Για ποιον λόγο ένας γκέι θα πρέπει να συστήνεται αναφερόμενος στη σεξουαλικότητά του; Δεν έχω δει κανέναν στρέιτ να κάνει κάτι ανάλογο. Αν μη τι άλλο, από αυτήν τη σειρά καταλαβαίνει κανείς από την πρώτη σελίδα ότι τη γράφει ένας άνθρωπος που δεν τον νοιάζει τι θα πουν... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Για ποιον λόγο ένας γκέι θα πρέπει να συστήνεται αναφερόμενος στη σεξουαλικότητά του; Δεν έχω δει κανέναν στρέιτ να κάνει κάτι ανάλογο. Αν μη τι άλλο, από αυτήν τη σειρά καταλαβαίνει κανείς από την πρώτη σελίδα ότι τη γράφει ένας άνθρωπος που δεν τον νοιάζει τι θα πουν... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Είναι από τις πιο περιζήτητες πένες αυτήν τη στιγμή στην ελληνική τηλεόραση – και δικαίως. Με τις «Σαββατογεννημένες» το 2003 και το «Παρά πέντε» δυο χρόνια αργότερα, ο Γιώργος Καπουτζίδης απέδειξε ότι η τηλεοπτική κωμωδία είναι κάτι περισσότερο από συρραφή βωμολοχιών, σεξιστικών ή σεξουαλικών πειραγμάτων και υστερικών χαρακτήρων: μπορεί να έχει υπόθεση, συνοχή και να είναι έξυπνη. Η τρομακτική επιτυχία της δεύτερης σεναριακής και πρωταγωνιστικής του απόπειρας τον τοποθέτησε ανάμεσα στους πιο αναγνωρίσιμους Έλληνες της τηλεόρασης, ο ίδιος όμως φρόντισε να μην ενδώσει σε μια γρήγορη -και ενδεχομένως βεβιασμένη- εξαργύρωση αυτής της επιτυχίας. Μεσολάβησαν οκτώ χρόνια, στα οποία ο Γιώργος ασχολήθηκε με άσχετα πρότζεκτ, όπως η παρουσίαση της Eurovision για την ΕΡΤ ή η διασκευή και συμμετοχή σε θεατρικά έργα, ενώ το πρωτογενές υλικό που έμελλε να γίνει η «Εθνική Ελλάδος» αρχικά προοριζόταν για τον κινηματογράφο, αφού ο ίδιος δεν είχε στα πλάνα του να επιστρέψει στην τηλεόραση.

 

Έβλεπα πράγματα να αλλάζουν στη χώρα μου. Ήθελα να αντιμετωπίσω αυτές τις αλλαγές ψύχραιμα. Δεν χρειάζεται να κραυγάσουμε τίποτα. Είμαι πολύ σίγουρος και γι' αυτό που είμαι και γι' αυτό που λέω.

 

Έχουμε δώσει ραντεβού στη λίμνη της Βουλιαγμένης και τον συναντώ ήρεμο και ξεκούραστο από τους φρενήρεις ρυθμούς των γυρισμάτων, «παρόλο που δεν είμαστε πολλά επεισόδια μπροστά σε σχέση με τη μετάδοση», όπως μου αναφέρει. Για κάποιον λόγο, θεωρώ ότι ο χαρακτήρας που υποδύεται στη σειρά, ο εμμονικός, τακτικός και αγέλαστος προπονητής, είναι ό,τι πιο κοντινό στον ίδιο έχει γράψει σε σχέση με τους προηγούμενους ρόλους του, πράγμα που θα μου διαψεύσει εκκωφαντικά στη συνέχεια, παραδεχόμενος ότι συχνά είναι ανοργάνωτος, αφηρημένος, πολύ πιο εκδηλωτικός στα συναισθήματά του και ότι η βασική τους ομοιότητα είναι πως επενδύουν στην αγάπη και στην αφοσίωση σε κάποια σχέση. Πριν απ' όλα, όμως, τον ρωτώ αν αυτή η πολυετής αποχή του από την τηλεόραση ήταν αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής, έλλειψης έμπνευσης ή απλώς μια ανάγκη συλλογής ιδεών και ερεθισμάτων, μιας και, όπως του επισημαίνω, φαίνεται σαν να μάζευε πράγματα όλο αυτό το διάστημα για να τα ενθέσει όλα στην «Εθνική». «Αυτή η ιστορία ξεκίνησε να γράφεται το '12 και έκτοτε έχει διαφοροποιηθεί αρκετά. Μεσολάβησαν δύο παραστάσεις, το Θα σε πάρω να φύγουμε και η Πρισίλα, την οποία στην αρχή σκόπευα μόνο να διασκευάσω, αλλά στη συνέχεια αποφασίστηκε ότι θα έπαιζα κιόλας. Δεν γινόταν να γράφω και την "Εθνική" παράλληλα. Όλο αυτό το διάστημα αισθανόμουν ότι αλλάζω και εξελίσσομαι ως άνθρωπος. Έβλεπα πράγματα να αλλάζουν και στη χώρα μου. Ήθελα να τις δω αυτές τις αλλαγές και να τις αντιμετωπίσω ψύχραιμα. Η ψυχραιμία είναι πολύ σωστός σύμβουλος. Κανείς δεν θα ακούσει και δεν θα λάβει σοβαρά κάποιον που είναι εν εξάλλω. Δεν χρειάζεται να κραυγάσουμε τίποτα. Είμαι πολύ σίγουρος και γι' αυτό που είμαι και γι' αυτό που λέω».

