O Κώστας Ταχτσής (8 Οκτωβρίου 1927 – 25; Αυγούστου 1988) υπήρξε ένας πολυταξιδεμένος άνθρωπος, καθώς έζησε για μικρά ή για μεγάλα και πολύ μεγάλα διαστήματα στη Μεγάλη Βρετανία, στην Αυστραλία, στη Δυτική Γερμανία, στις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού. Όπως είχε πει και ο ίδιος τα ταξίδια του δεν συνέβησαν επειδή ένιωθε κάποια φυσική έλξη προς την περιπέτεια, μα για να μπορέσει να ζήσει σε λιγότερο καταπιεστικές, από την ελληνική, κοινωνίες.

 

«Έφευγα, γιατί ασφυκτιούσα στην Ελλάδα της δεκαετίας του '50 – πνευματικά, κοινωνικά, πολιτικά, σεξουαλικά. Αν δεν είχα φύγει δεν θα είχα γράψει ποτέ Το Τρίτο Στεφάνι».

Από τη συνέντευξη στο βιβλίο του Η γιαγιά μου η Αθήνα κι άλλα κείμενα [Ερμής, 1979].

 

Στην ίδια συνέντευξη ο Ταχτσής μιλάει για τη σχέση του με τον περίγυρο, και για το πώς αντιλαμβανόταν την έννοια της ατομικής ελευθερίας.

«Η απόσταση που αναγκάστηκα να κρατήσω σ' όλη μου τη ζωή απ' τους ανθρώπους είχε και τις καλές πλευρές της. Μ' εμπόδισε να αφομοιωθώ απ' τους αστούς. Συγχρόνως, με βοήθησε να μείνω και ανέπαφος απ' οποιαδήποτε επιρροή του υπόκοσμου. Παντού κυκλοφορούσα λιγάκι σαν ξένος. Και γι' αυτό, όλους κι όλα τα 'βλεπα πιο καθαρά, πιο αντικειμενικά... Πάντα ήμουνα κάτι και συγχρόνως δεν ήμουνα. Σα χαμαιλέοντας, έπαιρνα πάντα το χρώμα του περιβάλλοντος. Αλλά μόλις άλλαζα περιβάλλον, άλλαζε και το χρώμα. Θα μπορούσα να 'χω το δικό μου. Αλλά δε μ' άρεσε. Δε μ' άρεσε να 'μαι μόνο ένα πράμα και τίποτ' άλλο. Μ' ενοχλεί ακόμα και τώρα όταν μου κολλάνε τον τίτλο του συγγραφέα, που τόσοι άλλοι εποφθαλμιούν. Το αισθάνομαι σαν περιορισμό. Σιχαίνομαι τις ταμπέλες, κι απορώ με τους ανθρώπους που κρεμάνε μόνοι τους ταμπέλες στον εαυτό τους. Εγώ νιώθω σαν να μην είμαι μόνο ένας, αλλά πολλοί άνθρωποι συγχρόνως, ή ένας άνθρωπος με άπειρες δυνατότητες. Οποιαδήποτε έμφαση σε μια μόνο ιδιότητα μού περιορίζει την ελευθερία μου».

 

Η πάλη που πρέπει να κάνει ο Έλληνας συγγραφέας είναι να γράφει σαν Έλληνας, αλλά να διαβάζεται σαν Ευρωπαίος.

 

Στα μέσα του '80 ο Κώστας Ταχτσής απολάμβανε, σε κάποιο επίπεδο, σε μια διάσταση, τη φήμη του ως πνευματικού ανθρώπου (έναν χαρακτηρισμό που δεν τον αποδεχόταν o ίδιος για τον εαυτό του, αλλά έδειχνε κατανόηση στη χρήση του από άλλους). Εκπομπές για 'κείνον και το έργο του μεταδίδονταν στην τηλεόραση, ο ίδιος διάβαζε κείμενά του στο κρατικό ραδιόφωνο, συνεντεύξεις του φιλοξενούνταν συχνά σε περιοδικά κι εφημερίδες, καθώς, πέραν των λογοτεχνικών θεμάτων, ιδιαίτερη αξία είχαν πάντα και οι κοινωνικές παρατηρήσεις του. Ένας άνθρωπος, που είχε δει, από κοντά, να αναπτύσσονται και να προχωρούν διάφορες ξένες κοινωνίες, είχε ένα λόγο παραπάνω και να κρίνει, και να καυτηριάζει, και να προτείνει. Ή απλώς να λέει τη γνώμη του.

