ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΕΝΤΟΜΟ που δεσπόζει στο ασπρόμαυρο εξώφυλλο των Διηγημάτων της Ρέας Γαλανάκη, γνωστό και ως αλογάκι της Παναγίας, είναι η απτή απόδειξη του εκλεπτυσμένου ποιητικού λόγου που ενυπάρχει σε κάθε πτυχή της πραγματικότητας. Σχεδόν δεν μπορούμε να ξεφύγουμε απ' όλα όσα ο μύθος μεταφέρει ακόμα και στην πιο απερινόητη πτυχή της φύσης: αν, λοιπόν, στον πλατωνικό μύθο τα τζιτζίκια ήταν άνθρωποι που ενέπνευσαν τις Μούσες, ο ποταμός σε μια περιοχή του βορειοδυτικού Μοριά στην πρώτη ιστορία της συλλογής της Γαλανάκη ουσιαστικά συμβολίζει τον αιώνιο έρωτα της νύμφης Αργυράς με τον νεαρό ποιμένα Σέλεμνο.

 

Είναι ένα απλό παράδειγμα του πώς η συγγραφέας μεταφέρει με τρόπο δοξαστικό σε σύγχρονες μυθιστορηματικές μεταγραφές μύθους, θρύλους και τοπικές δοξασίες, ενώνοντας μοναδικά το πιο απτό στοιχείο της ιστορίας μας –από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο μέχρι ένα σύγχρονο ναυάγιο– σε ένα ενιαίο κοσμοείδωλο που τελικά ταυτίζεται με την ουσία της λογοτεχνίας. Ως ουσιαστική μυθιστοριογράφο, τη Ρέα Γαλανάκη δεν την απασχολούν οι απλές καταγραφές των γεγονότων αλλά όλα όσα εμπίπτουν στις ζώνες του βιώματος, κάνοντας τους ανθρώπους να αγαπάνε, να μισούν και να ονειρεύονται στους αιώνες με τον ίδιο τρόπο.

 

Στα Διηγήματά της, που αποτελούν έναν συνοπτικό οδηγό των μεγάλων μυθιστορηματικών αρχών της, η Ρέα Γαλανάκη δείχνει να καταλαμβάνεται από το πάθος της αποτύπωσης του μύθου με όλο και μεγαλύτερη μυθιστορηματική συνέπεια, αντάξια των οραμάτων που έβλεπε η εμβληματική διηγηματογράφος Φλάνερι Ο'Κόνορ στην αυλή του σπιτιού της ή της θεϊκής μανίας που ο Πλάτων διέκρινε στην ποίηση.

 

Το επαναστατικό διαφαίνεται όχι στις πράξεις εκδίκησης αλλά εκεί όπου δεν δηλώνεται με σαφήνεια, στη δύναμη του έρωτα και στην αναβίωση της ομορφιάς, που ταυτίζεται με την αρχή της δημιουργίας.


Γι' αυτό και εσφαλμένα έχουν σπεύσει να αποδώσουν στα βιβλία της την ταμπέλα «ιστορική λογοτεχνία», αφού η Ιστορία εδώ μεταμορφώνεται και μεταλλάσσεται – γίνεται ουσιαστικά ένα με το ποιητικό μας ασυνείδητο, ενσωματώνοντας τόσο προσωπικά βιώματα της συγγραφέως όσο και το άγραφο γίγνεσθαι των θρύλων σε έναν κόσμο γεμάτο από νύμφες, νεράιδες, τοπικούς θεούς και αγίους.

 

Ως γνήσιο τέκνο της γης που τη γέννησε, η ίδια δεν μπορεί να αρνηθεί τη δύναμη του έρωτα μέσα από το μεγαλείο της Αρετούσας –προφανής πηγή έμπνευσης στην «Ιστορία της Όλγας»–, αλλά ούτε και τη δύναμη που άσκησε πάνω της η εμπειρία της από την Πάτρα μέσα από τους αντίστοιχους τοπικούς θρύλους: κανείς δεν γεννιέται χωρίς την προσωπική του ιστορία αλλά και κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί το μεγάλο διάνυσμα που παράγουν οι περιπέτειες των μυθιστορηματικών ηρώων στο πέρασμα του χρόνου.