 

Απωθημένα έχω μόνο σε προσωπικό επίπεδο, σχέσεις που δεν εξελίχθηκαν όπως θα ήθελα. Επαγγελματικά, σίγουρα όχι. Κάποια πράγματα τα έκανα καλά, κάποια θα μπορούσα καλύτερα, κάποια τα απέφυγα, και από όσα δεν απέφυγα, τουλάχιστον κάτι πήρα. Καλά τα έχω πάει! Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Απωθημένα έχω μόνο σε προσωπικό επίπεδο, σχέσεις που δεν εξελίχθηκαν όπως θα ήθελα. Επαγγελματικά, σίγουρα όχι. Κάποια πράγματα τα έκανα καλά, κάποια θα μπορούσα καλύτερα, κάποια τα απέφυγα, και από όσα δεν απέφυγα, τουλάχιστον κάτι πήρα. Καλά τα έχω πάει! Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Του λέω πως, συγκριτικά με άλλα ονόματα της a-list των Ελλήνων celebrities, τα οποία ο κίτρινος Τύπος αρέσκεται να κανιβαλίζει, θεωρώ ότι εκείνον τον έχουν σεβαστεί αρκετά. Το αρνείται. «Μαθαίνεις και από τα δύο, και από το να σε σέβονται και από το να μη σε σέβονται. Έχουν γραφτεί κατά καιρούς πραγματικά πολύ άσχημα πράγματα. Το παίρνεις απόφαση. Μετά το "Παρά Πέντε" πέρασε ανεμοστρόβιλος από τη ζωή μου και τα γεγονότα ήταν καταιγιστικά. Θεωρώ πλέον ότι διαχειρίστηκα πολύ σωστά την κατάσταση. Με παραδέχομαι πραγματικά!» απαντά γελώντας, καθώς μου εξηγεί ότι η επιτυχία τον έκανε όχι μόνο να μη χάσει τις ηθικές αρχές, τις αξίες και τα πιστεύω του αλλά τα ενίσχυσε ακόμα περισσότερο. Ωστόσο, αναγνωρίζει πως τεμπέλιασε αρκετά όλα αυτά τα χρόνια, αλλά δηλώνει ότι το είχε πραγματικά ανάγκη, γιατί, αν έγραφε κάτι, θα ήταν ενδεχομένως μια παραγγελία χωρίς ουσία. «Πάντα έλεγα ότι το όνειρό μου ήταν να δουλεύω όποτε θέλω, όσο θέλω και με όποιον θέλω. Είναι πολύ δύσκολο να πετύχεις αυτό το ιδανικό μοτίβο, αλλά ως τώρα μια χαρά μου βγαίνει! Μάλλον έχω κάνει κάτι σωστά».

