«Είναι ακόμα ανοιχτό αυτό το μαγαζί;» Πόσες φορές έχετε κάνει αυτή την ερώτηση για ένα μέρος που έχετε καιρό να επισκεφθείτε; Προσωπικά, με πιάνω να την κάνω συχνά. Μάλλον γιατί επικρατεί η δικαιολογημένη ανασφάλεια ότι στις πόλεις μας δύσκολα θα βρεις κάτι εκεί που το άφησες πριν από μερικά χρόνια, πως τα στέκια δεν υφίστανται ακριβώς και σπάνια αλλάζουν γενιές. Και αν κάποιο τα καταφέρει να μετρήσει μερικές δεκαετίες ζωής και να στέκεται ακόμα ακμαίο, τότε σίγουρα είναι είδηση – και η παρουσία του έχει κάτι το συγκινητικό.
Τέλος του ’84, αρχές του ’85, όταν ακόμα υπήρχαν μια-δυο ταβέρνες, ένα παραδοσιακό καφενείο που έβγαζε καλιτσούνια με τον καφέ και δυο μπαρ για Αμερικανούς, εμφανίζεται στο γραφικό λιμάνι των Χανίων ένα μαγαζί αλλιώτικο. Η Μαρία Τσώνου δεν είναι ντόπια, είναι μια Θεσσαλονικιά που βρέθηκε εκεί «τυχαία» πριν από 40 χρόνια. «Ο πρώτος μου σύζυγος, ο Νίκος, ήταν τοπογράφος και είχε δουλειές εδώ. Ήρθαμε για δύο χρόνια, υποτίθεται, και πίστευα πως πράγματι δεν θα μείνουμε για τόσο πολύ τόσο μακριά − είμαι και μοναχοπαίδι, βλέπεις. Κάνοντας μια βόλτα στο λιμάνι, καταλάβαινες πολύ γρήγορα ότι δεν υπήρχαν πολλά μέρη για να βγει κανείς. Και καθώς εμείς είχαμε παραστάσεις και είχε ανοίξει το μυαλό μας, σκεφτήκαμε ότι θα μπορούσαμε να φτιάξουμε μια τσαγερί». Και αυτό έκαναν.
Μπορεί να ακούγεται κλισέ, όμως, αν κάτι κράτησε τα Δυο Λουξ ζωντανά όλα αυτά τα χρόνια είναι ο χαρακτήρας τους – το γεγονός ότι είχαν. Και αυτόν τον αποκτά ένα μέρος μόνο όταν οι δημιουργοί του έχουν ως γνώμονα ό,τι πραγματικά ευχαριστεί τους ίδιους, το κάνουν και παρασέρνουν και άλλους μαζί τους σε αυτό.
Δεν είχαν τα απαραίτητα χρήματα προκειμένου να πιάσουν μαγαζί πάνω στη θάλασσα, κι έτσι βρέθηκαν να λειτουργούν σε ένα ήσυχο και αδειανό από μαγαζιά στενό του λιμανιού, στη Σαρπηδόνος, που τώρα πια μπορεί να είναι πεζοδρομημένο και πολυσύχναστο, όμως τότε ήταν απλά στρωμένο με χώμα. «Έφερα τα δικά μου σερβίτσια από το σπίτι, ένα ροζ και ένα μοβ τσαγιερό, έφτιαχνα μόνη μου τα γλυκά, ένα σουφλέ σοκολάτας και κυδώνια με σαντιγί. Είχαμε επιλέξει διάφορες γεύσεις τσαγιού και οι Χανιώτες αναρωτιόντουσαν τι είναι αυτό που ανοίξαμε − ερχόντουσαν και το περιεργάζονταν».

