Μαζί με τον αδερφό του Τζίμη, ο Γιάννης Αλαμπάνος ‒ή κύριος Γιάννης για τους περισσότερους ή «ο Γιάννης ο Galaxy», όπως έχει πάρει το αυτί του να τον αποκαλούν‒ έστησε την πρώτη δική του μπάρα, που έμελλε να γίνει ιστορική για την Αθήνα, το 1972, στον αριθμό 5 της Σταδίου. Τότε ήταν είκοσι πέντε χρονών, το ό,τι απέκτησε τόσο νέος ένα τόσο σοβαρό ποτάδικο το έχουν ζηλέψει πολλοί και πολύ. «Είχαμε τελειώσει και οι δύο μια τουριστική σχολή, έτσι κι αλλιώς σκοπός μας ήταν να κάνουμε μια δουλειά δική μας, σιγά σιγά οι συνθήκες ωρίμασαν και ανοίξαμε το πρώτο Galaxy». Το 1991 αναγκάστηκαν να το μετακομίσουν, μετακινήθηκαν πέντε νούμερα στον ίδιο δρόμο, στη στοά λοξά και απέναντι από την Παλιά Βουλή, στο μπαρ που δείχνει ο Κολοκοτρώνης, όπως λέει ένα local αστείο εν είδει αστικού μύθου, που δεν γνωρίζουμε ποιος τον πρωτοξεκίνησε. 

 

Το πρώτο τους μαγαζί ήταν εμφανώς πιο ευρύχωρο, «δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα πάντα όπως τα θέλουμε, βρήκαμε αυτόν τον χώρο εδώ και τον αξιοποιήσαμε όσο μπορούσαμε, δεν μας πείραξε που ήταν τόσο μικρός, ήταν και λιγότερα τα έξοδα, τα μετράς όλα όταν έχεις μαγαζί». Σε καλό νομίζω ότι τους βγήκε η δεύτερη, στενόμακρη εκδοχή του μαγαζιού, το να ψάχνεις μια θέση στην πολυπόθητη μπάρα του έχει συμβάλει στον μύθο του. Εκτός από τα τετραγωνικά του, το δεύτερο Galaxy είναι κατ’ εικόνα και ομοίωση του πρώτου, «ξηλώθηκε, μεταφέρθηκε και φτιάχτηκε ίδιο, ίδιοι ήταν και οι μαστόροι που έκαναν τη δουλειά». 

 

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η κοντινή παρέα είναι ότι δυσκολεύεται να μιλήσει με ονόματα, πρέπει να εφεύρει ψευδώνυμα και συνθηματικά, όπως μπορεί να έχετε παρατηρήσει, το Galaxy είναι ακατάλληλο για να πεις μυστικό απλώς γιατί η μουσική παίζει πάντα χαμηλά.

 

Οι πήχεις των χεριών μας ακουμπάνε στη δερμάτινη επένδυση που προηγείται του λουστραρισμένου ξύλου της μπάρας, τα πιο άνετα σκαμπό της πόλης στρίβουν, αλλά δεν μετακινούνται από τη θέση τους. Την ατμόσφαιρα τη δημιούργησε ο Πέτρος Καπουράλης, σκηνογράφος στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, «έπιασε αμέσως αυτό που είχαμε στο μυαλό μας και με τη φαντασία του μας έφτιαξε το μπαρ. Οι κατευθύνσεις που του είχαμε δώσει είναι ότι θέλαμε να θυμίζει κάτι το παλιό και να βγάζει μια συμπάθεια, να μην είναι ένα κρύο πράγμα». 