 

Ήταν η εποχή όπου την ελληνική κοινωνία την απασχολούσε έντονα το άνοιγμα της χώρας προς την Ευρώπη. Και όχι μόνο το οικονομικό, μέσω της τότε ΕΟΚ, αλλά και το κοινωνικό, το πολιτισμικό κ.λπ. Είναι ένα θέμα που και τώρα είναι επίκαιρο. Και πάντα θα είναι. Το πώς βλέπουμε τους άλλους, πώς μας βλέπουν εκείνοι, τι πρέπει να γίνει για να προσεγγίσουμε κοινωνίες που βρίσκονται πιο μπροστά από τη δική μας, πώς ταξιδεύει ο Έλληνας στις άλλες χώρες, είτε ως τουρίστας είτε ως μετανάστης, πώς μπορεί να υπάρξει σ' ένα διεθνικό περιβάλλον κ.λπ.

 

Σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό Το Δέντρο [τεύχος 12 της β περιόδου, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1985] ο Κώστας Ταχτσής μιλάει για όλα αυτά στον Μάνο Τσιλιμίδη. Ένα απόσπασμα από εκείνη την πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη σάς μεταφέρουμε τώρα...

 

— Θέλετε να μου πείτε κύριε Ταχτσή πώς αντιλαμβάνεστε την ένωσή μας με την Ευρώπη;

Να σας πω. Να μπορώ ν' αγοράζω ένα αυτοκίνητο, με τις προδιαγραφές που το αγοράζει ένας Γερμανός. Από τότε που άρχισα να ταξιδεύω, από τα νιάτα μου, αισθανόμουν Ευρωπαίος. Έλληνας, αλλά συγχρόνως και Ευρωπαίος. Οι σχέσεις μου, ας πούμε, με τους ξένους εκδότες, υπήρξαν πάντοτε ανάλογες με τις σχέσεις που θα είχε ο Γάλλος συγγραφέας με τον Γάλλο εκδότη ή ο Άγγλος και ούτω καθ' εξής... Δυστυχώς υπάρχουν ακόμα Έλληνες που είτε από ανεπάρκεια, είτε από δουλοπρέπεια βοηθούν ώστε να διατηρείται η εντύπωση ότι είμαστε ημιανάπτυκτοι, ιθαγενείς κ.λπ. Εμένα όλο αυτό μ' εκνευρίζει φοβερά, αλλά μόνος του κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Πρέπει όλος ο λαός, όλο το Έθνος, να βοηθήσει με την ακτινοβολία που έχει, αν έχει. Αυτό που χρειάζεται για την ουσιαστική μας ένωση με την Ευρώπη, είναι, όπως ξέρουν αυτοί την ιστορία μας να μάθουμε κι εμείς τη δική τους. Η Παιδεία ν' αναπτυχθεί περισσότερο, σε σωστές βάσεις, για να μας προετοιμάσει για μια ένωση επί ίσοις όροις, για να δημιουργηθούν οι μικροί Ευρωπαίοι του μέλλοντος.

 

— Αυτό το «ρεύμα» που κυκλοφορεί στις δομές της ελληνικής κοινωνίας, στην προσπάθεια για μια ουσιαστική ένωση με την Ευρώπη, πόσο θα επηρεάσει την λογοτεχνία;