 

Οι θεματικές που προσεγγίζει η «Εθνική Ελλάδος» είναι από δύσκολες έως επικίνδυνες – για τα δεδομένα τουλάχιστον της ελληνικής τηλεόρασης: ρατσισμός, ξενοφοβία, ομοφυλοφιλία, νεοναζισμός, αποκλεισμός των αναπήρων, ρουσφέτια, διαφθορά, όλα μπαίνουν στο σεναριακό χωνευτήρι του Γιώργου με ειλικρίνεια, τόλμη, χωρίς καμία διάθεση ωραιοποίησης των πραγμάτων, καθώς πλάθει, επί της ουσίας, μια μικρογραφία της σύγχρονης Ελλάδας σε ένα τηλεοπτικό μεν, ρεαλιστικό δε πλαίσιο, με χαρακτήρες που στην πλειονότητά τους δεν είναι καρικατούρες. Ίσως γι' αυτό θεωρώ ότι η συγκεκριμένη σειρά δεν είναι αμιγώς κωμική, όπως οι προηγούμενες. «Πιο πολύ κοινωνική θα μπορούσες να τη χαρακτηρίσεις, με ήρωες που έχουν χιούμορ» συμπληρώνει. «Δεν πετούν τις ατάκες που θα γίνουν viral. Δεν βρέθηκα στο κυνήγι της ατάκας αυτήν τη φορά, γιατί κάποιος που εκτοξεύει μόνο ατάκες δεν είναι κανονικός άνθρωπος, είναι avatar στο twitter. Είναι διαφορετικές οι ανάγκες και οι συνθήκες σήμερα, σε σχέση με πριν από δέκα χρόνια. Μου έχουν πει, λοιπόν, ότι το έχω υπερφορτώσει θεματικά. Δεν αντιμετώπισα ποτέ αυτά τα θέματα ως ζητήματα που καλούμαι να λύσω μέσω της σειράς. Είναι πτυχές στις ζωές αυτών των ανθρώπων. Δεν πρόκειται για ένα 5% της κοινωνίας μας. Αν ενώσεις όλους όσοι έχουν στο περιβάλλον τους άτομα με αναπηρικό αμαξίδιο, όλους τους ομοφυλόφιλους –με ή χωρίς σύντροφο–, όλους όσοι κάποτε ήταν επιτυχημένοι και ξαφνικά βρέθηκαν χωρίς δουλειά, χωρίς λεφτά, χωρίς μπούσουλα, φτάνουμε στο 50% της ελληνικής κοινωνίας. Αν προσθέσεις και όσους πλέον πρόσκεινται στην ακροδεξιά, το ποσοστό ανεβαίνει πολύ. Δεν εστίασα κάπου, η σειρά αφορά πάρα πολλούς ανθρώπους. Δεν ξέρω αν είναι επικίνδυνα, λοιπόν, τα θέματα. Ίσως να είναι πρωτόγνωρα για την ελληνική αγορά ή αντιεμπορικά. Γι' αυτό επέλεξα και το πιο αντιεμπορικό αγώνισμα στην Ελλάδα, το κέρλινγκ, ως αφετηρία για να ενώσω τις ιστορίες».

 

Προσπαθώ να δω πώς σκέφτονται αυτοί οι άνθρωποι, πόσο δύσκολο είναι αυτό που περνούν. Δεν είμαι πολιτικός, δεν θα γίνω ποτέ. Με απασχολεί όμως πώς μια γυναίκα μπορεί να ζει σε έναν γάμο με βίαιο και ρατσιστή σύζυγο. Παρατηρώ τους ανθρώπους. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Προσπαθώ να δω πώς σκέφτονται αυτοί οι άνθρωποι, πόσο δύσκολο είναι αυτό που περνούν. Δεν είμαι πολιτικός, δεν θα γίνω ποτέ. Με απασχολεί όμως πώς μια γυναίκα μπορεί να ζει σε έναν γάμο με βίαιο και ρατσιστή σύζυγο. Παρατηρώ τους ανθρώπους. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Πώς κατάφερε, όμως, να πραγματευτεί όλα τα παραπάνω ζητήματα στο πλαίσιο ενός μυθοπλαστικού σεναρίου, φιλικού προς τον μέσο Έλληνα θεατή; «Προσπαθώ να δω πώς σκέφτονται αυτοί οι άνθρωποι, πόσο δύσκολο είναι αυτό που περνούν. Δεν είμαι πολιτικός, δεν θα γίνω ποτέ. Με απασχολεί όμως πώς μια γυναίκα μπορεί να ζει σε έναν γάμο με βίαιο και ρατσιστή σύζυγο. Παρατηρώ τους ανθρώπους. Ο δικός μου χαρακτήρας, που έχει σχέση με κάποιον που βρίσκεται σε αναπηρικό αμαξίδιο, προέκυψε γιατί σε ένα ταξίδι μου βρέθηκα στην Κροατία και είδα στο ξενοδοχείο ένα ζευγάρι τουριστών –ο άνδρας ήταν σε αμαξίδιο– να περνάνε υπέροχα, να φαίνονται και να είναι "κανονικοί". Έτσι έπλασα την ιστορία –ότι αυτοί ήταν μαζί και αγαπημένοι, ο ένας είχε κάποιο ατύχημα κι έμεινε παράλυτος–, σκεπτόμενος τι θα έκανα εγώ σε αυτή την περίπτωση. Θα έμενα; Ε, λοιπόν, τα συναισθήματα δεν αλλάζουν, απλώς στη ζωή μας προστίθενται τέσσερις ρόδες. Θα έμενα!».

