Ίντερνετ, ουσίες και μοναξιά: πώς στο καλό να γράψεις σήμερα μια ιστορία;

Ίντερνετ, ουσίες και μοναξιά: πώς στο καλό να γράψεις σήμερα μια ιστορία; Facebook Twitter
Γκρεγκ Τζάκσον και Σπύρος Γιανναράς
1

Σπιντ, κόκα, παραισθησιογόνα, σερφάρισμα στο Ίντερνετ, άσκοπες περιπλανήσεις, βιαστικά ζευγαρώματα, απελπισμένες σκέψεις. Το σήμερα. Πώς, λοιπόν, γράφει κανείς όταν όλα γίνονται πληροφορία, πώς ακριβώς αντέχει η λογοτεχνία τόσο θόρυβο;


Ερωτήματα που αυτόματα προκύπτουν μετά την ανάγνωση της συλλογής του πρωτοεμφανιζόμενου Αμερικανού Γκρεγκ Τζάκσον «Άσωτοι» που συστήνουν στο ελληνικό κοινό οι εκδόσεις Αντίποδες, με τη μετάφραση του επίσης δικού τους συγγραφέα Παναγιώτη Κεχαγιά, καθώς οι ιστορίες εδώ δεν καταγράφονται ως αφηγήσεις αλλά ως ένα παράδοξο, ανάποδο κάλεσμα σε έναν τρομακτικά οικείο τόπο, γεμάτο λευκό θόρυβο και μοναξιά.


Οι πρωταγωνιστές του Τζάκσον δεν είναι τυχαία χαμένοι, ανίκανοι να ανταποκριθούν στην εικόνα που έχουν για εκείνους οι υπόλοιποι: αποτυχημένοι μέσα στην επιτυχία τους, τραγικές φιγούρες που κρατιούνται με δυσκολία σε μια ψεύτικα στημένη σκηνή, παρασυρμένοι θαρρείς από μια φρενήρη κίνηση που όσο πιο φρενήρης είναι, τόσο πιο αφανισμένο είναι το πνεύμα.

Ψυχοπαθολογικά, σχεδόν μετεωρικά μοτίβα που άλλοτε φέρνουν στον νου τους παραληρηματικούς κόσμους του Φόστερ Γουάλας και άλλοτε θυμίζουν σκηνές από Μπόρχες όπου έχουν εισβάλει ήρωες του Σαίξπηρ − δεν είναι τυχαίες οι διαρκείς αναφορές στο βιβλίο σε σκηνές από σαιξπηρικές τραγωδίες.


Κανείς δεν προλαβαίνει να δει ή να σκεφτεί τα δεδομένα και όλοι εμπλέκονται σε παράδοξες σχέσεις που απλώς επιβεβαιώνουν την άβυσσο της μοναξιάς: άλλος προσπαθεί να καταλάβει έναν πρώην διάσημο παίχτη τένις που ο ίδιος δεν ξέρει ότι υπάρχει, μια διαζευγμένη δικηγόρος βρίσκει στο πρώην εξοχικό της ένα νεαρό κορίτσι, ένας κινηματογραφιστής επιχειρεί ένα παράξενο road trip με την παρ' ολίγον γυναίκα της ζωής του και κατά κάποιον τρόπο ψυχοθεραπεύτριά του.

Ίντερνετ, ουσίες και μοναξιά: πώς στο καλό να γράψεις σήμερα μια ιστορία; Facebook Twitter
Ο 34χρονος Τζάκσον δημιουργεί ατμόσφαιρες, δυναμιτίζει τις παραδεδομένες νόρμες, αναρωτιέται διαρκώς τι στο καλό μπορεί να κάνει αυτός ως αφηγητής σε έναν τόσο μεστό σε πληροφορίες και αφηγήσεις κόσμο.