 

Αντίστοιχα, η Ελλάδα της Γαλανάκη, από τα νησιά μέχρι την ηπειρωτική χώρα, είναι ένα ατελείωτο μωσαϊκό περιπετειών και ένας μεγάλος πολιτισμός του έρωτα, της ενσυναίσθησης και της διαρκούς πάλης. Η κουλτούρα των μύθων, την οποία αναδεικνύει μέσα από τη σύγχρονη μυθοπλασία, είναι ένα σπουδαίο καταφύγιο όταν νιώθεις ότι φοβάσαι μη χαθείς μέσα στη δολερή πραγματικότητα, πέρα από κανονιστικότητες και νόμους, συγκροτώντας έτσι ένα ακέραιο υφαντό ηθικής, αλλά σε καμία περίπτωση διδακτικής, νόρμας.

 

Έτσι, σπάνια θα βρει κανείς πιο απελευθερωτικό κείμενο για τη σύγχρονη γυναίκα από την «Ιστορία της Όλγας», που ουσιαστικά συγκροτεί το συμβολικό ισοδύναμο της περήφανης Κρητικοπούλας, η οποία στον μινωικό κόσμο περιφερόταν με λυτούς μαστούς και αργότερα διεκδικούσε δυναμικά τον έρωτα μέσα από τον μύθο της Αρετούσας. Όλα τα σημάδια του τόπου της η Γαλανάκη τα μεταμορφώνει σε αρχετυπική έκφραση, προκειμένου να δοξάσει την ιδανική περιγραφή, την καταγωγή κάθε συμβολικού προσώπου και τη λογοτεχνία – με αντίστοιχο νιτσεϊκό τρόπο ο Καζαντζάκης αντλούσε δύναμη από τα βουνά της Κρήτης, για να φτιάξει τον δικό του μυθιστορηματικό υπεράνθρωπο.


Αν, λοιπόν, στον Αιώνα των Λαβυρίνθων η Γαλανάκη βρέθηκε να παρακολουθεί την κηδεία του Καζαντζάκη, η ίδια επισήμανση επαναλαμβάνεται στο διήγημα «Η κεφαλή του Καζαντζάκη», ως συμπλήρωμα βέβαια στη δική της ανάγκη για προάσπιση της ιστορικής μνήμης. Εν προκειμένω, η καταστροφή της προτομής του Καζαντζάκη στον αίθριο χώρο του Πανεπιστημίου της Αθήνας από νεαρούς βανδαλιστές δεν είναι μια πράξη επαναστατική αλλά μια πράξη εξόντωσης – με τον ίδιο τρόπο που οι βασανιστές στη Μπουμπουλίνας προσπαθούσαν να καταστρέψουν τον δικό τους φανταστικό εχθρό.

 

Άλλωστε, το επαναστατικό διαφαίνεται όχι στις πράξεις εκδίκησης αλλά εκεί όπου δεν δηλώνεται με σαφήνεια, στη δύναμη του έρωτα και στην αναβίωση της ομορφιάς, που ταυτίζεται με την αρχή της δημιουργίας. Και μια ελεύθερη δημιουργός όπως η Γαλανάκη ξέρει ότι αν στα βουνά εξαϋλώνεται καθετί, στη θάλασσα απολυτρώνεσαι από το άγχος τού να επιβεβαιώνεις διαρκώς την ταυτότητά σου.


Άλλωστε, οι ταυτότητες και οι ταυτοπροσωπίες είναι κάτι ρευστό τόσο στα μυθιστορήματα όσο και στα διηγήματα της Γαλανάκη, όπου το παρόν εμφιλοχωρεί στο παρελθόν και το μέλλον δοξάζεται με βάση τόσο τη γραπτή όσο και την άγραφη ιστορία μας. Ενίοτε, μάλιστα, δένουν μοναδικά η επικαιρότητα και το πραγματικό με το αιώνιο των θρύλων, απόδειξη ότι ο Σικελός περιηγητής Ξαβιέ Σκροφάνι στη «Μνήμη του έρωτα, λήθη του έρωτα», αν και αθεράπευτα ορθολογιστής, φοβάται τελικά να πιει από το νερό του Σέλεμνου, το οποίο οι Έλληνες είχαν ονομάσει λήθη του Έρωτα, από φόβο μήπως ξεχάσει τους δικούς του στοιχειωμένους έρωτες, ή αντίστοιχα οι διψασμένοι Κούρδοι της Πάτρας που αρνούνταν να πιουν από το πηγάδι του Αϊ-Αντρέα, «επειδή δίπλα του μαρτύρησε ο απόστολος πάνω σε δυο μαδέρια καρφωμένα χιαστί».