 

Στη συνέχεια της συζήτησής μας τον ρωτώ, μάλλον κάπως απότομα, γιατί επιλέγει να παίζει πάντα στα σενάρια που γράφει. «Να μην παίξω;» μου απαντά με απορία. Του διευκρινίζω ότι αναρωτιέμαι ποια δική του ανάγκη εξυπηρετεί η ένταξή του στο καστ των σειρών που επιμελείται σεναριακά. Καταλήγει στο ότι θέλει να είναι κομμάτι των ανθρώπων που διηγούνται την ιστορία του. «Δεν μπορώ να βρίσκομαι συνέχεια κλεισμένος σε ένα δωμάτιο και να γράφω, είναι πολύ μοναχική δουλειά. Μου αρέσει η μοναξιά, αλλά χρειάζομαι τις εναλλαγές. Απομακρύνεσαι με αυτό τον τρόπο από το μοναχικό κουκούλι του γραψίματος και κοινωνικοποιείσαι». Μπορώ να κατανοήσω την ανάγκη του για εναλλαγές, αν αναλογιστώ ότι η αμέσως προηγούμενη δουλειά του, το θεατρικό μιούζικαλ Πρισίλα που βασίστηκε στην ξένη παράσταση και στην ομώνυμη ταινία, ήταν ίσως ό,τι πιο εξωστρεφές έχει κάνει ως τώρα ο Γιώργος. Απέδωσε εξαιρετικά στα ελληνικά ένα κείμενο-παγίδα με πρωταγωνίστριες τρεις drag queens, που θα μπορούσε, με την παραμικρή διάθεση σοβαροφάνειας, να καταστραφεί ολοσχερώς. Δεν δίστασε, όμως, να υποδυθεί ο ίδιος δύο γκέι χαρακτήρες σε τόσο σύντομο διάστημα; «Το σκέφτηκα κι εγώ: δύο γκέι χαρακτήρες σε δύο συνεχόμενες δουλειές. Τον ήρωα της σειράς είχα αποφασίσει από πριν ότι θα τον υποδυθώ εγώ. Χρονικά δεν θα μου ξαναδινόταν άμεσα η ευκαιρία να παίξω σε κάτι σαν την Πρισίλα. Δεν ήθελα να αφήσω κανένα από τα δύο, τόσο απλά». Του λέω ότι ίσως είναι η πρώτη φορά που ένας γκέι ήρωας παρουσιάζεται στην εγχώρια τηλεόραση με τόσο «μη θορυβώδη» τρόπο, φυσιολογικά, αποκαλύπτοντας την ταυτότητά του κάπου στο τέταρτο επεισόδιο μέσα από την κανονική ροή του λόγου, χωρίς υπερβολές και υστερίες. «Μα, έτσι γίνεται στην πραγματική ζωή, οπότε έτσι θα έπρεπε να είναι και στο σενάριο! Για ποιον λόγο ένας γκέι θα πρέπει να συστήνεται αναφερόμενος στη σεξουαλικότητά του; Δεν έχω δει κανέναν στρέιτ να κάνει κάτι ανάλογο. Αν μη τι άλλο, από αυτήν τη σειρά καταλαβαίνει κανείς από την πρώτη σελίδα ότι τη γράφει ένας άνθρωπος που δεν τον νοιάζει τι θα πουν. Χρειάζεται να διανύσεις μια προσωπική διαδρομή και να έχεις δύναμη για να το καταφέρεις – και αναφέρομαι σε όλες τις θεματικές, όχι μόνο στο κομμάτι της σεξουαλικότητας».