Ψυχοπαθολογικά, σχεδόν μετεωρικά μοτίβα που άλλοτε φέρνουν στον νου τους παραληρηματικούς κόσμους του Φόστερ Γουάλας και άλλοτε θυμίζουν σκηνές από Μπόρχες όπου έχουν εισβάλει ήρωες του Σαίξπηρ − δεν είναι τυχαίες οι διαρκείς αναφορές στο βιβλίο σε σκηνές από σαιξπηρικές τραγωδίες. Άλλωστε, όλοι οι πρωταγωνιστές νιώθουν τα όνειρά τους να βγαίνουν όλα πλάνες και τις ψευδαισθήσεις τους να ανακατεύονται ονειρικά και ενίοτε εντελώς ρεαλιστικά με τους πιο παράξενους εφιάλτες.


Πάντως, ακόμα και αν η αφήγηση μοιάζει να είναι καλειδοσκοπική και φρενήρης, δίνει το στίγμα ενός συγγραφέα που ξέρει ότι παίζει σε οικείο τερέν, αυτό της τεράστιας αμερικανικής no man's land που ξέβρασε την κόλαση και τον παράδεισο, άφησε ελεύθερους δαίμονες και αγγέλους και προσπάθησε να ξεγελάσει τις νέες γενιές με παραισθήσεις, κλέβοντάς τους τα πιο ουσιαστικά όνειρα.


Σε αυτές ακριβώς τις στιγμές που ο Τζάκσον μπαίνει στον κόσμο των ηρώων του γίνεται ανελέητα πρωτότυπος, σε άλλες που βγαίνει απέξω ως παρατηρητής και προσπαθεί να σατιρίσει το κλίμα της γενιάς του φαίνεται κάπως υπερβολικός, ειδικά στις ναρκισσιστικές παρατηρήσεις. Ενδεχομένως το χιούμορ του ανά στιγμές να ευθυγραμμίζεται με την ανοίκεια πλάκα μιας αδιέξοδης γενιάς.


Το «Βάγκνερ στην έρημο» δεν ξεφεύγει έτσι εύκολα από την ειρωνεία και τον κυνισμό, σε αντίθεση με το εσωτερικά ακριβές «Επιθαλάμιον», τις «Δυναμικές στη θύελλα» και τις «Αδελφές του Τάννερ», προφανής αναφορά και με εσωτερικό νόημα στον Ελβετό μυθιστοριογράφο Ρόμπερτ Βάλζερ.


Ο 34χρονος Τζάκσον δημιουργεί ατμόσφαιρες, δυναμιτίζει τις παραδεδομένες νόρμες, αναρωτιέται διαρκώς τι στο καλό μπορεί να κάνει αυτός ως αφηγητής σε έναν τόσο μεστό σε πληροφορίες και αφηγήσεις κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Αμερικανοί κριτικοί τον λάτρεψαν γι' αυτήν του τη συνταρακτική ειλικρίνεια.

Έτσι, είναι ακριβείς οι περιγραφές του στις πιο κατατονικές στιγμές των πρωταγωνιστών, όπως η σπαρακτική στιγμή όπου η μοναχική δικηγόρος Χάρα ξεστήνει κάθε φορά το παζλ που φτιάχνει με τη νεαρή της φίλη Λύρικ, προκειμένου να κρατήσει ζωντανή τη συνεύρεσή τους. Απίστευτη και η απόδοση από τον Τζάκσον ενός τατουάζ, αντίστοιχη με αυτήν ενός επιβλητικού τοπίου που κόβει την ανάσα.

Όσο για τη θεματική των ιστοριών, μπορεί να είναι ετερόκλητη, αλλά συνδέεται με έναν αόρατο μίτο που ενώνει όλα τα διηγήματα, αυτόν της απόγνωσης, της μόνιμης εσωτερικής αναζήτησης, της εκκρεμότητας ενός μέλλοντος που αργεί να έρθει:

«Την εποχή πριν παραιτηθώ από τις καλλιτεχνικές μου φιλοδοξίες υπήρξαν, νομίζω, στιγμές που κρυφοκοίταξα πέρα από τις παρωπίδες και αυτό που είδα ήταν η γκρίζα απεραντοσύνη της θάλασσας του Βορρά, αυτό το κενό από κασσίτερο που το αυλακώνει ο άνεμος και ο ήλιος.


Δεν μπορούσα να δω πουθενά μια σημαδούρα που να λέει πόσο βαθιά είναι τα νερά. Καμία ακτή για να συρθώ πάνω της. Πολύ απλά δεν μπορούσα πια να παραιτηθώ από τη ζωή μου, από την κεντρική μου θέση σε αυτήν, ούτε από την προνομιακή θέση που έδινα στην απομονωμένη γλώσσα με την οποία επινοούμε τον εαυτό μας, τις ατελείωτες ιστορίες που, παρότι καθεμιά αποκλίνει μόνο μία μοίρα από τον γεωγραφικό Βορρά, αν τις βάλεις τη μία μετά την άλλη, το αποτέλεσμα θα είναι ένας κόσμος γυρισμένος ανάποδα.
Μου φαινόταν ότι η μόνη μου επιλογή ήταν ανάμεσα στη συνενοχή αυτής της απεριόριστης, ασήμαντης ψευδορκίας και σ' εκείνη την ειλικρίνεια που καταλήγει να αναιρεί τον εαυτό της» ομολογεί χαρακτηριστικά ένας του ήρωας.

Αλλά και πάλι, ο Τζάκσον δεν θέλει να χαρακτηριστεί υπαρξιακός συγγραφέας: «Αν ήταν να αισθάνομαι δέος όλη την ώρα, μάλλον θα πήγαινα στη θεολογική αντί να παίζω τένις» γράφει με τη δέουσα ειρωνεία.

Ίντερνετ, ουσίες και μοναξιά: πώς στο καλό να γράψεις σήμερα μια ιστορία; Facebook Twitter
Όσο παράδοξο και αν ακούγεται, στη γραφή του ο Γιανναράς αποκαθιστά τη χαμένη φήμη των επιθέτων και επανεφευρίσκει τη χαρά των συνηχήσεων και τον όμορφο στροβιλισμό του ρυθμού, χωρίς ωστόσο να υποκύπτει στον εξωραϊσμό.

Όταν ακούγεται ένα δυνατό ελληνικό κομμάτι, με έντονο και εξακολουθητικό ρυθμό, η αίθουσα πάντα ηλεκτρίζεται: όλοι σηκώνονται από τα καθίσματα ή απλώς κουνιούνται σε αυτά, βάζουν στην άκρη τα δεδομένα, τρελαίνουν όλες τις δυτικές εξηγήσεις για το πώς μπορούν να γιορτάσουν πραγματικά οι άνθρωποι.

Με έναν αντίστοιχα πρωτότυπο ελληνικό τρόπο σέρνει συγγραφικά τον ρυθμό του χορού ο Σπύρος Γιανναράς, κάνοντάς μας να δούμε διαφορετικά το ελληνικό σύμπαν: να ξαναδούμε την πωλήτρια που φοράει τη γιορτινή στέκα αυτές τις μέρες στο σούπερ-μάρκετ, το ζευγάρι των ηλικιωμένων που περνάει από δίπλα μας, την άστεγη με τις άπειρες σακούλες που τελικά αποδεικνύεται δεινή μεταφράστρια.

Η συγγραφική τέχνη συνίσταται, άλλωστε, στο να κάνεις όλη τη διαδρομή, να πας ίσαμε κει που δεν παίρνει άλλο και να πεις πως τη «μέρα που θα σηκωνόμουν να χορέψω», όπως είναι και ο τίτλος της νέας συλλογής διηγημάτων του Σπύρου Γιανναρά, μπορούν να γίνουν όλα.


Καταρχάς, μπορείς να χρησιμοποιήσεις τους αφανείς πρωταγωνιστές της χώρας σου, όπως αντίστοιχα κάνει ο Τζάκσον με τα πρώτα υλικά της αμερικανικής ενδοχώρας: τον χεβιμεταλά φοιτητή που έτυχε να φιλοξενείται σε έναν πύργο στην Ουαλία ή την άνεργη μεταφράστρια που μετατρέπεται από εξαθλιωμένος πλάνητας σε πραγματικό ήρωα της πόλης, σε έναν νέο Μίσκιν, κάπου στο τέλος του βιβλίου.

