο το ζωογόνο νερό, όπως λένε στους κατοίκους του Νιόφυτου οι ειδικοί όταν έρχονται να εξετάσουν την κατάσταση, που κάνει τα εδάφη τους γόνιμα, τα έχει κάνει κι ασταθή, επικίνδυνα. Προσθέτουν επίσης, ότι η βροχή απλώς επιτάχυνε αυτό που ούτως ή άλλως θα συνέβαινε. Επιπλέον, όπως είπα και παραπάνω, το Νιόφυτο δεν περνάει από μια μονάχα χάλαση, αλλά από αλλεπάλληλες, που όμως δεν τις αναγνωρίζουν όλοι. Αυτά για το Νιόφυτο. Για τη σχέση του Νιόφυτου με τον πραγματικό, τον μη μυθιστορηματικό κόσμο, ο αναγνώστης ας σκεφτεί ό,τι θέλει, ας πάει όπου τον οδηγήσει η ιστορία του βιβλίου – αυτό εξάλλου προσπάθησα να κάνω κι η ίδια, δεν ήθελα να γράψω προς επίρρωση μιας ήδη διαμορφωμένης αλήθειας, περισσότερο ήθελα να αναζητήσω πιθανές διαδρομές.

 

—Οι αιώνες ανήκουν στις πέτρες και τα δέντρα;

Όπως είπα και παραπάνω, ήθελα ένα βιβλίο με λιγότερη τσιμεντίλα κι αθηνίλα από τα προηγούμενα· ήταν σημαντικό για μένα οι ήρωες να βλέπουν ουρανό και θάλασσα – ήθελα αυτήν την αλλαγή. Και ξεκίνησα να γράφω για έναν τόπο ο οποίος άρχισε να κατοικείται από χαρακτήρες στις αλλεπάλληλες γραφές του βιβλίου – στην αρχή οι κάτοικοί του ήταν αδιαμόρφωτοι, σκιές περισσότερο. Ίσως ένα ερώτημα λοιπόν να είναι πώς διαμορφώνονται οι άνθρωποι από ένα τοπίο, καθώς το διαμορφώνουν. Η ιδέα πίσω από το παράθεμα προέρχεται από συζητήσεις για την αντοχή του τσιμέντου στον χρόνο (όταν συζητάς πολύ μ’ έναν άνθρωπο, θα κάνεις και περίεργες κουβέντες) και από το εξαιρετικό βιβλίο Η Γη χωρίς εμάς του Άλαν Γουάισμαν που διερευνά τι θα συμβεί στον πλανήτη αν μια μέρα η ανθρωπότητα εκλείψει. Αντιμετωπίζουμε το παρόν μας ως κάτι λίγο πολύ μόνιμο, σχεδόν αναπόφευκτο, έναν μονόδρομο, και τα σημερινά έργα των ανθρώπων ως πιο ανθεκτικά στον χρόνο από αυτά των προγόνων μας, αλλά η αλήθεια είναι ότι οι πέτρες επιζούν περισσότερο από το τσιμέντο. Εξίσου δεδομένη και φυσική και αναπόφευκτη θεωρούμε μάλλον και την ύπαρξή μας στον κόσμο, αλλά η ανθρωπότητα είναι μέρος του κόσμου, και όχι ο κόσμος· αν ως είδος εκλείψουμε, η φύση θα συνεχίσει να υπάρχει – σίγουρα διαφορετική, εξαιτίας μας, πάντως θα υπάρχει. (Σκέφτομαι ότι αυτή είναι η προβληματική του Πώς τελειώνει ο κόσμος μεταφερμένη από επίπεδο ατόμου σε επίπεδο είδους).

 

Ο χρόνος δεν μας κάνει σοφότερους, η επαφή με τον αέρα μάς σκουριάζει, είναι τυχαίο που οι μεγαλύτερες ιδιοφυϊες ολοκλήρωσαν τα πιο σπουδαία έργα τους πριν τα τριάντα; Η κίνησή μας στον χρόνο δεν είναι παρά μια ολίσθηση προς τον χαμό, και κάθε ενοχή μας, κάθε αμαρτία μάς σπρώχνει να γλιστρήσουμε πιο γρήγορα. Θυμήσου: αυτό που μας χωρίζει από τα άλλα ζώα είναι ότι εμείς αφηγούμαστε τις ιστορίες τους, ενώ τα ζώα αδιαφορούν για τη δική μας".