Θα 'λεγα πως θα την επηρεάσει όταν πάψουμε να μιλάμε για δομές και αρχίσουμε να φτιάχνουμε τις υποδομές. Νομίζω πως η λογοτεχνία πάντα κυκλοφορούσε, είτε υπήρχε είτε δεν υπήρχε η ενωμένη Ευρώπη. Πάντα οι Έλληνες συγγραφείς διάβαζαν ξένους. Οι ιδέες κυκλοφορούσαν ανέκαθεν. Εκείνο που θα συμβεί, θα 'ναι το αίσθημα πως ανήκουμε σε μια μεγαλύτερη ενότητα και όταν γράφουμε κάτι θα είμαστε υποχρεωμένοι, κρατώντας αυτό που λέγεται εθνικός χαρακτήρας, αυτό που λέμε –εντελώς σόλοικα– ταυτότητα, θα είμαστε υποχρεωμένοι λοιπόν, να έχουμε κατά νου πως δεν απευθυνόμαστε μονάχα σ' ένα ελληνικό κοινό, αλλά πως μιλάμε για όλους. Η πάλη που πρέπει να κάνει ο Έλληνας συγγραφέας είναι να γράφει σαν Έλληνας, αλλά να διαβάζεται σαν Ευρωπαίος. Κι αυτό βέβαια θα επηρεάσει πολύ το γράψιμο.


(...)

 

— Κύριε Ταχτσή, όπως ξέρετε, ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού, τα τελευταία χρόνια έχει μεταναστεύσει. Έχετε στις περιπλανήσεις σας συναντήσει Έλληνες μετανάστες; Πώς ζουν;

Σκεφτείτε πως το 1959 και '60 δούλευα σαν υπάλληλος επί των δημοσίων σχέσεων στην Κρατική Τράπεζα της Αυστραλίας, στο Σίντνεϋ, σε μια υπηρεσία η οποία σκοπό είχε να βοηθάει μετανάστες όλων των εθνικοτήτων που έφταναν για πρώτη φορά στην Αυστραλία. Εγώ βοηθούσα όλους τους μετανάστες των οποίων τύχαινε να γνωρίζω την γλώσσα. Άγγλους, Ιταλούς και κυρίως Έλληνες. Είχα καμιά πενηνταριά επισκέψεις την ημέρα. Κάθε εθνικότητα είχε τα δικά της ιδιάζοντα προβλήματα. Με τους Έλληνες τα προβλήματα δεν ήταν τόσο το να βρουν σπίτι ή δουλειά, φαίνεται πως αυτά τα έλυναν μαζί με τους άλλους Έλληνες που συναντούσαν. Είχα επισκέπτες οι οποίοι ερχόντουσαν και μου έλεγαν: «Τι να κάνω; Έφερα μια γυναίκα από την Ελλάδα και δεν την βρήκα παρθένα». Τέτοιου είδους τρέλες, δηλαδή. Βέβαια αυτοί οι άνθρωποι, η πρώτη κυρίως γενιά και καμιά φορά και η δεύτερη, ακριβώς επειδή δεν είχαν ποτέ επαρκή παιδεία, δεν ήξεραν ποτέ καλά τη γλώσσα τους – είναι γνωστό πως στο τέλος ξεχνάνε τη μητρική λαλιά, χωρίς να καταφέρνουν να μάθουν τη γλώσσα της χώρας που τους φιλοξενεί. Πρόκειται για τις λεγόμενες εθνότητες. Από την τρίτη γενιά κι έπειτα, τα πράγματα καλυτερεύουν, αλλά πάντα μένει κάτι που τους ξεχωρίζει από τους άλλους. Δεν μπορούν να αναμιχθούν με την ίδια ευκολία που αναμιγνύονται μετανάστες από άλλους ανεπτυγμένους λαούς, οι οποίοι συμμετέχουν στο γίγνεσθαι του σύγχρονου πολιτισμού. Οι Άγγλοι, οι Γερμανοί, αφομοιώνονται πάρα πολύ εύκολα. Οι Εβραίοι το ίδιο, λόγω μακράς παραδόσεως. Οι Έλληνες πολύ λίγο, ακόμα και τώρα.

 