«Υπήρχε και ένα μειονέκτημα, ή τουλάχιστον έτσι πίστευαν κάποιοι για την επιλογή μας…». Λίγο πιο πέρα, στη γειτονιά του κέντρου των Χανίων που κάποτε την έλεγαν «Φάληρο» ή «Χιόνες», και κυρίως στην οδό Μίνωος, έστεκαν και λειτουργούσαν χώροι σεξεργασίας, κάτι που έκανε την περιοχή να θεωρείται κακόφημη. «Και να μας λένε οι φίλοι μας “πού το βρήκατε εκεί πέρα, ρε παιδιά, το μαγαζί;” κι εμείς να απαντάμε κάθε φορά “ελάτε εσείς και θα δείτε πως είναι ωραία”».
Οι παλιακές λάμπες που φωτίζουν απαλά το μαγαζί τού έδωσαν και το όνομά τους, και η μαρμάρινη επιγραφή των Δυο Λουξ, με την παρωχημένη πια γραφή «καφφενείον», είναι φτιαγμένη από έναν Γιουγκοσλάβο καλλιτέχνη, φίλο της Μαρίας και του Νίκου. Η πρώτη χρονιά λειτουργίας τους συνέπεσε με την ίδρυση της πρώτης σχολής του Πολυτεχνείου Κρήτης – και αυτή η σύμπτωση έπαιξε τον ρόλο της. Όση ώρα μιλάμε, πολλοί είναι εκείνοι που κοντοστέκονται για να χαιρετίσουν τη Μαρία, μια και τη γνωρίζουν από τα πρώτα τους βήματα προς την ανεξαρτησία. «Συγκινούμαι όταν μας επισκέπτονται παρέες με παλιούς μας εργαζόμενους, διαφορετικές γενιές κιόλας, σημαίνει πως κάτι έχουμε κάνει καλά. Ο Νίκος είχε ένα ταλέντο, περνούσε κάποιος μπροστά του και του έλεγε “μήπως θέλεις δουλειά;”. Σε κάθε παιδί έβλεπε κάτι. Έτσι, πολλοί φοιτητές βρέθηκαν να δουλεύουν εδώ, ενώ παράλληλα μάς επισκέπτονταν και οι καθηγητές τους. Και μέχρι σήμερα, εδώ κάνουν τα reunions τους».
Παρόλο που φτιάχτηκε με τα ελάχιστα μέσα που διέθεταν, τα Δυο Λουξ ήταν κάτι το διαφορετικό, ήταν μια άλλη πρόταση, ανοιχτή σε όλους. «Κανείς δεν φοβόταν να έρθει μόνος του εδώ μη και τον πειράξουν. Την ίδια στιγμή, παίζαμε και προσεγμένες μουσικές, εγώ ηχογραφούσα από το Πρώτο Πρόγραμμα και έπαιζα την εκπομπή του Γιάννη Πετρίδη “Από τις 4 στις 5” ενώ, επηρεασμένοι από τα αμερικανικά μπαρ, είχαμε και μια τηλεόραση και ζητούσαμε από τους φίλους μας να φέρουν απ’ έξω βιντεοκασέτες, είχαμε, ας πούμε, μία με τους Talking Heads και ακόμα μία με τους Eurythmics. Τις βάζαμε να παίζουν και μαζευόντουσαν τόσοι για να τις χαζέψουν που κάποιοι στέκονταν όρθιοι».