 

Αν ενώσεις όλους όσοι κινούνται με αναπηρικό αμαξίδιο, όλους τους ομοφυλόφιλους, όσους κάποτε ήταν επιτυχημένοι και ξαφνικά βρέθηκαν χωρίς δουλειά, φτάνουμε στο 50% της ελληνικής κοινωνίας. Αν προσθέσεις και όσους πλέον πρόσκεινται στην ακροδεξιά, το ποσοστό ανεβαίνει πολύ.

 

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως ο Γιώργος καταπιάστηκε και με τον αποκλεισμό των διεμφυλικών ατόμων στα πρώτα επεισόδια. Μια τρανς επιχειρεί να λάβει μέρος στη γυναικεία αθλητική ομάδα που φτιάχνουν οι πρωταγωνίστριες και ο ευαίσθητος διάλογος που ακολουθεί πραγματικά μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από κάποιον άλλο γαλαξία, πάντως όχι από αυτόν της ελληνικής τηλεόρασης. «Η ενασχόλησή μου με την Πρισίλα άλλαξε και τη δική μου οπτική για τους διεμφυλικούς. Ήταν ένας άγνωστος κόσμος για μένα, δεν είχα επιχειρήσει να τον πλησιάσω. Σταδιακά ήρθα κοντά τους, επισκέφτηκα τα κορίτσια που κάνουν σόου στις "Κούκλες". Στην αρχή ήμουν χαμογελαστός, είχα εκείνο το politically correct χαμόγελο. Όταν τελείωσα τις παραστάσεις, η διάθεσή μου απέναντί τους ήταν τελείως διαφορετική. Γι' αυτό, ενώ αρχικά ήταν πιο ψυχρή αυτή η σκηνή, την άλλαξα, για να μην είναι τόσο αποστασιοποιημένη. Θαυμάζω πάρα πολύ τους ανθρώπους που έχουν διορθώσει το φύλο τους, μπορώ και βλέπω πια πέρα από την εικόνα, πώς είναι να καταλαβαίνει ένα παιδί στα 8, στα 10 ότι υπάρχει ασυμβατότητα ψυχής και σώματος, πώς θα το δεχτεί, θα το εκμυστηρευτεί, θα προχωρήσει σε αυτή την απόφαση. Είναι βαρύ φορτίο για να το σηκώσει ένας άνθρωπος, κι όμως αυτοί το σηκώνουν, προσπαθούν και καταφέρνουν να φτιάξουν τη ζωή τους».

 

Δεν βρέθηκα στο κυνήγι της ατάκας αυτήν τη φορά, γιατί κάποιος που εκτοξεύει μόνο ατάκες δεν είναι κανονικός άνθρωπος, είναι avatar στο twitter. Είναι διαφορετικές οι ανάγκες και οι συνθήκες σήμερα, σε σχέση με πριν από δέκα χρόνια. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Δεν βρέθηκα στο κυνήγι της ατάκας αυτήν τη φορά, γιατί κάποιος που εκτοξεύει μόνο ατάκες δεν είναι κανονικός άνθρωπος, είναι avatar στο twitter. Είναι διαφορετικές οι ανάγκες και οι συνθήκες σήμερα, σε σχέση με πριν από δέκα χρόνια. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Η κουβέντα μας περνά αναπόφευκτα από το bullying που μας απασχολεί όλους ιδιαίτερα αυτές τις μέρες, παρόλο που το θέμα είναι προφανώς της «μόδας» και ό,τι κι αν ειπωθεί ή γραφτεί, δεν προσεγγίζεται εύκολα. Ρωτώ τον Γιώργο αν έχει υπάρξει θύμα στην εφηβεία του, καθώς μεγάλωνε στην επαρχία. «Ήμουν παιδί με ισχυρή προσωπικότητα. Όταν ερχόταν κάποιος να μου το παίξει μάγκας, αντιδρούσα. Στεκόμουν απέναντί του με πολύ θάρρος και χρησιμοποιούσα το όπλο του λόγου. Όταν αντιμετώπιζα σχετικές επιθέσεις, υπερασπιζόμουν τον εαυτό μου, αντιστεκόμουν. Θεωρώ ότι πρέπει να δυναμώσουν τα παιδιά που υφίστανται bullying, αν όχι από μόνα τους, να μιλήσουν για να πάρουν δύναμη από κάπου. Το δίπολο καλού-κακού υπάρχει παντού. Ωστόσο, πιστεύω στην καλή πλευρά των ανθρώπων κι ας αναδεικνύονται οι διάφορες άσχημες πτυχές της κοινωνίας μας. Αυτό που με στενοχωρεί περισσότερο είναι που η κοινωνία παρέχει άσυλο στο κακό. Άνθρωποι πάντοτε θα χάνονται με άδικο τρόπο πριν την ώρα τους, αυτό συνέβαινε ανέκαθεν. Εγώ όμως δεν θα μπορούσα να ζήσω, γνωρίζοντας κάποια πράγματα και μη λέγοντάς τα».

