Η ποίηση του καπετάνιου Αλέξανδρου Μοντεσάντου

 Η ποίηση του καπετάνιου Αλέξανδρου Μοντεσάντου Facebook Twitter
0

 

Πληροφορήθηκα την ύπαρξη του κεφαλλονίτη ναυτικού και ποιητή Αλέξανδρου Μοντεσάντου (1898-1965) το 2000, όταν είχε πέσει στα χέρια μου το CD του Σωτήρη Δεμπόνου «Ουράκας», μια παραγωγή του Θεατρικού Οργανισμού «Στιγμή», το οποίο αφορούσε σε μελοποιήσεις στίχων του «καταραμένου» ποιητή. Ο Δεμπόνος ήταν κάτοχος ορισμένων χειρογράφων του Μοντεσάντου, που ανήκαν στο αρχείο του ιστορικού, Κεφαλλονίτη επίσης, πατέρα του, και στα οποία βασίστηκαν προφανώς οι μελοποιήσεις.

Μια δεκαετία νωρίτερα, το 1990, είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Έρασμος το βιβλίο Barco: «Macao», με τα διασωθέντα ποιήματα του Μοντεσάντου, τα οποία συνόδευε ένας εκτενής επίλογος γραμμένος από τον ποιητή, μεταφραστή και ψυχίατρο Μάριο Μαρκίδη (1940-2003). Ο Μαρκίδης ήταν γνώστης της πρωτοβουλίας του Δεμπόνου, συμμετέχοντας κατά έναν τρόπο στη δισκογραφική έκδοση γράφοντας ένα σχετικό σημείωμα…

Η ποίησή του Μοντεσάντου είναι πιο ιδιωματική από εκείνη του Καββαδία, αγκαλιάζει πιο σφιχτά τη ναυτική διάλεκτο αναδίδοντας έναν ιδιότροπο λυρισμό, είναι συχνά περίκλειστη, ενώ «φωτίζεται» σπανίως από κάτι στεριανό.

«Γνώρισα», σημειώνει μεταξύ άλλων ο Μαρκίδης «τον πλοίαρχο(;) Αλέξανδρο Μοντεσάντο σε χρόνια που εξευτέλιζαν τους ανθρώπους αλλιώτικα απ’ ότι τα σημερινά ΚΑΠΗ. Τον είχε χτυπήσει και αυτόν –και τον έκλεισε στο άσυλο– η αρρώστια της λαμαρίνας. Το λέω μεταφορικά, εννοώντας την πάθηση του καραβιού όταν έπειτα από μήνες θάλασσας πιάνει λιμάνι. Με δέχτηκε με τη γενναιοδωρία του Κεφαλλονίτη, μολονότι στο ασυλιακό δεσποτάτο του δεν είχε πλέον να προσφέρει στον επισκέπτη του τίποτα. Λάθος: είχε να του χαρίσει, ξετρυπώνοντας από μια γωνιά της τελευταίας καμπίνας του, κάτι εξωτικό ταυτόχρονα και πολύτιμο. Δυο-τρία καλλιγραφημένα με το χέρι του ποιήματα από τη συλλογή (που δεν την είδε τυπωμένη ποτέ) ‘Ουράκας’. Ό,τι και να ’ναι το Ουράκας, αφορά μακρινούς τόπους, γλώσσες, ομίχλες και θάλασσες…(…)».

Το άλμπουμ του Σωτήρη Δεμπόνου είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κυρίως γιατί επιχειρήθηκε να συνδεθεί η ποίηση του Μοντεσάντου με τις μουσικές του τόπου του (τις καντάδες, τις αριέτες, τους κεφαλλονίτικους μπάλους), μέσα από ενοργανώσεις στις οποίες είχαν χρησιμοποιηθεί μαντολίνο, ακορντεόν, βιολί, κιθάρες κ.λπ. Φυσικά, τα λόγια του ποιητή ήταν εκείνα που στάζανε οξύ στα σωθικά μας… Ένα πρώτο ανατριχιαστικό δείγμα…