Μπορεί να ακούγεται κλισέ, όμως, αν κάτι κράτησε τα Δυο Λουξ ζωντανά όλα αυτά τα χρόνια είναι ο χαρακτήρας τους – το γεγονός ότι είχαν. Και αυτόν τον αποκτά ένα μέρος μόνο όταν οι δημιουργοί του έχουν ως γνώμονα ό,τι πραγματικά ευχαριστεί τους ίδιους, το κάνουν και παρασέρνουν και άλλους μαζί τους σε αυτό. «Τότε που οι Κρητικοί άκουγαν τον Ψαραντώνη μόνο στους γάμους, και σίγουρα δεν ήταν αυτό που είναι τώρα, εμείς ήμασταν τόσο μεγάλοι φαν του που μας έδινε όλο του το πρόγραμμα και τον ακολουθούσαμε από χωριό σε χωριό, όπου κι αν πήγαινε να τραγουδήσει. Και γι’ αυτό αποφασίσαμε να κάνουμε μια συναυλία μαζί του, εδώ, στο μαγαζί. Έχουμε στήσει φεστιβάλ με ροκ μουσική, ένα διήμερο με ρέγκε, διοργανώναμε διάφορα που δεν γίνονταν στην πόλη». Κάπως έτσι δημιουργήθηκε μια κοινότητα γύρω από τα Δυο Λουξ που, πέρα από το κοινό της ενδιαφέρον για τη μουσική, «ήταν ελεύθερη, προς όλους και για όλους. Τη Μέρα της Γυναίκας κάναμε δώρα σε όσες μας επισκέπτονταν και είχαμε σπέσιαλ ρεπερτόριο, ενώ την Παγκόσμια Μέρα κατά του AIDS μοιράζαμε φυλλάδια, προφυλακτικά και προβάλλαμε και ένα ντοκιμαντέρ που μας είχαν φέρει επίσης απ’ έξω».
Με αφορμή τα 450 χρόνια από τη γέννησή του, το 1990 το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών στο Ρέθυμνο διοργάνωσε μια έκθεση με έργα του Κρητικού ζωγράφου, γλύπτη και αρχιτέκτονα της ισπανικής Αναγέννησης, Δομήνικου Θεοτοκόπουλου. «Ήταν ένα φοβερό γεγονός για το νησί, γι’ αυτό ο Νίκος μίσθωσε ένα λεωφορείο και έβαλε μια ανακοίνωση στην τοπική εφημερίδα πως τα Δυο Λουξ θα παραλάμβαναν από την Αγορά όσους ήθελαν να επισκεφθούν την έκθεση. Και έλεγε στον δρόμο “να μην τους κεράσουμε και έναν καφέ; Να μη φάμε και σε μια ταβέρνα; Στο τέλος πήρε σε όλους και ένα βιβλίο για τον Θεοτοκόπουλο. Καταλαβαίνεις τι έγινε μετά από αυτό: ερχόντουσαν το επόμενο Σαββατοκύριακο και έλεγαν “εμάς δεν θα μας πάει;”. Και έβαλε τελικά τρία λεωφορεία για την έκθεση».
Το μαγαζί που άνοιξε τον δρόμο για να δημιουργηθεί μια πιάτσα στην Σαρπηδόνος είχε κάτι το ναΐφ και το αβανγκάρντ ταυτόχρονα. «Μια φορά πήραμε τη βάρκα ενός ψαρά, τη φέραμε μέχρι εδώ με ένα τροχήλατο, γράψαμε πάνω “Μαρία και Νίκος”, της βάλαμε κάτι ωραία υφάσματα και τη γεμίσαμε με φρούτα, μελομακάρονα και κουραμπιέδες. Και όπως ήταν μες στη μέση του δρόμου, περνούσαν οι ντόπιοι και τους παρακινούσαμε να κεραστούν. Κάποια άλλη στιγμή, ο Νίκος αγόρασε όλες τις μπανάνες από έναν πλανόδιο πωλητή, τις κρέμασε έξω από το μαγαζί και όποιος πέρναγε του έλεγε “πάρε μαχαιράκι, κόψε μπανάνα”· κάναμε διάφορα τέτοια, ήταν όμορφα χρόνια. Ή, αγοράζαμε έναν καλό πίνακα ζωγραφικής και τον κρεμάγαμε στο μαγαζί, έτσι που έμπαινε κάποιος και μας έλεγε “δεν το πιστεύω ότι έχεις Μποκόρο και Μαντζαβίνο στο μπαρ!”. Είχε ένα ρίσκο όλο αυτό, μας έχουν κλέψει μια φορά, αλλά τουλάχιστον υπήρξαν και αυτοί που το εκτίμησαν».