Το πιο ανθρώπινο και τρυφερό στοιχείο των ιστοριών έγκειται, εν προκειμένω, στην αμφιθυμία και αντιφατικότητα των ηρώων, σε έναν ρεαλισμό του παραλόγου, ενδεχομένως και ένα εμφανές αποτύπωμα που άφησε ο μεταφρασμένος από τον ίδιο τον συγγραφέα Μισέλ Ουελμπέκ.

Σάμπως όλοι να κατοικούν σε έναν παράδοξο τόπο, σε ένα φανταστικό κουρείο, όπου κουρεύονται «Νεκροί και Κίονες», όπως γράφει η ταμπέλα από το διήγημα «Ξύρισμα», και ο πελάτης προσποιείται, προς στιγμήν, τον πεθαμένο για να πετύχει το ξύρισμα, αφού ο κουρέας επιδίδεται μονάχα στη φροντίδα νεκρών και άρα πρόσκαιρα φιλοξενούμενων στην κάσα.


Αλλά λίγη σημασία έχει ποιος είναι ο νεκρός και ποιος ο πεθαμένος «στο απέραντο ξενοδοχείο που έγινε ο κόσμος» του Σεφέρη ή στο νεοπλουτίστικο κατασκεύασμα που ξεπροβάλλει πάνω από τα αγέρωχα ελληνικά τοπία του Σπύρου Γιανναρά:

«Η υγρή ζέστη ήταν ορατή στο βλέμμα, περιορίζοντάς το: μια γαλακτερή θολούρα απλωνόταν από άκρη σε άκρη, μετατρέποντας το τοπίο σε ιμπρεσιονιστικό πίνακα. Η ακρογιαλιά σχημάτιζε ένα ανοιχτό πέταλο που απ' τα αριστερά, κοιτάζοντας το νερό, οριζόταν από έναν μεγάλο τσιμεντένιο μόλο όπου έδεναν τα λιγοστά καΐκια και οι βάρκες του χωριού: έναν λιμενοβραχίονα, όπως τον ονόμασαν οι ποιητές, καθώς έκανε γωνία στον αγκώνα σαν ανθρώπινο χέρι.


Από δεξιά οριζόταν από έναν άλλο βραχίονα, φυσικό: μια λεπτή χρυσαφένια παρεκβολή της άμμου στη θάλασσα, μια χερσόνησο σε μικρογραφία, μια αμμουδερή γλώσσα που πνιγόταν στο νερό στην προσπάθειά της να ενωθεί με τη βραχώδη προέκταση του αντικρινού νησιδίου» είναι το πανέμορφο τοπίο που ορίζει το «Διαπόρι» και την ελληνική διάρκεια.

Η ανακάλυψη του συγγραφέα συνίσταται, επομένως, σε αυτή την επισήμανση, μέσω των ευσύνοπτων, τις περισσότερες φορές, ιστοριών που μοιάζουν με εικαστικές λεπτομέρειες στη νεοελληνική Γκερνίκα, και άρα μιας ομορφιάς που αναδύεται μέσα από την πιο σκληρή καθημερινότητα.


Η ιλαροτραγική ένταση που ποτίζει όλες τις ιστορίες, οι οποίες βγάζουν ταυτόχρονα γέλιο και πόνο, αποτελείται από αυτήν ακριβώς την ακροβασία του διονυσιακού και του απολλώνειου, του ανείπωτου πόνου και της οργιαστικής χαράς. Μπουφόνικες παρεκτροπές, μισανθρωπικές εξάρσεις, ειρωνικά ενσταντανέ σε αντιδιαστολή με τις πιο καίριες υπαρξιακές επισημάνσεις ορίζουν το αφηγηματικό σύμπαν του Γιανναρά, όπως η τρομερή σκηνή με τον μάτσο, ξενοφοβικό ήρωα από την «Πισίνα», ο οποίος καταλήγει να απολαμβάνει συνωμοτικά το τσιγάρο του παρέα με τον Αλβανό που είχε για τα θελήματα:

«Με μερικές τέτοιες αργόπιοτες Άμστελ περνούσαν κάτι μελαγχολικά απόβραδα με τον Φρέντυ, στις ίδιες πράσινες καρέκλες, παρατηρώντας αμίλητοι μέσα στο σκοτάδι τις καύτρες των τσιγάρων τους να κοκκινίζουν σε κάθε ρουφηξιά».