Κάποτε μου είχαν ζητήσει να κάνω μια διάλεξη, να επισκεφθώ μια μικρή πόλη της Ελλάδος και να μιλήσω για κάποιο θέμα της επιλογής μου. Σκέφτηκα λοιπόν να τους μιλήσω για το «πώς ταξιδεύει ο Έλληνας στην ελληνική λογοτεχνία». Βέβαια αυτό θα απαιτούσε μακροχρόνια και πολύ κοπιαστική έρευνα. Έπρεπε να ξαναδιαβάσω απ' την αρχή ό,τι έχει γραφτεί στην ελληνική λογοτεχνία τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια, τουλάχιστον. Πρότεινα λοιπόν στο ακροατήριο να συζητήσουμε μαζί το θέμα., λέγοντας πως, κατά την άποψή μου, ο Έλληνας δεν έχει καταφέρει ακόμα να ταξιδέψει με τον τρόπο που ταξίδεψε ο Άγγλος ή ο Αμερικάνος, λες και η Γη ολόκληρη ήταν το βασίλειό του. Να πηγαίνει δηλαδή σ' ένα μπαρ οποιασδήποτε χώρας του κόσμου και να ζητάει το ποτό του και να είναι αυτονόητο ότι υπάρχει αυτό το ποτό. Είπα λοιπόν στο ακροατήριό μου ότι εξακολουθούν οι Έλληνες να ταξιδεύουν σαν μετανάστες ή σαν μικροαστοί τουρίστες, οι οποίοι ξιπάζονται από τα θαύματα που βλέπουν στις ανεπτυγμένες χώρες τις οποίες επισκέπτονται, ή ζουν εκεί σαν ψευτοκοσμοπολίτες.Είναι οι περιπτώσεις των πλουσίων, κάποιων εφοπλιστών, οι οποίοι ζουν στο εξωτερικό, έρχονται το καλοκαίρι στην Ελλάδα με τα κότερά τους, αλλά στο εξωτερικό ελάχιστοι απ' αυτούς αποτελούν οργανικά μέλη της ντόπιας κοινωνίας. Ακόμα κι αυτοί δεν ανήκουν πουθενά, χάνεται η ελληνικότητά τους.

 

Το ακροατήριο προσεβλήθη, παρανοώντας αυτό που ήθελα να πω και μου είπε: «Μα δεν έχετε διαβάσει τελευταία ότι στην Αυστραλία λόγου χάρη υπάρχουν δικηγόροι, εισαγγελείς, γιατροί, ελληνικής καταγωγής;». Και είπα: «Ναι. Όμως αυτοί δεν είναι πια Έλληνες. Είναι Αυστραλοί. Είναι γιοί μεταναστών. Εγώ μίλησα για Έλληνες και για το πώς ταξιδεύει ο Έλληνας στην ελληνική λογοτεχνία. Κι ως τώρα δεν έχουμε κανέναν που να ταξιδεύει με την άνεση που ταξιδεύει λ.χ. ένας ήρωας του Σώμερσετ Μωμ, στα νησιά του Ειρηνικού».

 

— Γι' αυτό ευθύνονται όμως οι συνθήκες που επικρατούν εδώ...

Ναι. Είμαστε μια φτωχή χώρα. Δεν κατηγορώ κανένα. Διαπιστώσεις κάνω. Αλλά πρέπει να μιλάμε γι' αυτά συνεχώς, για να τα συνειδητοποιήσουμε κάποτε, επιτέλους.

 

— Οι Έλληνες του εξωτερικού συγκροτούν κοινότητες. Έτσι δεν είναι;

Έτσι. Από ανασφάλεια. Γιατί νοιώθουν σαν ψάρι έξω απ' το νερό, όταν ξεφύγουν απ' την μήτρα της κοινότητας. Αλλά αυτό δεν είναι μόνο δικό μας προνόμιο.

 

Ναι μεν ταξιδεμένος ο Κώστας Ταχτσής, αλλά όχι φτηνός κοσμοπολίτης. Και γι' αυτό, όταν επέστρεφε από τα ταξίδια του και βρισκόταν στην Ελλάδα γνώριζε τι ήταν εκείνα που τον συγκινούσαν βαθιά και αληθινά, όλα όσα δεν μπορούσε να βρει, εν πάση περιπτώσει, στις ανεπτυγμένες κοινωνίες.

 

Σίγουρα στο έργο του, αλλά και στη ζωή εξ όσων φαίνεται, ο Ταχτσής ελκυόταν το ίδιο από το υψηλό και από το ταπεινό.
Σίγουρα στο έργο του, αλλά και στη ζωή εξ όσων φαίνεται, ο Ταχτσής ελκυόταν το ίδιο από το υψηλό και από το ταπεινό.