Το ’91, ο Νίκος έφυγε από τη ζωή. Τότε η Μαρία αμφιταλαντεύτηκε ελαφρώς για το αν θα παραμείνει στα Χανιά ή όχι. «Για μια γυναίκα τότε ήταν εχθρικό το περιβάλλον στο λιμάνι. Δεν περνούσε από το μυαλό κανενός ότι θα το συνεχίσω εγώ το μαγαζί, μου ζητούσαν να τους πουλήσω και όταν εγώ αρνιόμουν, μού έλεγαν “πώς θα το κρατήσεις; Δεν γίνεται να το δουλέψεις μόνη σου”. Όμως είχα άγνοια κινδύνου και το σφρίγος της νεότητας. Λειτουργούσα και το οδοντιατρείο μου τότε και ξεκινάω να δουλεύω το πρωί σε αυτό, να έρχομαι το μεσημέρι στο μαγαζί, να ξαναφεύγω το απόγευμα για το ιατρείο και να επιστρέφω ξανά το βράδυ στα Δυο Λουξ, κάθε βράδυ. Άντεξα έτσι για ενάμιση χρόνο, έπειτα κατέρρευσα. Αλλά είχα αποφασίσει ότι το μαγαζί δεν το αφήνω, δεν υπήρχε περίπτωση. Ήταν τα όνειρά μας, ο κόπος μας, οι άνθρωποι που μας είχαν βοηθήσει και μου έλεγαν “αν το κλείσεις, τι θα γίνει με εμάς, πού θα πηγαίνουμε;”». Η Μαρία παρέμεινε λοιπόν στα Χανιά, αυτά ήταν πια το σπίτι της, και έναν χρόνο αργότερα γνώρισε τον Γιάννη και είναι ακόμα μαζί μέχρι σήμερα, τόσο στη ζωή όσο και στο μαγαζί.
Από τσαγερί που σέρβιρε σούπες από δύο Γαλλίδες και χοτ ντογκ αργά το βράδυ, τα Δυο Λουξ οδηγήθηκαν στο να λειτουργούν ως καφέ το πρωί και ως μπαρ το βράδυ. Το γνώρισαν και οι τουρίστες αργότερα, οι ηθοποιοί και οι τραγουδιστές που κατέβαιναν στην πόλη στο πλαίσιο της περιοδείας τους. «Η Ελευθερία Αρβανιτάκη, η Ελένη Τσαλιγοπούλου, η Χάρις Αλεξίου μάς έχουν επισκεφθεί πολλές φορές. Ένας φίλος μας που είχε έναν πραγματικά όμορφο χώρο, πέτρινο, με καμάρες και εσωτερικά μπαλκόνια και κάτι πολυελαίους γεμάτους με κεριά έλεγε, συγκρίνοντάς τον με τον δικό μας, “μα πώς είναι δυνατόν να μη δουλεύει αυτό το μαγαζί και να γεμίζει αυτή η τρύπα;” και δεν ήταν ο μόνος που απορούσε». Από ό,τι φαίνεται όμως, είναι δυνατόν. «Δεν ήθελα να είμαστε της μόδας, γιατί όταν την ακολουθείς, πέφτεις απότομα. Προτιμούσα να είμαστε διαχρονικοί και κλασικοί, όπως είχα μάθει από τη Θεσσαλονίκη, από μέρη όπως ο Δον Κιχώτης και το Φλου. Και νομίζω πως, με τα πάνω μας και τα κάτω μας, ακόμα κι αν έχουμε φάει σφαλιάρες κάποια στιγμή, το έχουμε καταφέρει αυτό, κι έτσι έχουμε φωτογραφίες με φοιτητές που ακόμα και τον χειμώνα κάθονται μέχρι έξω, με την ομπρέλα τους ανοιχτή αργά το βράδυ. Τον χειμώνα, λοιπόν, στο Παλλάς πάνε οι πιο κυριλέ και οι πιο εναλλακτικοί μαζεύονται σε εμάς – άλλος κόσμος, άλλο ντύσιμο, και όπως λέει και ένας φίλος, “ή αυτούς τους φέρνει λεωφορείο ή τους εδώ”».