Το πιο ανθρώπινο και τρυφερό στοιχείο των ιστοριών έγκειται, εν προκειμένω, στην αμφιθυμία και αντιφατικότητα των ηρώων, σε έναν ρεαλισμό του παραλόγου, ενδεχομένως και ένα εμφανές αποτύπωμα που άφησε ο μεταφρασμένος από τον ίδιο τον συγγραφέα Μισέλ Ουελμπέκ.


Κατά τα άλλα, είναι προφανείς οι επιδράσεις κεντρικών Ελλήνων διηγηματογράφων, από τον Παπαδιαμάντη έως τον Σκαμπαρδώνη, οι οποίοι διαπερνούν τον κεντρικό αφηγηματικό ιστό, χωρίς όμως ευτυχώς να επιτρέπουν τη λοξοδρόμηση προς τον μονόδρομο της ηθογραφίας. Όσο παράδοξο και αν ακούγεται, στη γραφή του ο Γιανναράς αποκαθιστά τη χαμένη φήμη των επιθέτων και επανεφευρίσκει τη χαρά των συνηχήσεων και τον όμορφο στροβιλισμό του ρυθμού, χωρίς ωστόσο να υποκύπτει στον εξωραϊσμό.


Γιατί δεν θα έπρεπε να ξεχνάμε τα υλικά που μας έπλασαν με μέτρο και με τόλμη, όπως προστάζει και ένας έντονος χορός που εμείς ξέρουμε με αυτό τον τρόπο να χορεύουμε μια κάποια αξέχαστη μέρα.

Βιβλίο
1

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Υπάρχει η Αθήνα που αγαπάμε ή είναι μόνο για τουρίστες;

Βιβλίο / Υπάρχει η Αθήνα που αγαπάμε ή είναι μόνο για τουρίστες;

Ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο ΕΚΠΑ, Δημήτρης Πλάντζος, μιλά για το βιβλίο του «Συνέβη στην Αθήνα», που φέρνει στο φως άγνωστες πλευρές της πόλης και καταγράφει τις αλλαγές στις γειτονιές, που γίνονται όλο και πιο ξένες στους ίδιους τους κατοίκους τους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Η (διαρκώς) απρόβλεπτη ζωή και έργο της Αν Κάρσον

Βιβλίο / Αν Κάρσον: «Οι άνθρωποι που αγαπάμε, ποτέ δεν είναι όπως τους επιθυμούμε»

Η Καναδή συγγραφέας, που τιμήθηκε με το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας, άλλαξε τον χάρτη των παγκόσμιων γραμμάτων με την ξεχωριστή γραφή της. Κινήθηκε με απαράμιλλη άνεση ανάμεσα στην ποίηση, το δοκίμιο και το λιμπρέτο, πλάθοντας ένα προσωπικό λογοτεχνικό σύμπαν, όπου η ειρωνεία συνυπάρχει με την ομορφιά και το προσωπικό πένθος συνομιλεί με την οδύνη των κλασικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Βιβλίο / Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Στην «Εκλεκτή των θεών», η πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας εμπνέεται από τον βίαιο εκχριστιανισμό της Ευρώπης, και γράφει ένα πρωτότυπο, σκωπτικό και συγκινητικό μυθιστόρημα για την εξουσία και την εμμονή που οδηγεί στο ιδεολογικό μίσος.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Βιβλίο / Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Τρίτης Ηλικίας, η ψυχίατρος-αναλύτρια και συγγραφέας εξηγεί τι είναι το νέο γήρας και πώς μπορούν οι ηλικιωμένοι σήμερα να καταρρίψουν τα στερεότυπα, να εξέλθουν από την κοινωνική απομόνωση και να διεκδικήσουν όλα όσα επιθυμούν και τους αξίζουν. 
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
Γιώργος Χωματηνός: «Οι Βρίκελοι είμαστε εμείς, οι ζωντανόνεκροι της ιστορίας»