 

 

—Τι γίνεται ένα έθνος δυο ανθρώπων όταν πεθαίνει (ή πεθαίνει συμβολικά, αποχωρεί) ο ένας τους;

Αυτό είναι ένα ερώτημα του οποίου την απάντηση τρέμω. Λέμε συχνά στον αγαπημένο μας "Χωρίς εσένα δεν μπορώ να ζήσω". Φοβάμαι όμως πως το πραγματικά φρικτό είναι ότι μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτόν. Αλλά μια ζωή χωρίς αυτόν είναι μια εντελώς άλλη ζωή. (Ρωτήστε και τη μονάδα που παραμένει από το έθνος των δύο ανθρώπων στο βιβλίο. Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς το άλλο μέρος του έθνους-ζευγαριού. Το πρόβλημα είναι ακριβώς ότι ζει).

 

—"-Εγώ συγγραφέας θέλω να γίνω. -Εντάξει, παιδί μου, κάνε ό, τι καταλαβαίνεις, εγώ δεν θα το πω κανενός", διαβάζουμε σ’ έναν διάλογο του Άλκη με τη μάνα του, ενώ ένας σχετικά ασήμαντος συγγραφέας μετατρέπεται σε "λογοτεχνικό κολοσσό", μετά την αυτοκτονία του. Είναι ένας έμμεσος σχολιασμός σου στην ιδιότητα του συγγραφέα και όσα την συνοδεύουν;

Ο σχετικά ασήμαντος (ή εντελώς ασήμαντος) Μύρωνας Ξυδάκης, που έρχεται σ’ έναν τόπο που δεν ξέρει και προσπαθεί τάχα να γράψει μια ιστορία απ’ αυτόν τον τόπο, χωρίς να τον ενδιαφέρει να την ακούσει πραγματικά και χωρίς να έχει τα κυβικά για να τη γράψει, είναι εν μέρει βαλμένος σαν σκιάχτρο και καθρέφτης εξίσου: Δεν ήθελα να είμαι Ξυδάκης, αλλά φοβόμουν πως ήμουν· ιδίως αναρωτιόμουν αν πράγματι γράφω επειδή το έχω ανάγκη κι όχι απλώς επειδή, μια και έτυχε να εκδοθεί το πρώτο μου βιβλίο, πίστεψα στην ιδέα ότι είμαι συγγραφέας και δεν σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να είμαι κάτι άλλο, όπως ο Ξυδάκης: ήταν ένα ερώτημα που με απασχολούσε πολύ όσο τέλειωνα τη συγγραφή του Πώς τελειώνει ο κόσμος, και γι’ αυτό πέρασε ως προβληματισμός στο νέο. Προσπαθούσα να ξορκίσω τον Ξυδάκη, γράφοντάς τον μέσα στο βιβλίο. Το κομμάτι του το διασκέδασα τρομερά. (Ο Άλκης, που τελικά μάλλον δεν πολυθέλει να γίνει συγγραφέας, θα ήταν ίσως πιο κατάλληλος να γράψει την ιστορία που δεν καταφέρνει να κάνει βιβλίο ο Ξυδάκης, αν μη τι άλλο επειδή παρατηρεί με περισσότερο ενδιαφέρον τους ανθρώπους).

 

—Είναι όλα μια αφήγηση; Ο αφηγητής κατασκευάζει την αφήγηση ή η αφήγηση εκείνον; Πώς αντιλαμβάνεσαι εσύ την εξέλιξη και την πρόοδο;

Ο κόσμος μπορεί να μην είναι αφήγηση, αλλά ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο είναι. Και όσο και αν φαίνεται μεσοβέζικη η απάντηση, ο αφηγητής τόσο κατασκευάζει την αφήγηση, όσο και κατασκευάζεται από αυτήν. Θα συνιστούσα πάντως να μην πολυπιστεύει κανείς ό,τι γράφει ο Αδαμάντιος στα φυλλάδιά του – αν και εδώ μάλλον συμφωνούμε. Αν δεν κάνω λάθος, άλλωστε, η λογική του ανθρώπου ως απλού κλαδιού και όχι αποκορυφώματος της εξέλιξης υπάρχει ήδη στον Δαρβίνο.