«Με τον κορωνοϊό άλλαξαν πολλά, έτσι που ο κόσμος προτιμά πια να πάρει έναν καφέ στο χέρι από το να κάτσει με τις ώρες σε ένα μαγαζί και να παίξει και τάβλι − αυτό δεν υπάρχει πια. Οπότε το πρωί δεν έχουμε πολλή δουλειά, για να λέμε και αλήθειες. Αλλά το βράδυ, ακόμα και τις κακές μέρες, ακόμα και τις καθημερινές, είμαστε γεμάτοι, και από τον Οκτώβριο μέχρι τον Απρίλιο είναι η καλύτερή μας περίοδος. Το καλοκαίρι δυσκολεύουν τα πράγματα, μια και τα Χανιά έχουν αλλάξει πάρα πολύ. Πιο παλιά στα γύρω διαμερίσματα έμενε κόσμος, ντόπιοι, τώρα πια είναι όλα Airbnb και η πόλη οδηγείται σταδιακά στο να κλείνουν τα πάντα στις 11. Πέρυσι το καλοκαίρι έφευγα από εδώ στις τρεις το βράδυ και δεν συναντούσα αυτοκίνητα στον δρόμο, δεν έβλεπα καν τουρίστες να τρώνε σουβλάκια μετά από μια έξοδο. Δεν γίνεται όμως να θες μόνο τα κρουαζιερόπλοια και όλη η υπόλοιπη πόλη να είναι ένα ατελείωτο ησυχαστήριο».
Συναντηθήκαμε Σάββατο βράδυ και το μαγαζί ήταν πράγματι γεμάτο με νέο κόσμο, όμως έψαχναν ένα τραπέζι και δύο μεγαλύτερες γυναίκες που χαιρέτησαν τη Μαρία. «Αυτές είναι από τις πρώτες μας πελάτισσες, αλλά έρχονται και τα παιδιά των παλιών πια. Όταν μου λένε “είμαι η κόρη ή ο γιος του τάδε”, συνειδητοποιώ πως πέρασαν τα χρόνια». Απ’ όσα σέρβιραν παλιά, αυτό που έχει παραμείνει στα Δυο Λουξ είναι η ποικιλία σε τσάι και παρότι η μουσική έχει πάρει και άλλους δρόμους, δεν παύει να υπηρετεί ένα κόνσεπτ κάθε φορά. Εκείνο το βράδυ, όση ώρα είμαι εκεί γίνεται ένα αφιέρωμα στα ’00s και τα ’10s, παίζει Nelly, Kelis, Fifth Harmony, Timberlake και Timbaland στην κορυφαία τους συνεργασία. «Κάθε Πέμπτη παίζουμε ραπ, αλλά πολιτικοποιημένο, γιατί με όλους αυτούς τους φοιτητές μαζί κατεβαίνουμε στις πορείες. Άσε που δεν ήξερα ότι πολλοί Θεσσαλονικείς κάνουν τέτοιου είδους μουσική, το έμαθα από τα παιδιά. Έχουμε και μια βραδιά ροκ την εβδομάδα, και μία με έντεχνα ελληνικά, ενώ έχω ανακαλύψει ότι πλέον οι νεότεροι ακούνε πράγματα που εμείς δεν ακούγαμε, κι ας ήταν της εποχής∙ βάζουν Μπέσσυ Αργυράκη και Άννα Βίσση. Δεν το καταλαβαίνω αυτό, αλλά τους αρέσει, και τα χορεύουν τον χειμώνα μέχρι τις έξι το πρωί».





Δείτε περισσότερες φωτογραφίες εδώ: