Η ποίηση είναι κάτι σαν ξαδερφάκι του κινηματογράφου. Κάνει κούνια μπέλα ανάμεσα στην οπτική παραίσθηση και την πεζότητα. Τινάζει την γλώσσα σαν ένα σεντόνι από στερεογράμματα. Αν η καθημερινή μας επικοινωνία είναι μια εμπριμέ ταπετσαρία από γλωσσοδέτες, η ποίηση είναι ένα οπτικό τρικ. Φυτεύει τρισδιάστατα σχήματα μέσα στις λέξεις.  Είναι σαν να μπαίνεις μέσα στη φωνη του άλλου φορώντας 3D γυαλια. Πίσω από κάθε γράμμα μια τρισδιάστατη πίστα  Επιδρά στο μυαλό σου, όπως ο ήλιος και οι χημικές ουσίες. Απανωτές συγκινισιακές ενέδρες κλωτσούν το ''άλλο'' στην καρδιά του ''ίδιου''.   Είναι αυτό που λέμε οικονομία της έκστασης – ένα εκχύλισμα σεροτονίνης.

Όπως και χρηματική οικονομία έτσι και η ποιητικη βασίζεται στη μάχη της''αξίας'' ενός χαρτιού, μιας εικόνας, ενός ‘’σημείου’’ Οι ποιητικές σκέψεις μοιάζουν σαν το πρόσωπο ενός χαρτονομίσματος. Τα κολάζ από αριθμούς, μνημεία και πρόσωπαν ρυθμίζουν το ερεθιστικό περιεχόμενο  κάθε δοσοληψίας. Ο ''πλούτος'' εδώ είναι κάτι σαν διαταραγμένο παζάρι με τις ποικιλίες της φθήνιας. Ανατρέπει όλες τις παγιωμένες αντιλήψεις για τη φτώχειας, της απόλαυσης και της αξιοπρέπειας. Πάρε για παράδειγμα το παρακάτω ''καβαφικό ποίημα'' και δες πόσο εύκολα χορεύει τη μουσική της φθήνιας, της ''ηθικής'' και του κοινότοπου.

Κωνσταντίνος Καβάφης
Όσο μπορείς

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηγαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.
[1913]

Λέει μην ''εξευτελίζεσαι'' και μπορείς να φανταστείς τους φιλόλογους, οι ακαδημίες αθηνών, διαφωτιστές κομμάτων να το διαβάζουν ως μανιφέστο ''ευπρέπειας''. Όμως είναι ένα στερεογραμματικός κώδικας -- γράφτηκε για να διαβαστεί κάτω από το εκτυφλωτικό φως της παρεκτροπης – σαν ένας χορός της κοιλιάς. Ευτελισμός εδώ είναι η ''συνάφεια του κόσμου'', η ''έκθεση στις σχέσεις και τις συναναστροφές''. Οι πολλοί προϋποθέτουν την ''ηθική'' ως πόζα. Επομένως εξευτελισμός είναι να παραχωρείς στους άλλους τη γλώσσα της αυτο-έκθεσης--ξεφτίλα είναι η υπαγόρευση του εικαστικού περιεχομένου της ξεφτίλας, δηλαδή η υποταγή στον ετεροκαθορισμό της ευπρέπειας. Ρεζιλίκι είναι η υποταγή στην ηθική των πολλών και στις επιβεβλημένες συμβάσεις του κύρους -- δηλαδή στην παγίωση της ''εικόνας'' της αξίας που επιφέρει η συναναστροφή με τους πολλούς.

Και κοίτα τι έγινε τελικά!
Ένα ποίημα που γράφτηκε για να σαμποτάρει την ίδια την έννοια της ευπρέπειας -- μετουσιώθηκε σε μετωνυμία της ευπρέπειας. Αναδείχθηκε σε είδωλο της ηθικής του γράφειν: οικονομία στην έκφραση, συμπύκνωση, κόψιμο της φανφάρας, αριστοκρατική ειρωνεία. Ο αντίπαλος το πήρε υπό την προστασία του -- και το έκαψε μέσα στην ασφυξία του μονοσήμαντου κανόνα, επιβάλλοντας μια ξηρότητα στους τρόπους που απολαμβάνουμε και ''αξιολογούμε'' την ποιητική απόλαυση. Για να διασωθεί στερεογραμματικά το ποίημα πρέπει να (επανα) τοποθετηθεί κάτω από το ήλιο της παρεκτροπής! Να το ξανα-τσουλήσει μέσα στην έρημο του πραγματικού – να ξαναβρεί μια αξιοπρέπεια μέσα στην παραίσθηση – να συγχωτισθεί με τεθλασμένα νοήματα, αγριωπές τσιφτετελούδες, σαουδάραβες ηδονο-παραγωγούς.

 

Το μυστικό σου χρέος απέναντι στον Καβάφη και τον κάθε Καβάφη είναι να ζεις τη ζωή του σαν ένα ατελείωτο ξεφάντωμα συνειρμικών παιχνιδιών – ένα ατελείωτο πράιντ. Το πάρτι δεν σταματάει όταν σταματάει η μουσική, όταν φεύγουν οι φίλοι και όταν αδειάζει ο τραπεζικός λογαριασμός. Η ''γιορτή της περηφάνειας'' συνεχίζεται όταν γυρνάς σπίτι άδειος και απένταρος -- αλλά όχι άκαρπος. Όταν επιμένεις να μετουσιώσεις τον απολογισμό της μέθης και του άσκοπου ξοδέματος σε ένα νεο, κρυπτογραφικό ημερολόγιο απολαύσεων.