 

Έχει αξία να μεταφέρουμε κάποια λόγια του από την τηλεοπτική εκπομπή τής ΕΤ1 Παρασκήνιο «Τόποι και Εικόνες του Κώστα Ταχτσή» (1982) σε σκηνοθεσία Τάκη Χατζόπουλου.

 

Κάποια στιγμή βλέπουμε τον Κώστα Ταχτσή να ανοίγει τη σιδερένια πόρτα ενός σπιτιού, να περπατάει σ' έναν μακρύ διάδρομο, πριν καταλήξει σε μια σιδερένια σκάλα, που τον βγάζει, καθώς την ανεβαίνει, σ' ένα εσωτερικό μπαλκόνι. Πρόκειται για το σπίτι της οδού Μενεδήμου στον Κολωνό (πίσω από το σταθμό Πελοποννήσου), εκεί όπου μεγάλωσε ο συγγραφέας, για το οποίο (σπίτι) υπάρχει περιγραφή στο βιβλίο του Το Φοβερό Βήμα (προφανώς το κτίριο υπήρχε ακόμη την εποχή που ετοιμαζόταν η συγκεκριμένη εκπομπή). Ο Ταχτσής σταματάει, κοιτάζει γύρω του, τον βλέπουμε να ακουμπάει το κεφάλι του στο χέρι του, και αυτό στον τοίχο, και να κλαίει γοερά. Αρχίζει να αναπολεί το σπίτι που μεγάλωσε, και κάποια στιγμή μιλά για έναν φίλο του. Τον ακούμε να λέει:

 

«Πλάι ήταν μια αυλούλα με τρία-τέσσερα δωμάτια. Στο μπροστινό θυμάμαι έμενε ένα παιδί, συνομήλικός μου λίγο-πολύ, και παίζαμε τις χαλκομανίες. Μονά-ζυγά. Τις βάζαμε μέσα σ' ένα βιβλίο, στην τύχη, και μετρούσαμε ένα-δύο-τρία... τα μονά δικά του, τα ζυγά δικά μου. Μια μέρα πήρε η έξυπνη η μάνα του να μας τοποθετήσει αυτή τις χαλκομανίες και τις έβαλε όλες στα ζυγά, που είχε διαλέξει εκείνη τη φορά ο γιός της. Ένα-δύο... δύο... χαλκομανία για τον μικρό. Νίκο θαρρώ τον λέγανε, Πορτοκαλάκη πάντως. Το Πορτοκαλάκης το θυμόμουνα. Και όπως θα είδατε κι εσείς, τώρα στο κουδούνι, υπάρχει ακόμα το όνομα Πορτοκαλάκης, που σημαίνει ότι ο άνθρωπος αυτός δεν έφυγε απ' αυτό το δρόμο μισό αιώνα. Εγώ γύρισα ολόκληρο τον κόσμο, άλλαξα τόσα σπίτια, τόσες πόλεις, αυτός είναι ακόμα εδώ και από μιαν άποψη τον ζηλεύω...».

 

Το γιατί ο Ταχτσής μπορεί να ζήλευε έναν άνθρωπο που δεν το κούνησε ρούπι από το σπίτι των παιδικών του χρόνων έως και την μέση ηλικία του, μισό αιώνα αργότερα, ίσως δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Σίγουρα στο έργο του, αλλά και στη ζωή εξ όσων φαίνεται, ο Ταχτσής ελκυόταν το ίδιο από το υψηλό και από το ταπεινό.

 

Στο αυτοβιογραφικό Το Φοβερό Βήμα [Εξάντας, 1989] ο Κώστας Ταχτσής έχει ακόμη μία ωραία αφήγηση σε σχέση με το θέμα μας. Το κοντράστ ανάμεσα στις προχωρημένες κοινωνίες του εξωτερικού, με τις αγνώριστες συμπεριφορές των ανθρώπων και στην ταπεινότητα και την αλήθεια της επικοινωνίας, που μπορεί να αναπτύσσεται, την ίδια εποχή, στην καθυστερημένη Ελλάδα, κάτω από τις πιο δύσκολες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Είμαστε στο 1971...