 

Ο Γιώργος λατρεύει τα ταξίδια. Πριν από δύο χρόνια γύρισε όλη την Ευρώπη με το αυτοκίνητο, περνώντας από 23 κράτη μέσα σε 37 ημέρες. Το μισό ταξίδι το έκανε μόνος, το υπόλοιπο με φίλους. Έδωσε μια ισορροπία ακόμα και σε αυτό, όπως επιχειρεί να κάνει σε όλη του τη ζωή. Όταν δεν δουλεύει, μπορεί να περάσει πολλές ώρες με χαζές ενασχολήσεις, παίζοντας, ας πούμε, παιχνίδια στο κινητό. Μετά θα τα βάλει με τον εαυτό του που έχασε τη μέρα. Παρότι γράφει για την τηλεόραση, δεν βλέπει τηλεόραση. Σκέφτεται, μάλιστα, να την εξαφανίσει από το σπίτι, μετά το πέρας της σειράς, αλλά δεν είναι σίγουρος αν τελικά θα τα καταφέρει. Έχει πλάνα για μετάβαση στον κινηματογράφο, αλλά επειδή τα τελευταία χρόνια έχει απομακρυνθεί αρκετά από την τέχνη που τον έκανε να θέλει να γίνει αυτό που είναι σήμερα («όταν σπούδαζα Νομική στη Θεσσαλονίκη, πήγαινα ανά δύο μέρες σινεμά»), νιώθει ότι πρώτα πρέπει να αναθερμάνει τη σχέση του με το συγκεκριμένο μέσο. Κλείνοντας, τον ρωτώ αν έχει απωθημένα. Αναφέρεται στην αγάπη του για τον αθλητισμό που κάποτε τον έκανε να θέλει να ασχοληθεί επαγγελματικά με τον στίβο, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι ποτέ δεν έγινε καρκίνωμα η τελική αποχή του και αλλαγή επαγγελματικής πορείας. «Απωθημένα έχω μόνο σε προσωπικό επίπεδο, σχέσεις που δεν εξελίχθηκαν όπως θα ήθελα. Επαγγελματικά, σίγουρα όχι. Κάποια πράγματα τα έκανα καλά, κάποια θα μπορούσα καλύτερα, κάποια τα απέφυγα, και από όσα δεν απέφυγα, τουλάχιστον κάτι πήρα. Καλά τα έχω πάει!».

 

Θαυμάζω πάρα πολύ τους ανθρώπους που έχουν διορθώσει το φύλο τους, μπορώ και βλέπω πια πέρα από την εικόνα, πώς είναι να καταλαβαίνει ένα παιδί στα 8, στα 10 ότι υπάρχει ασυμβατότητα ψυχής και σώματος, πώς θα το δεχτεί, θα το εκμυστηρευτεί, θα προχωρήσει σε αυτή την απόφαση... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Θαυμάζω πάρα πολύ τους ανθρώπους που έχουν διορθώσει το φύλο τους, μπορώ και βλέπω πια πέρα από την εικόνα, πώς είναι να καταλαβαίνει ένα παιδί στα 8, στα 10 ότι υπάρχει ασυμβατότητα ψυχής και σώματος, πώς θα το δεχτεί, θα το εκμυστηρευτεί, θα προχωρήσει σε αυτή την απόφαση... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO


Η «Εθνική Ελλάδος» προβάλλεται κάθε Τρίτη στις 22:20 στο Mega.