 

Ο εκδικητής που έρχεται από το παρελθόν «λέγεται Μνήμη Ανθρώπου», επιμένει η Γαλανάκη, εμπλέκοντας αρμονικά σε αυτό το ατιθάσευτο ιστορικό σύμπαν όνειρα, δοξασίες, απωθημένα, γεγονότα και συμπλέγματα. Ενίοτε, μάλιστα, σαν σε ιδανική σεκάνς που μοιάζει βγαλμένη από τις ιστορίες του Μπόρχες –τι άλλο μπορεί να είναι το πικνίκ που παραθέτει η ίδια ως συγγραφέας στους μυθιστορηματικούς της ήρωες Λουί ή Ανδρέα Ρηγόπουλο, Ελένη Αλταμούρα-Μπούκουρα και Ισμαήλ Πασά στο «Καινούργιο γεύμα σε παλιό σερβίτσιο»;– το ιστορικό παρόν μπερδεύεται μυθιστορηματικά με το όραμα, που μοιάζει πιο αληθινό ακόμα και από την επεξήγηση των ιδιοτήτων κάποιου πρωταγωνιστή.


Επιβεβαιώνοντας, λοιπόν, τον σοφό τυφλό Αργεντινό που έλεγε πως «ίσως η παγκόσμια ιστορία δεν είναι παρά η ιστορία μερικών μεταφορών», η Γαλανάκη αναλαμβάνει να τις αναδείξει στη διαχρονική διάρκειά τους. Συγκλονιστικός ο τρόπος που, σε μια σκηνή από το διήγημα «Τα αόρατα και τα ορατά» και με αφορμή μια διάλεξη στην άκρη ενός χωριού, η συγγραφέας βλέπει τους τοπικούς άρχοντες να μετατρέπονται σε μυθιστορηματικούς καθοδηγητές μιας ορφικής τελετουργίας:

 

«Τέλος, κατέβηκε ο χωροφύλακας και κατόπιν ο μεγάλος άρχων της περιοχής με δυο ακολούθους. Κι ενώ δεν φύσαγε, τα ενδύματα των τριών τους ανέμιζαν σαν από κάποιον άλλο αέρα και ακουγόταν κάτι σαν φτερούγισμα ‒ ίσως, πάλι, οι ψυχές των σκοτωμένων και των λησμονημένων, που ανακινήθηκαν και στράφηκαν προς τη μεριά τους όπως γυρίζουν τα λουλούδια προς το φως. Από τα καθίσματα πρόσωπα ιλαρά είχαν στραφεί επίσης και παρακολουθούσαν το λιγνό κορμί του ηλικιωμένου άρχοντα, ενώ προχωρούσε να καθίσει στην πρώτη σειρά, γνέφοντας ελαφρά με το κεφάλι και με το χέρι εκείνο που δεν κρατούσε τη ράβδο της υποταγής όλων των ορατών και αοράτων. Τον είδα μια στιγμή, θαυμάζοντας και απορώντας, με μοβ μακρύ ένδυμα, το σύμπλεγμα του όφι και του αετού στην πόρπη της ζώνης, μανδύα από κόκκινο λεπτό μετάξι, το κάλυμμα της κεφαλής σαν στέμμα με δυο κέρατα ελικωτά σκαλισμένα στους κροτάφους και πέτρες πολύτιμες, δεμένες σε ρουμπινί σταφύλια, μέσα από τα οποία έβγαινε το ρόδινο πέπλο που έπεφτε στους ώμους. Θαυμάζοντας τον είδα σαν μια Μήδεια στην αποθέωσή της μετά τη σφαγή, μια Μήδεια βασανισμένη από το ανθρώπινο πάθος της και ιερή στην παθιασμένη υπέρβασή του μέσα στο περιβόλι τούτο, το οποίο πίσω από την παραδείσια σκηνογραφία γνώριζε πολύ καλά την ανάγκη ενός τελετουργικού εξαγνιστικού φόνου». 

 

Αυτόν τον εξαγνισμό είναι που βρίσκει η συγγραφέας με ακρίβεια στις λέξεις –ένας ιδανικός συγκερασμός λογοτεχνικής και δημώδους γλώσσας–, οι οποίες στολίζουν σαν διαμάντια την πολύχρωμη μυθιστορηματική επικράτεια ενός μικρού, αλλά περήφανου λαού, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα με τον πιο μοναδικό τρόπο την ιστορική μας μνήμη.

 

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΕΚΠΤΩΣΗ ΕΔΩ

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.