 

Τι ανάμικτα αισθήματα κάθε φορά που φεύγει κανείς απ' την Ελλάδα! Σα φυτό, που ξεριζώνεται με τα ίδια του τα χέρια και περιφέρεται γεμάτο αγωνία ώσπου να βρει μια κατάλληλη γωνίτσα στην ξένη γη, να χωθεί μέσα, χωρίς ελπίδα ή διάθεση να ριζώσει, απλώς για να διατηρηθεί ζωντανό με μοναδικό σχεδόν σκοπό να γυρίσει πίσω στο δικό του χώμα. Μα εδώ στο Μιλάνο δεν υπάρχουν, που να πάρει ο διάβολος, ούτε καν τέτοιες γωνίτσες με λίγο χώμα, όλα είναι πλακοστρωμένα, κάθε κομματάκι γης ασφυκτικά φυτεμένο, πρέπει, για να επιβιώσεις, να χωθείς μέσα σε κάποιο ανθοδοχείο – ας πούμε στη γκαλερί του φίλου μου, στο παλάτσο της οδού Μαντσόνι, που 'ναι γεμάτη τεχνητά λουλούδια: Μάτα, Μαν Ρέι, Φοντάνα, Φινόκι.

 

Κι αυτές οι καταραμένες οι αντιφάσεις που σε μπερδεύουν και σε διχάζουν! Στην Ελλάδα του ΕΑΤ/ΕΣΑ μπορείς να περπατήσεις άφοβα τις νύχτες, να κάνεις έρωτα κάτω απ' τον έναστρο ουρανό μ' αγόρια-αγριολούλουδα, χωρίς ποτέ κανείς να σε ληστέψει ή να σε μαχαιρώσει. Ένα βλέμμα, και καταλαβαίνουν αμέσως τι θέλεις. Εδώ, αν ατενίσεις κάποιον λίγο παραπάνω, σε κοιτάζει μ' απορία, με καχυποψία ή και φόβο. Εδώ, όλα είναι κλειδαμπαρωμένα, με διπλά λουκέτα και με περίπλοκα συστήματα ασφαλείας.

 

Θυμάμαι το πρόσφατο επεισόδιο στο Κουκάκι. Έρημος, μισοφωτισμένος δρόμος, και ξάφνου βλέπω να 'ρχεται προς το μέρος μου σαν ήλιος ένας νέος απ' αυτούς για τους οποίους το επίθετο ωραίος μοιάζει φτωχό. Η απόσταση ανάμεσά μας μικραίνει μ' ενοχλητική ταχύτητα. Καρφώνω τα μάτια μου πάνω του, αλλά αυτός κοιτάζει ίσια μπροστά σα να μην υπάρχω. Τώρα απέχουμε μόλις δυο-τρία βήματα. Κι όπως ο συχωρεμένος ο Γριμάνης, που λένε ότι ρώτησε ένα ναύτη στην πλατεία Κλαυθμώνος τι ώρα είναι, κι ο ναύτης του απάντησε «μόλις έχυσα», έτσι κι εγώ προλαβαίνω και ρωτάω με πνιχτή φωνή την ώρα, αλλά αυτός δεν καταδέχεται ούτε να με ειρωνευτεί, με προσπερνάει κοιτάζοντας πάντα μπροστά του, γυρίζω σαν ηλιοτρόπιο το κεφάλι μου και βλέπω ότι κάποιος άλλος ερχόταν τόσην ώρα προς το μέρος μου χωρίς να τον έχω αντιληφθεί, κάποιος άλλος το ίδιο νέος και ωραίος, με πλησιάζει και μου λέει: «Δέκα παρά τέταρτο». Τον κοιτάζω σα χαζός. Λέω: «Τι;». Μου λέει: «Την ώρα δεν ζήτησες;». Λέω: «Την ώρα ρώτησα, μα εννοούσα κάτι άλλο». Και μου λέει: «Καλά, δε μπορούμε να σου πούμε εμείς την ώρα;».

 

Πού τέτοια πράματα εδώ στο Μιλάνο; Και δίχως τέτοια πράματα, τι ζωή να κάνεις; Μα τι ζωή να κάνεις και στην Ελλάδα με τον Παπαδόπουλο και τον Λαδά και τον Ιωαννίδη; Τέλος πάντων. Προσωρινά τους το 'σκασα. Και σε λίγες μέρες θα βρίσκομαι ακόμα πιο μακριά...