 

—Στο βιβλίο, οι τρεις Ραγκουδαίοι, ο πατέρας, ο γιος και ο εγγονός μπλέκονται σε έναν λαβύρινθο αίματος κι όπως γράφεις "θα πληρώσουν το ακριβό αντίτιμο για το αίμα που κουβαλά η οικογένεια στις πλάτες της". Πόσο ακριβά πληρώνει ο καθένας μας το οικογενειακό του φορτίο; Υπάρχει τρόπος να το αποτινάξει κανείς; 

Δεν νομίζω ότι μπορεί να απαλλαγεί κανένας απ’ αυτό το φορτίο. Πολλές φορές μπορεί να μην ξέρει καν ότι το κουβαλά – να χρειαστούν χρόνια μέχρι να το ανακαλύψει ή να το συνειδητοποιήσει. Το φορτίο μπορεί να είναι ελαφρύ ή βαρύ, λιγότερο ή περισσότερο διαχειρίσιμο – και, οπωσδήποτε: δεν είναι πάντα αρνητικό, δεν είναι πάντα δυσάρεστο– αλλά υπάρχει πάντα εκεί και ένα πολύ μεγάλο μέρος του ανθρώπου που είμαστε φτιάχτηκε, κουβαλώντας το. 

 

—Λέει κάπου ο Κλοντ (ήρωας του βιβλίου): "Οι άνθρωποι λατρεύουν τα ερείπια, είναι ένα είδος πορνογραφίας, οπότε αυτό ήμουν, πορνογράφος".  Τι μπορεί να κάνει ένας συγγραφέας μπροστά στα ερείπια;

Αυτό για το οποίο αναρωτιόμουν εδώ είναι ο ρόλος μας –με όποια ιδιότητα–απέναντι στη συμφορά. Μετράει η καταγραφή της; Η προσπάθεια αποτροπής της; Η προσπάθεια να διατηρήσεις τη μνήμη ζωντανή; Το κίνητρό σου πώς επηρεάζει την καταγραφή; (Με άλλα λόγια, οι καλές προθέσεις σου φτάνουν για να καθαγιάσουν το έργο; Οι κακές φτάνουν για να το σπιλώσουν;) "Αν μια μαζική δολοφονία, μια βόμβα, οτιδήποτε, καταγραφεί, τότε τουλάχιστον έχει αφήσει ένα μικροσκοπικό ίχνος στην παγκόσμια μνήμη. Κάποιος, κάπου, κάποτε, έχει την ευκαιρία να μάθει τι συνέβη. Και ίσως, ίσως, να κάνει κάτι γι’ αυτό. Ή ίσως όχι. Μα τουλάχιστον το ίχνος είναι εκεί", λέει ένας από τους ήρωες του Μίτσελ στα Κοκάλινα ρολόγια, ο Εντ, πολεμικός ανταποκριτής, με τη διατύπωση μιας συνομιλήτριάς του "αρχειοφύλακας του μέλλοντος". Αλλά η απάντηση του Κλοντ ήταν ότι η καταγραφή δεν είχε σημασία· ότι αυτό που θα είχε σημασία θα ήταν να προσπαθήσει να σώσει τους ανθρώπους που κινδύνευαν μπροστά στα μάτια του – όμως δεν είχε το θάρρος να το κάνει· κι αν ακόμα τραβούσε τη φωτογραφία, κι αν ακόμα γινόταν εξώφυλλο κι ο κόσμος μάθαινε τι είχε συμβεί, θα εξακολουθούσε, στο μυαλό του, να είναι ο δειλός που δεν προσπάθησε εκείνη τη στιγμή να σώσει τη γυναίκα που είχε μπροστά του· κι ότι απλώς θα είχε δώσει στους ανθρώπους άλλη μια συμφορά για να δουν στη σελίδα ενός περιοδικού ή σ’ ένα τηλεοπτικό ρεπορτάζ, να κολλήσουν πάνω της για λίγο όπως κολλάμε, π.χ., στη θέα ενός τροχαίου, και μετά να σκεφτούν, ευτυχώς, αυτά είναι μακριά μας και να γυρίσουν σελίδα ή ν’ αλλάξουν κανάλι. Από την άλλη, οι φωτογράφοι που βρέθηκαν να καταγράφουν τους πρόσφυγες που κάνουν αυτό το φρικτό πέρασμα από την Τουρκία στην Ελλάδα συχνά παράτησαν τις μηχανές τους για να βοηθήσουν. Κι έπειτα υπάρχει κι ο πατέρας του Αδαμάντιου, ο αλούτερος Ραγκούδης, που έρχεται στη συμφορά εκ των υστέρων – εφόσον δεν γνώριζε για τα εγκλήματα του πατέρα του– και προσπαθεί τουλάχιστον να διατηρήσει τη μνήμη ζωντανή, με τον τρόπο που μπορεί· να τα φορτωθεί στην πλάτη του, ακόμα κι αν κανένας πια δεν νοιάζεται. Ίσως η απάντηση να είναι αυτή: κάνεις ό,τι μπορείς, όπως μπορείς. Κι ελπίζεις ότι κι αυτό το λίγο, θα είναι κάτι.

 

—Τι μεταφράζεις αυτήν την περίοδο, Μαρία; 

Μόλις ολοκλήρωσα τη μετάφραση των Κοκάλινων ρολογιών του Ντέιβιντ Μίτσελ, ενός υπέροχου μυθιστορήματος, στα πρότυπα του Άτλαντα του ουρανού με ολίγη από Ghostwritten περισσότερο, παρά των Χιλίων φθινοπώρων, παρότι επικοινωνεί σε πολλά σημεία με τα Χίλια φθινόπωρα – είναι κι αυτό κομμάτι του μιτσελικού υπερμυθιστορήματος, εξάλλου. Και πλέον μεταφράζω το A Little Lifeτης Χάνια Γιαναγκιχάρα. Είναι μια συγγραφέας που αγάπησα ήδη απ’ το πρώτο της βιβλίο, το The People In The Trees. Το A Little Life είναι η ιστορία τεσσάρων φίλων, που ως κέντρο τους έχουν τον Τζουντ Σεντ Φράνσις, έναν από τους πιο σπαρακτικούς χαρακτήρες που έχω διαβάσει ποτέ, σε μια Νέα Υόρκη σύγχρονη μα ταυτόχρονα άχρονη (κάτι κατά τη γνώμη μου απολύτως συνειδητό και, οπωσδήποτε, με τη σημασία του). Η Γιαναγκιχάρα κάνει μ’ έναν τρόπο αυτό που επιχειρεί και ένας από τους ήρωές της: να φτιάξει μια σειρά από εξαιρετικά λεπτομερή πορτρέτα αυτών των ανθρώπων καθώς αργοκυλά η ζωή τους. Με βασικό ίσως ερώτημα στην όλη διαδικασία αν η αγάπη αρκεί για να γιατρέψει τις πληγές και να σώσει έναν άνθρωπο. (Με υπόκρουση Twin PeaksThe possibility that love is not enough.) Είναι εξοντωτικό, επίτηδες υπερβολικό –φανταστείτε αυτά τα πορτρέτα σε κινηματογραφικό γκρο πλαν– εναλλάσει στιγμές απίστευτης απανθρωπιάς με στιγμές εξαιρετικής τρυφερότητας, είναι μεγαλειώδες. Πρόκειται για συγγραφική ιδιοσυγκρασία πολύ διαφορετική από αυτήν του Μίτσελ αλλά, ειλικρινά, είναι μεγάλη χαρά, τιμή και σχολείο να δουλεύεις και για τους δυο τους.