 

50 χρόνια η Αθήνα πίνει στο Galaxy
Περιποίηση - ποιότητα - σεβασμός: αυτό είναι το τρίπτυχο του κύριου Γιάννη, η φήμη που πρέπει να έχει ένα μπαρ. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

Κατά τη μετακόμιση του Galaxy, η στοά όπου περπατάμε σήμερα ήταν εντελώς διαφορετικά διαμορφωμένη, όλη η απέναντι πλευρά ανήκε στην Αραβοελληνική Τράπεζα. «Ήταν σκοτεινά, δεν έβλεπες πόρτες, εισόδους και εξόδους. Όταν, μετά από δέκα χρόνια, έκλεισε η τράπεζα, η στοά γέμισε με μαγαζιά και ζωή. Έχουμε ζήσει κρίσεις, όταν κάηκαν οι κινηματογράφοι (σ.σ. το Αττικόν και το Απόλλων) είδαμε όλη τη Σταδίου ξενοίκιαστη, κάτι που δεν φανταζόμασταν ότι θα ζήσουμε. Αλλά πέρασε αυτό. Κι εκεί που αρχίσαμε να λέμε “δόξα τω Θεώ”, είπαμε “βοήθα Παναγιά μου” πάλι, με τον κορωνοϊό. Κάνουμε υπομονή, θα δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα». 

 

«Κάποτε οι περισσότεροι δημοσιογράφοι της Αθήνας έκαναν τα ραντεβού τους εδώ, μετά ερχόντουσαν για ποτό, το ίδιο συνέβαινε και με τους εκδότες τους. Υπήρχε μια ροή κόσμου από το πρωί, μέχρι που μεταφέρθηκαν τα γραφεία τους. Η περιοχή άλλαξε, γέμισε φαστφουντάδικα το Σύνταγμα. Όλα αυτά τα χρόνια όμως το κέντρο δουλεύει, τα σωστά μαγαζιά τουλάχιστον έχουν την πελατεία τους. Όσα κι αν έχουν ανοίξει στα προάστια, το κέντρο της Αθήνας παραμένει η ψυχή της πόλης, δεν γίνεται να μην περάσεις από δω να πάρεις λίγο από τη μυρωδιά του. Γι’ αυτό εδώ υπήρχαν πάντα στέκια, και για τους πρωινούς με τον καφέ τους και για τους βραδινούς που διασκέδαζαν». Το τηλέφωνο με τον διαπεραστικό ήχο που βρίσκει κανείς πια μόνο σε vintage stores και στο Γιουσουρούμ χτυπάει. «Κάποτε δεν είχαμε και κινητά, με αυτά άλλαξε και το σκηνικό στα μπαρ, η εξέλιξη έχει πάντα τα καλά της και τα κακά της. Αν ο άλλος μπορεί με το ίντερνετ να δουλεύει από το σπίτι του και δεν βγει να πάει στη δουλειά του, αν δεν του είναι απαραίτητο να κάνει τα ραντεβού του έξω, τότε αλλάζει και η ζωή στα μπαρ. Εμείς, βέβαια, δεν ακολουθούμε ακριβώς την εξέλιξη, κρατάμε λίγο τις αποστάσεις μας». 

 

50 χρόνια η Αθήνα πίνει στο Galaxy
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

H πανδημία ήταν η μοναδική συγκυρία που έκανε τον κύριο Γιάννη να λείψει τόσο πολύ από το πόστο του. «Ήταν πρωτόγνωρη και άσχημη η απουσία από το μπαρ, καθίσαμε τόσους μήνες, δεν το είχαμε ξαναζήσει. Τα έξοδα έτρεχαν και δεν ξέραμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, αν θα έχουμε δουλειά μετά ή όχι, αν ο κόσμος μας θα είναι καλά, αν θα φύγουν άνθρωποι δικοί μας. Μας περίμεναν οι θαμώνες να ανοίξουμε, να έχουν κάπου να πάνε, ένιωθαν και νιώθαμε μια απουσία. Εγώ έφυγα στην εξοχή και πέρασα εκεί όλους τους μήνες, έτσι η καραντίνα ήταν πιο ανώδυνη. Αλλά σίγουρα σκεφτόμουν την Αθήνα, πώς ήταν ο κόσμος μας εδώ, πώς τα περνούσε. Ελπίζω να τελειώσει σύντομα αυτή η ιστορία». 

 

Κι έπειτα, όταν το Galaxy άνοιξε ξανά, υπήρχαν εκείνοι που έσπευσαν πρώτοι να το επισκεφθούν, υπήρξαν όμως κι άλλοι, οι οποίοι παραπονιούνταν που δεν μπορούσαν να απολαύσουν το ποτό τους μέσα, κάποιοι από αυτούς ήταν και δογματικοί, έλεγαν ότι το Galaxy χωρίς την μπάρα του δεν είναι Galaxy, λες και δεν είχαν αλλάξει τόσα στη ζωή μας, λες και ο κύριος Γιάννης ήθελε να την αποχωριστεί. Ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο lockdown πέτυχα δύο κορίτσια στη στοά, η μία έδειξε στην άλλη το μαγαζί λέγοντάς της: «Αυτό είναι το αγαπημένο μου μπαρ». Τη στιγμή που κάνουν να μπουν προς τα μέσα ο πάντα ευγενής Στέλιος τις ενημέρωσε ότι, δυστυχώς, δεν μπορεί να τις εξυπηρετήσει, παρά μόνο έξω. Εκείνες σάστισαν, σαν να μην έχουν ενημερωθεί για τα μέτρα, αντέδρασαν κάπως αγενώς, απάντησαν «τότε θα φύγουμε, δεν καθόμαστε, αν δεν μπορούμε στην μπάρα». Το τι σημαίνει αγαπημένο για τον καθένα ποικίλλει. 

 

Άρχισε να κυκλοφορεί μια φήμη μεταξύ αυτών που εξακολουθούν να στηρίζουν το μπαρ τους τώρα που αυτό αναγκάστηκε να επεκταθεί στη στοά. Η φήμη αυτή ήθελε τα σκαμπό και τα ψηλά τραπέζια που βγάζει σε αυτή να παραγγέλθηκαν έτσι ώστε να αφήνουν την ψευδαίσθηση ότι καθόμαστε στην πολυπαινεμένη μπάρα του Galaxy. Ο κύριος Γιάννης την επιβεβαίωσε, μάλιστα μου έδειξε τις προνομιακές θέσεις του έξω, εκείνες που βλέπουν στον εσωτερικό χώρο, «σαν να είσαι μέσα είναι», είπε.  

 

50 χρόνια η Αθήνα πίνει στο Galaxy
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

Χτυπάει ξανά το τηλέφωνο-κειμήλιο πλέον. Αυτός ο ήχος μού θυμίζει τη λοταρία που στήνεται εκεί προπαραμονή Πρωτοχρονιάς, όταν ακόμα μπορούσαμε να καθόμαστε ο ένας σχεδόν πάνω στον άλλον. Αγοράζαμε λαχνούς μέρες πριν, ο κύριος Γιάννης σημείωνε τα ονόματα μας σε έναν κατάλογο και όταν έφτανε η ώρα της κλήρωσης σταυρώναμε τα δάχτυλα μην αποκλειστεί το νούμερό μας νωρίς και τελειώσει γρήγορα η βραδιά, αφού ο τελευταίος λαχνός που θα μείνει στο τσίγκινο κουτί κερδίζει το καλάθι με τα ποτά ‒ όχι πως είναι το έπαθλο το ζητούμενο, όλοι για τη διαδικασία πάνε, για να κεράσουν αυτούς που «θα κάψουν» και να κεραστούν από αυτούς που θα «καούν». Αυτό το εθιμοτυπικό βράδυ, λοιπόν, ορισμένοι από τους συμμετέχοντες, αντί να εμφανιστούν στο μπαρ, καλούν να μάθουν αν είναι ακόμα στο παιχνίδι ή αν τους πέταξε κανείς έξω, τραβώντας το νούμερό τους. 

 

Τώρα, βέβαια, που κάποιος κάλεσε στο μαγαζί δεν ήταν γιορτή αλλά μια τυπική καθημερινή. Αν και διανύουμε τον μήνα προσαρμογής στην πόλη, για κάποιους το ότι θα παραγγείλουν το πρώτο τους ποτό στο Galaxy σημαίνει την έναρξη της σεζόν, θα τους ακούσετε να λένε «καλό χειμώνα», εμένα μου ήρθε και ως απάντηση σε instagram story. Ποιος είχε τηλεφωνήσει όμως τέτοια μέρα και τέτοια ώρα στο μαγαζί; «Παίρνουν και ρωτάνε αν είμαστε ανοιχτά ή ψάχνουν κάποιον, ρωτάνε αν είναι εδώ, κάτι που παλιότερα γινόταν πιο συχνά, κάποτε το τηλέφωνο δεν σταματούσε να χτυπάει. Με την εμφάνιση των κινητών το τηλέφωνο ησύχασε, ξεκουράζεται, όπως λέω. Όταν χτυπούσε νωρίς το μεσημέρι, μου έκαναν νοήματα με τα χέρια, αυτά τα “δεν είμαι εδώ”». Ο κύριος Γιάννης τα θυμάται και γελάει.

 

Για χρόνια, το Galaxy άνοιγε από τις οκτώ το πρωί και έσβηνε τα φώτα του στις δύο. Πλέον πιάνει δουλειά στις τέσσερις το απόγευμα και μένει ανοιχτό μέχρι ό,τι ώρα το πάει ο κόσμος του, «κόψαμε σχεδόν τη μία βάρδια, προσαρμοστήκαμε για να μπορέσουμε να κρατηθούμε και να συνεχίσουμε». Έχουν αλλάξει όμως κι άλλα πράγματα, «δουλεύουμε πολύ τα κοκτέιλ τελευταία, τα κλασικά, το καλοκαίρι κάνουμε τα πιο ελαφριά, με τους χυμούς». Αλλά κάποιες αλκοολούχες αξίες στο δεύτερο πιο παλιό μπαρ της Αθήνας παραμένουν σταθερές. «Ουίσκι, βότκα και τζιν πίνει ο κόσμος, αυτά είναι τα βασικά ποτά. Είναι σταθεροί οι πότες που έρχονται εδώ, κλασικοί, δεν αλλάζουν εύκολα συνήθειες, κι αν τύχει καμιά φορά να το κάνουν, πάντα θα επιστρέψουν στο ποτό τους». 

 

50 χρόνια η Αθήνα πίνει στο Galaxy
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Δεν έχει ταξιδέψει στο εξωτερικό για να βρεθεί στα ιστορικά μπαρ άλλων πόλεων, λέει πως δεν έτυχε. Του περιγράφω πως όποτε φεύγω εγώ, ζητάω tips από τον πιο πολυταξιδεμένο άνθρωπο που ξέρω κι εκείνος μοιράζεται τα tips του με mail, μια λίστα με επιλογές εξόδου που η καθεμία έχει δίπλα της και μια σύντομη επεξηγηματική σημείωση. Καθώς χωρίζει τα μαγαζιά ανά κατηγορία, δίπλα στο κομμάτι των μπαρ διαβάζω μερικές φορές το σχόλιο «είναι το Galaxy της Λισαβόνας / των Βρυξελλών / της Κοπεγχάγης». και συνεχίζει γράφοντας «άχαστο» ή «super sos». Κάπως έτσι καταλήξαμε να μιλάμε με τον κύριο Γιάννη για το υπέρκομψο, σαν τον δημιουργό του, Schumann’s Bar του Μονάχου ‒ για την ιστορία, είναι δέκα χρόνια νεότερο από το μπαρ της Σταδίου. Ο κύριος Γιάννης δεν το έχει επισκεφθεί, αλλά του έχουν αφηγηθεί ιστορίες για Έλληνες που έχουν πιει τα ποτά τους εκεί, συζητώντας ότι κι εκείνοι έχουν πίσω στην Αθήνα το Galaxy. O Έλληνας bartender που εργάζεται στο Schumann’s Bar, ο Κώστας Ιγνατιάδης του έφερε κάποια στιγμή το «American Bar: The artistry of mixing drinks», έψαξε να μου το δείξει, το διατηρεί σε εξαιρετική κατάσταση.

 

Λίγες μέρες πριν δεν ξεφύλλιζε αυτήν τη Βίβλο των κοκτέιλ, είδα να έχει μπροστά του ένα βαρύ φωτογραφικό άλμπουμ. Σίγουρα θα έχετε προσπαθήσει να διακρίνετε ποιοι πρωταγωνιστούν στα στιγμιότυπα που πλαισιώνουν ως ντεκόρ την μπάρα. Η αθηναϊκή ιντελιγκέντσια των ’80s-’90s έχει περάσει από εκεί, οι σημερινοί σαραντάρηδες θα θυμάστε τα Διάφανα Κρίνα φωτογραφημένα μέσα από την μπάρα του, οι νεότεροι μπορεί να έχετε αναγνωρίσει τον Αμερικανό συγγραφέα Πολ Όστερ και την εκθαμβωτική Έμα Στόουν δίπλα στον σκηνοθέτη της Γιώργο Λάνθιμο. «Ξεφύλλιζα το άλμπουμ γιατί εμφανίστηκε μια κυρία στο μαγαζί, ο άντρας της ήταν πελάτης μας, και πολύ αγαπητός μάλιστα. Ήρθε μαζί με τον γιο της, που βρέθηκε για πρώτη φορά στο μπαρ, εκείνος μου ζήτησε να δει φωτογραφίες με τον πατέρα του στο μαγαζί. Έψαξα, τις βρήκα και τις φωτογράφισε για να τις έχει». Αφορμή για να αντικατασταθούν οι καρτ ποστάλ στις προθήκες και να αρχίσει να χτίζεται το φωτογραφικό παλίμψηστο του Galaxy ήταν μια Ελληνοαμερικανίδα. «Το μπαρ ήταν κάποτε ανδροκρατούμενο, γυναίκες ερχόντουσαν δύσκολα, εκτός αν συνοδεύονταν. Τώρα αλλάξαν τα πράγματα, ο κόσμος προχωράει, μια κοπέλα μπορεί να καθίσει μόνη της, να παραγγείλει, και σε περίπτωση που της μιλήσει κανείς, αν θέλει, θα απαντήσει, αν δεν θέλει, δεν θα το κάνει, απλά πράγματα. Είχα όμως παλιά μια πελάτισσα κοσμογυρισμένη, αεράτη γυναίκα. Γεννήθηκε εδώ, στη Ναυάρχου Νικοδήμου, είχε ένα μαγαζί στο Μαϊάμι με τουριστικά και σπίτι στο Σούνιο. Αγαπούσε την Ελλάδα κι ερχόταν κάθε χρόνο. Έφη την έλεγαν, κάπου έχω και φωτογραφία της.

 

50 χρόνια η Αθήνα πίνει στο Galaxy
«Σε λίγους μήνες θα κλείσουμε πενήντα χρόνια, δουλέψαμε πολύ, έχουμε κάνει κάτι που η ιστορία θα το κρίνει». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

Είχε μια Κodak φωτογραφική μηχανή και μας έβγαζε φωτογραφίες, μια μέρα λοιπόν ζήτησα να τις δω από περιέργεια, τότε μου είπε, “όταν φύγω, θα σου την αφήσω τη μηχανή”. Την πήρα κι άρχισα να βγάζω φίλους και πελάτες, έχω αλλάξει τρεις-τέσσερις μηχανές με φιλμ από τότε». Δεν έχει μετρήσει τις φωτογραφίες που έχει μαζέψει μέχρι σήμερα. «Έχω κρατήσει και όλα τα αρνητικά, δεν σκέφτηκα να τα πετάξω ποτέ, κάποια στιγμή μάλιστα χρειάστηκαν. Ο Πάνος Γεραμάνης είχε δανειστεί ένα, το εμφάνισε και μου το ξανάφερε. Πάντα ρωτάω πριν φωτογραφίσω κάποιον, πρέπει να θέλει ο άλλος να βγει. Με τα χρόνια άρεσε όλο αυτό, άρχισαν να με ρωτάνε “εμένα πότε θα με βγάλεις;”, “όταν έρθει η ώρα”, τους έλεγα, έτσι και γινόταν».

 

Ο κύριος Γιάννης αρέσκεται να τακτοποιεί και να ευθυγραμμίζει τα πράγματα στο μπαρ, μερικές φορές αφήναμε άτσαλα τα καπνικά περιμένοντας να δούμε αν θα τα βάλει σε σειρά, πάντα το έκανε. «Είναι κι αυτό μέρος της δουλειάς μας. Πρέπει να είσαι τυπικός και σταθερός σε αυτό που κάνεις, αν τα αφήνεις τα πράγματα όπως να ’ναι, δεν την αγαπάς τη δουλειά, τη βαριέσαι. Είναι αλήθεια ότι θα δω κάτι στο μαγαζί και θα πάω να το βάλω στη θέση του, κι ας μη βρίσκεται ακριβώς μπροστά μου, με παρατηρούν μερικοί και αναρωτιούνται τι κάνω, αλλά μόνο όσοι δεν με ξέρουν, οι πελάτες μου δεν έχουν πρόβλημα. Και μια και δυο και τρεις να το μετακινήσεις, θα το βάλω πάλι στη θέση του. Όταν κάπνιζε ο κόσμος, το τασάκι έπρεπε να είναι σε συγκεκριμένο σημείο, το ποτό στα δεξιά για να μπορείς να πίνεις άνετα, το νερό από πάνω του, το σουβέρ πάντα κάτω από τα ποτήρια, είναι κάποιοι κανόνες που έχω για να λειτουργούν όλα σωστά. Eίπαμε, πρέπει να σου αρέσει αυτό που κάνεις».  

 

Περιποίηση - ποιότητα - σεβασμός: αυτό είναι το τρίπτυχο του κύριου Γιάννη, η φήμη που πρέπει να έχει ένα μπαρ. Ένας καλός μπάρμαν οφείλει να έχει ήθος και στο σερβίρισμά του να είναι άψογος ‒δεν το εννοεί με τους σημερινούς όρους του perfect serve‒, «πρέπει να σέβεσαι τον εαυτό σου, να έχεις το πουκάμισο και τη γραβάτα σου πάντα καθαρά, να πλησιάζει τον πελάτη μόλις μπει στο μαγαζί και να τον καλησπερίζεις. Έτσι εσύ μπορεί να κερδίσεις μια καλή κουβέντα κι εκείνος ένα στέκι». Αν ξεκινούσε από την αρχή, αν δεν περνούσε τη ζωή του πίσω από μια εμβληματική μπάρα της Αθήνας, ο κύριος Γιάννης θα ήθελε να γίνει ιστορικός-αρχαιολόγος. 

 

50 χρόνια η Αθήνα πίνει στο Galaxy
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

Από τις κοινωνικές επιστήμες μπορεί να πει πως έχει υπάρξει ψυχολόγος, πιστεύει πως έχει μια δόση αλήθειας αυτό το κλισέ που κάποτε ακολουθούσε πιο έντονα τους ανθρώπους της μπάρας, «είναι μεγάλη η γκάμα των ανθρώπων που γνωρίζεις. Ο μπάρμαν πρέπει να ακούει πολλά και να λέει λίγα, έτσι μαθαίνει κι αυτός τους ανθρώπους και ο πελάτης που θέλει να μιλήσει ευχαριστιέται. Άλλωστε, έρχεται από παλιά κόσμος μόνος του εδώ». Στην μπάρα τσουγκρίζουν δύο μεγάλοι άντρες, «αυτοί είναι παλιοί πελάτες, διατηρούμε τη φιλία μας από το 1976. Με πήρε ο ένας τους τηλέφωνο και με ρώτησε “Γιάννη, ανοίξαμε;”. Συνήθως τους έπαιρνα εγώ να τους ενημερώσω, αλλά με πρόλαβε. Μεγαλώσαμε όλοι, αλλά και πάλι, βλέπεις, σηκώθηκαν από κει που μένουν για να έρθουν στο Σύνταγμα, να πάρουν τον αέρα τους, να περπατήσουν, να έρθουν να συναντηθούν στο στέκι τους». 

 

Γύρω του έχουν δημιουργηθεί μαγαζιά που δεν μιξάρουν απλώς κοκτέιλ αλλά παρασκευάζουν τα δικά τους σιρόπια και bitters, χρησιμοποιούν τεχνικές εστιατορικές, όπως το sous vide, μαγειρεύουν τα ποτά τους, κατεβαίνουν σε διεθνείς διαγωνισμούς, κάποια βρίσκονται στη λίστα με τα πενήντα καλύτερα μπαρ του κόσμου. «Αποφεύγω να πηγαίνω στα άλλα μαγαζιά για τυπικούς λόγους. Όταν ανοίξαμε εμείς ήταν δυο-τρία εδώ και όσοι καινούργιοι άνοιγαν ερχόντουσαν στο δικό μας μαγαζί για να δουν πώς δουλεύουμε, δεν μου αρέσουν αυτά τα πράγματα, γι’ αυτό δεν πάω σε άλλους. Κάνω τη δουλειά μου και μαθαίνω καμιά φορά τα νέα από πελάτες που θα μου πουν τι γίνεται τριγύρω». Πάντως, όσα, κορυφαία ή μη μπαρ κι αν δημιουργηθούν στην καρδιά του κέντρου, κανένα μέχρι τώρα δεν έχει σκεφτεί να φτιάξει ένα συνοδευτικό του ποτού τόσο απλό, αλλά τόσο χαρακτηριστικό, όσο αυτό του Galaxy: να φρυγανίσει ψωμί του τοστ και να μυρίσει ο χώρος βούτυρο, να βάλει τυρί και πικάντικη μουστάρδα στο πιάτο, ελιές και φιστίκι αραχίδα. 

 

«Σε λίγους μήνες θα κλείσουμε πενήντα χρόνια, δουλέψαμε πολύ, έχουμε κάνει κάτι που η ιστορία θα το κρίνει». Ο κύριος Γιάννης φτάνει σταθερά στις οχτώ και μισή το βράδυ στο μαγαζί, αλλά δεν αλλάζει πια για να φορέσει τη στολή του, θα μείνει έξω από την μπάρα με πόλο μπλούζα, υπόλευκο υφασμάτινο παντελόνι και sneakers, ατσαλάκωτος όπως πάντα. «Παρακολουθώ τα πράγματα από απόσταση, είναι ο Στέλιος εδώ και θα το συνεχίσει ο Κώστας (σ.σ. ο γιος του) το μαγαζί, φυσικά έχω βάλει όρο να μην αλλάξει τίποτα σ’ αυτό». Ο άνθρωπος που κάποτε ήταν αεικίνητος, σαν να μπορούσε να είναι ταυτόχρονα μέσα κι έξω από την μπάρα, σαν να είναι ο Γούντι Άλεν σε ταινία του Γούντι Άλεν, πλέον κάθεται έξω από αυτή κι έχει μπροστά του ένα κινητό, παρότι κάποιοι επιμένουν να του τηλεφωνούν στο τηλέφωνο με τη ροδέλα. Αφήνει την αίσθηση πως μόνο με μια γρήγορη ματιά του ξέρει τι συμβαίνει στο μαγαζί. Πίσω μας μαζεύεται μια παρέα, μικρές ηλικίες. «Νοσταλγώ κάποιους πελάτες που έφυγαν γιατί υπήρχε μια φιλία ανάμεσα μας, αλλά το μέλλον είναι οι νέοι, χαίρομαι να τους βλέπω στο μαγαζί». 

 

50 χρόνια η Αθήνα πίνει στο Galaxy
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Κάθε γενιά έχει το μπαρ της. Το Galaxy το θέλουν δικό τους όλες. 

 

Όταν πια η εν λόγω ομήγυρη έχει συγκεντρωθεί, συζητάει για το πώς έχουν διαμορφωθεί τα νέα media, για τις απαιτήσεις, που είναι πολλές, και τις αμοιβές, που είναι σταθερά μη ικανοποιητικές, για το αν το να αλλάζεις δουλειές βοηθάει κάπου, για το αν τελικά ο κόσμος ενδιαφέρεται για τα μεγάλα κείμενα ή τζάμπα καίει η λάμπα. Φαίνεται πως το Galaxy δεν θα πάψει να είναι ποτέ δημοσιογραφικό στέκι, άλλωστε συγκεντρώνει αρκετούς από εκείνους που οι δημοσιογράφοι θέλουν να τους κλείσουν μια συνέντευξη. Μαζεύει κι αυτούς που υπαγορεύουν την αισθητική μιας μερίδας της πόλης κι εκείνους που τοποθετούν τον εαυτό τους πιο κοντά στους γραφιάδες παρά στους κυνηγούς της έκτακτης είδησης. Είναι ένα από τα μέρη της Αθήνας στην κατηγορία to see and be seen. 

 

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η κοντινή παρέα είναι ότι δυσκολεύεται να μιλήσει με ονόματα, πρέπει να εφεύρει ψευδώνυμα και συνθηματικά, όπως μπορεί να έχετε παρατηρήσει, το Galaxy είναι ακατάλληλο για να πεις μυστικό απλώς γιατί η μουσική παίζει πάντα χαμηλά. «Υπάρχουν μαγαζιά που χαλάνε τον κόσμο, για μένα η μουσική δεν πρέπει να ενοχλεί. Εμείς παίζουμε πάντα από CD, πιο παλιά βάζαμε και τον σταθμό που έχει το ίδιο όνομα με το μαγαζί. Έβλεπε ο κόσμος την ταμπέλα, άκουγε και το σήμα του σταθμού και μπερδευόταν, έτσι κάναμε κι εμείς την πλάκα μας, τους λέγαμε δικό μας είναι, να, εδώ από πάνω τον έχουμε». 

 

Σε αντίθεση με ένα τραπέζι δημοσιογράφων που μόνο ιστορίες έχει να πει, ο κύριος Γιάννης δύσκολα αφηγείται όσες έχει ζήσει όλες αυτές τις δεκαετίες μέσα στο δεύτερο και ατμοσφαιρικό σπίτι του, τηρεί κάτι σαν ιατρικό απόρρητο για τους πελάτες του. Αλλά μια αγαπημένη του αφορά έναν γιατρό κι έναν τραπεζικό. «Ο γιατρός ερχόταν κάθε μέρα στις τρεις το μεσημέρι, την ίδια ώρα εμφανιζόταν και ο τραπεζικός, που πολύ πρόσχαρος πάντα προσπαθούσε να του πιάσει την κουβέντα. Ο γιατρός όμως δεν ήθελε καθόλου, ήθελε να πιει ένα ποτό, να ηρεμήσει και όσο κι αν το έδειχνε στον άλλον, εκείνος επέμενε. Κάποια στιγμή γυρίζει ο γιατρός, μου απευθύνεται και λέει: “Γιάννη, το παιδί δεν έχει κάτι. Απλώς δεν γίνεται καλά”». 


Galaxy, Σταδίου 10, 210 3227733