Βιβλίο / Ο Γιώργος Χωματηνός έγραψε ένα βιβλίο για τους βρικόλακες της ιστορίας: εμάς

Οι «Βρίκελοι» είναι ένα μυθιστόρημα-επίτευγμα, όπου, με συναρπαστική γλώσσα και μοναδικό ρυθμό, συναντιούνται το δημοτικό τραγούδι, η αρχαία τραγωδία, η λαϊκή και λόγια παράδοση, σε ένα έργο που μιλά για μια κοινωνία που έχει χάσει την αίσθηση του συνανήκειν.
M. HULOT
Βερένα Κέσλερ: «Υπάρχουν πράγματι πολλά κοινά μεταξύ της κουλτούρας των ναρκωτικών και αυτής των αναβολικών και των λογής συμπληρωμάτων διατροφής»

Βιβλίο / Βερένα Κέσλερ: «Όσο πιο πολλά “άψογα” σώματα βλέπεις, τόσο νιώθεις ότι το δικό σου υστερεί»

Η Γερμανίδα συγγραφέας που γνώρισε μεγάλη επιτυχία με το «Γυμναστήριο», ένα μυθιστόρημα-θρίλερ για την εμμονή με την αυτοβελτίωση και την κουλτούρα της γυμναστικής, μιλά στη LiFO. 
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Βιβλίο / Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Ο κορυφαίος Κουβανός συγγραφέας μάς ξεναγεί στην πόλη που αγάπησε βαθιά και αρνήθηκε να εγκαταλείψει. Στη συναρπαστική «Αβάνα» του, τη δείχνει τραυματισμένη αλλά και ακατάλυτη, να αντιστέκεται πεισματικά στη λήθη.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Γεωργία Παπαγεωργίου, επιμελήτρια κειμένων

Οι Αθηναίοι / Γεωργία Παπαγεωργίου: «Δεν υπάρχει βιβλίο χωρίς λάθος»

Από τα παιδικά χρόνια στο Παγκράτι και τη Φιλοσοφική μέχρι τη γνωριμία με τον Φίλιππο Βλάχο και τη δημιουργία του εκδοτικού «Κείμενα», η ακαταπόνητη επιμελήτρια βιβλίων μιλά για την τέχνη της διόρθωσης, την ενασχόληση με την τυπογραφία, τις προσωπικότητες που συνάντησε και την ελπίδα που βλέπει σήμερα.
M. HULOT
Τι θα κάνατε αν βρίσκατε 350.000 ευρώ;

Το πίσω ράφι / Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης ρωτά: Τι κάνεις αν βρεις 350.000 ευρώ;

Στο μυθιστόρημά του «Η πόλη και η σιωπή», ο διακεκριμένος συγγραφέας αφηγείται την ιστορία ενός σκληρά δοκιμαζόμενου ανθρώπου που παλεύει να διαφυλάξει την ακεραιότητά του, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, στα τέλη της δεκαετίας του 2000.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026)

Guest Editors / Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026): Η γυναίκα που μελέτησε πώς πενθούν οι Έλληνες

Καθηγήτρια επί δύο δεκαετίες στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, προτού διαδεχθεί τον Γιώργο Σαββίδη στην Έδρα Σεφέρη του Χάρβαρντ, η επιδραστική ερευνήτρια της ελληνικής γραμματείας έφυγε πριν από λίγες ημέρες από τη ζωή, αφήνοντας μια σπουδαία παρακαταθήκη.
ΚΙΜΩΝ ΒΕΛΙΤΖΑΝΙΔΗΣ