 

Να λοιπόν ένα τέτοιο ημερολόγιο:  

 

 

 

Ἠταν ένα πάρτυ αεροβικής με τη jane fondα και ένα party animal-- confidence trickster -- που είχε γίνει ευρύτερα γνωστός με την επωνυμία ''Κάφκα''. 
Στην ουσία ήταν ένας διαγωνισμός ποιητικής και ξεσαλώματος με θέμα '' Σπουδή Πάνω στο Λιώσιμο της Γραφειοκρατἰας''

ονομάσαμε ''πρωταθλητή'' και ηγεμονικό είδωλο της Γραφειοκρατίας το θέμα ''Καβάφης'' και αρχίσαμε τις αθλοπαιδιές.

ο Καβάφης -- προτού γίνει ηγεμονική μαρκίζα της Γραφειοκροτίας -- 
ήταν μελος της Συμμοριας των Τρολ της Εσχατιάς. Ερχόταν στα πάρτι μας -- κατάπινε cleaning agents -- και έγραφε λυρικά δοκίμια -- αντικαθιστώντας τις λέξεις -- με αεροβικές χειρονομίες -- προσαρμοσμένες στο ρυθμό, τη φωνητικἠ και αμφιθυμία της hard house τέκνο.


Η μεταμορφώση του σε Πριμαντόντα της Γραφειοκρατίας σήμανε τη μεταμόρφωση του διαγωνισμού μας σε πάρτι αποχαιρετισμού-- τώρα πια το ξέραμε -- η ποίηση είναι ένας διαγωνισμος κυρους σε άλλο τεμπο.

‘’Καλά λοιπόν’’ είπαμε . ‘’Ας δυναμώσουμε το τέμπο!’’

 

 

 

 

Κάθε διαγωνισμός ξεσαλώματος – κάθε πάρτι-- γεννάει εκλάμψεις που μοιάζουν με αδικημένα παιδιά: αποστερούνται το δικαίωμα της στοργικής ανατροφής. Δεν αποκτούν ποτέ ληξιαρχική αναγνώριση. Παρά την ευγενική τους καταγωγή -- και κυριώς την αγάπη -- των γονέων τους δενκαλλιεργούνται ποτέ.

Χάνονται με την ίδια άγρια και λυσσώδη ταχύτητα που γεννιούνται

Όμως όπως ακριβώς και οι ιχνογραφίες των ψηφιακών αυτοσχεδιασμών -- η προσωρινότητα τους συνιστά την ιδιοφυϊα τους και το μεγαλειο τους. Η ταχύτητα τους αντικαθιστά το κὐρος με ύφος -- ξηλώνει τα κριτήρια αξιολόγησης -- χαμογελα σε ένα άλλο είδος υπαρξισμού.

πρόκειται για παιδιά αφιερωμένα στην ιδέα της εγκυμοσύνης -- ως μιας κατάστασης αιωνίας -- αυτο-εκπληρούμενης -- an end in itself.

 


Στο τελευταίο μας πάρτι -- τα πρωτα λογάκια του πρώτου παιδιού μας ήταν ''μη θυσιάσεις ποτέ την ποιητικότητα σου για χάρη της ποίησης, ας τους να καούν''

και αφού τα είπε αυτά, έγειρε το κεφαλάκι του και κάηκε!

 

 

 

 

 

 

 Βασικά μας είχε πει να τον φωνάζουμε Σίλβια από τότε που έμενε στην Αλεξάνδρεια -- αλλά τις ποιητικές του συλλογές τις υπέγραφε με άλλο όνομα -- ''Καβάφης''

Μετά βέβαια που πήγε στην Αμερική έκανε αλλαγή φύλου, και έφτιαξε ένα επώνυμο-τρολιά
''ποίηση -- ποιώ -- πλάθω -- Πλαθ.
''Αυτό είναι!''
''Θα με φωνάζετε Σίλβια Πλαθ''

''Πλάθω μια Πλαθ'' – ήταν ένας γλωσσικός παρενδυτισμός πάνω στο σώμα --
ένα Drag show με θέμα: ''οι Ποιητές των Γραμματοσήμων''.

Βεβαίως μερικά από χρόνια το βαρέθηκε και αυτό -- Οverdose-- είπε ''Μπάφιασα με τους Ηρωισμούς της Μπαναλιτέ''

Το κουστούμι της ποιήτριας-νοικοκυράς το αυτοκτόνησε πανηγυρικά.

[Το είχε σκεφτεί από τα σίριαλ της Λούσι Μπολ – ήθελε πάντα να πάντα γυρίσει μια σειρά–
''1000 και Ένας Τρόποι Να Τα Κακαρώσεις Μέσα στην Κουζίνα''.
Σε κάθε επεισόδιο η Λούσι θα πέθαινε με νέο τρόπο. Αυτό με το φούρνο ήταν το επεισόδιο 27 νομίζω, σε ένα άλλο πέθαινε μέσα στο ψυγείο ]

Και από τότε το έριξε περιχαρής στον υπαρξισμό, τη χημεία και τις πρωινές τηλεοπτικές εκπομπές....