Ποιο φαγητό φέρνει δάκρυα στα μάτια της Γιούλης Επτακοίλη;

Ποιο φαγητό φέρνει δάκρυα στα μάτια της Γιούλης Επτακοίλη; Facebook Twitter
Στο πλαίσιο των μαγειρικών της πειραματισμών, η μαμά είχε ανακαλύψει ένα πιάτο που δεν έλειπε ποτέ από τα γιορτινά τραπέζια: συκωτάκια με κόκκινη σάλτσα.
0

Ακολουθεί κοινοτοπία: H μαμά μου μαγείρευε υπέροχα. Πάντως, είναι αλήθεια. Ό,τι έφτιαχνε, από ένα απλό γιαχνί μέχρι πιο πολύπλοκα πιάτα, ξεχείλιζε νοστιμιά. Μη φανταστείτε γκουρμεδιές, ήταν η εποχή που στο εικονοστάσι του σπιτιού, πλάι στα στέφανα και τις εικόνες, θα μπορούσε άνετα να βρίσκεται η μαγειρική της Χρύσας Παραδείση, ενώ η κουζινομηχανή Kenwood, που μόλις είχε μπει στο σπίτι, ήταν κάτι σαν τοτέμ. Θυμάμαι, την πρώτη φορά που οι γονείς μου την έβαλαν σε λειτουργία είχε μαζευτεί όλη η οικογένεια γύρω από το τραπέζι της κουζίνας και αμίλητοι παρακολουθούσαμε το... θαύμα.

Όταν της έλεγα ότι δεν έχω φάει τίποτα πιο νόστιμο, ήταν σαν να της χάριζα τον κόσμο. Τέτοια τρέλα είχε με τη μαγειρική.


Τότε, λοιπόν, στο πλαίσιο των μαγειρικών της πειραματισμών, η μαμά είχε ανακαλύψει ένα πιάτο που δεν έλειπε ποτέ από τα γιορτινά τραπέζια: συκωτάκια με κόκκινη σάλτσα. Θυμάμαι βήμα-βήμα πώς τα έφτιαχνε. Το μοσχαρίσιο συκώτι έμπαινε στο γάλα για να φύγουν οι βαριές μυρωδιές και να μαλακώσει. Μετά το έκοβε σε κύβους και το τσιγάριζε. Το έβγαζε από την κατσαρόλα για να τσιγαρίσει το κρεμμύδι μαζί με λίγο πελτέ ντομάτας. Έσβηνε με κρασί και έριχνε τη φρεσκοτριμμένη ντομάτα, πάντα χωρίς σπόρια και φλούδα και πάντα με μια τζούρα ζάχαρη. Άφηνε να πάρει λίγες βράσεις, έβαζε ξανά μέσα τα συκωτάκια, αλάτι-πιπέρι και προς το τέλος πασπάλιζε με λίγο μαϊντανό.


Δεν θυμάμαι μόνο πώς τα έφτιαχνε, θυμάμαι και το βλέμμα που μου έριχνε όταν πήγαινα να δοκιμάσω απ' την κατσαρόλα. «Δεν θα μείνει τίποτα για τους καλεσμένους» μουρμούριζε, αλλά με μια ικανοποίηση στο πρόσωπο. Όταν της έλεγα ότι δεν έχω φάει τίποτα πιο νόστιμο, ήταν σαν να της χάριζα τον κόσμο. Τέτοια τρέλα είχε με τη μαγειρική.


Ναι, λοιπόν, αυτή η γεύση που θυμάμαι, τα ζουμερά συκωτάκια, η σάλτσα ντομάτας, γλυκιά και τόσο δα ξινούτσικη, το βουτυράτο πιλάφι που τα συνόδευε, η μαμά στην κουζίνα να κάνει δέκα δουλειές ταυτόχρονα, το άσπρο, κεντητό στο χέρι τραπεζομάντιλο, που ήταν από νωρίς στρωμένο για να υποδεχτεί τους καλεσμένους, όλα αυτά μαζί... φέρνουν δάκρυα.


Άλλωστε, ποτέ δεν ήταν μόνο το φαγητό!

Γεύση
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Δουλεύοντας στον μεθυστικό κόσμο του κρασιού

Το κρασί με απλά λόγια / Πώς είναι να δουλεύεις στο χώρο του κρασιού

Σ’ αυτό το επεισόδιο του πόντκαστ «Το κρασί με απλά λόγια» ρίχνουμε φως στις επαγγελματικές ευκαιρίες που κρύβει ο χώρος του κρασιού. Και τι καλύτερο από το να μιλήσουν άνθρωποι που ζουν καθημερινά σ’ αυτό το σύνθετο οικοσύστημα;
ΥΡΩ ΚΟΛΙΑΚΟΥΔΑΚΗ | ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ
Χρύσανθος Πανάς

Γεύση / Χρύσανθος Πανάς: «Η διασκέδαση χωρίς γεύση, χωρίς αισθητική, χωρίς καλό φαγητό δεν έχει νόημα»

Ο άνθρωπος που επέμενε να μιλά για «αθηναϊκή Ριβιέρα» όταν η ιδέα ακουγόταν ουτοπική επιστρέφει τώρα στις ρίζες της οικογένειάς του μέσα από τη «Ζαΐρα», ένα βιβλίο για τη μνήμη, την απώλεια και την ανάγκη να αφήσεις πίσω σου κάτι που να αντέχει στον χρόνο.
ΤΖΟΥΛΗ ΑΓΟΡΑΚΗ
«Το κρασί έχει μέσα του και επιστήμη, αλλά το μεγάλο κρασί ανήκει στην τέχνη»

Το κρασί με απλά λόγια / Ο Πάρις Σιγάλας δεν μιλά μόνο για κρασί.

Ο Πάρις Σιγάλας δεν μιλά μόνο για κρασί. Μιλά για τη Σαντορίνη, τη μνήμη, τα μαθηματικά, την τέχνη και τον χρόνο. Είναι ένας από τους ανθρώπους που άλλαξαν για πάντα την ιστορία του ελληνικού κρασιού. Η Υρώ Κολιακουδάκη και ο Παναγιώτης Ορφανίδης τον συναντούν και ακούνε τη συναρπαστική διαδρομή ενός Πειραιώτη μαθηματικού που ερωτεύτηκε ξανά τον τόπο του μέσα από το αμπέλι.
ΥΡΩ ΚΟΛΙΑΚΟΥΔΑΚΗ | ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ
78’ με τον Ματίγια Μπάμπιτς, τον ιδρυτή του TasteAtlas

Γεύση / «Μην εμπιστεύεστε καμία λίστα απόλυτα»: Ο κύριος TasteAtlas μιλά στη LifO

Σε μια αποκλειστική συνέντευξη, ο ιδρυτής του TasteAtlas, Ματίγια Μπάμπιτς, μιλά για τη δημιουργία και τη λειτουργία μιας από τις πιο επιδραστικές παγκόσμιες πλατφόρμες γαστρονομικής χαρτογράφησης και εξηγεί γιατί το φαγητό είναι για εκείνον, πάνω απ’ όλα, μια μορφή μνήμης και πολιτισμού.
M. HULOT