 Η ποίηση του καπετάνιου Αλέξανδρου Μοντεσάντου Facebook Twitter

CAPTAIN YALMAR

Του αξίου ανθρώπου και φίλου μου, κυρίου, Γεωρ. Σταμπολή

Σάλπαρε απ’ την Σουραμπάγια μ’ έβενους και κεχριμπάρια,
πεντακάταρτη άσπρη σκούνα γι’ άλλο πόρτο αλαργινό
κι’ είχε τσούρμο διαλεγμένο πάλλευκο άνθος βορεινό,
έφηβους θαρρείς φκειαγμένους στ’ Απολλώνια πάνω αχνάρια.

Και σ’ αυτούς, ωχ, χάρμα ο Γιάνσεν! Σπέρμα αγέρινης αγκάλης,
ελουλούδιζε όμοια σάμπως κάμπος να ’ταν εαρινός
μες τα μάτια του όλος θάμπος λάμπιζε ο Αυγερινός
κι’ ηρεμούσε στην θωρηά τους ως κι’ ο κόρφος της Μπεγκάλης.

Τόσο, που κι’ ο κάπταιν Γιάλμαρ μ’ όλη την μισανθρωπία,
έτρεφε γι’ αυτόν μεγάλη μια παράξενη στοργή
κι’ όπως λένε στο Όσλο τού ήταν ότι κι’ ο άξονας στην γη
και των σκότιων λογισμών του μια ηλιοφώτιστη θωπεία.

Με τον κόσμο της γιομάτο πόθους έξαλλους κι’ ελπίδες,
πέρναγε απ’ ωκεανούς και κόρφους με χαρούμενην ιαχή
και σκαρί σφιχτοδεμένο με ακατάβλητη ψυχή,
κυριαρχούσε ως και στου Χόρνου τις μαγγιόρες καταιγίδες.

Κι’ έτσι οι ημέρες της κυλούσαν ζήσης όμοιας με των θρύλων,
λάσκα γάμπια, παπαφίγγο, βράδυ, νύχτα και πρωινό
και χαρούμενη ως τα μπούνια διάβηκε Ισημερινό,
παραλλάζοντας σαν γλάρος τις γραμμές των παραλλήλων.

Μα όπως ξέγνοιαστη αρμενούσε μες την τροπική ατμοσφαίρα,
μόλλησε στα ξάφνου η φύση ξώφρενο κατακλυσμό
κι’ αφού πάλαιψε –λες– τίγρις κόντρα σ’ άγριο εξοργισμό
πήγε σύψυχη στον πάτο, δίπλα στου Σαίν Πωλ την ξέρα.

Απ’ τα μέρη της ξακλήρειας τα νερά τ’ αφορεσμένα,
διάβηκε ένα μπάρκο μπέστια με άπνοια κάποιο δειλινό
κι έγραψε στο ημερολόγιο: «Πλάτος 5ο βορεινό,
επιπλέουνε δυο κουφάρια, σαν σε πόθο αγκαλιασμένα»...

 

Η ναυτική ποίηση του Μοντεσάντου είναι καταφανώς επηρεασμένη από εκείνη του συμπατριώτη του Νίκου Καββαδία. Ο Μοντεσάντος είχε διαβάσει, λογικά, το «Μαραμπού» (1933), ενδεχομένως και το «Πούσι» (1947), φιλοτεχνώντας όμως το δικό του θαλασσινό τοπίο, που ήταν –όπως διαφαίνεται από τα λίγα σωσμένα ποιήματά του– απόκοσμο, «μαύρο» και ενίοτε σαρκαστικό.

Η ποίησή του είναι πιο ιδιωματική από εκείνη του Καββαδία, αγκαλιάζει πιο σφιχτά τη ναυτική διάλεκτο αναδίδοντας έναν ιδιότροπο λυρισμό, είναι συχνά περίκλειστη (κινούμενη μέσα στα όρια του καραβιού και της ψυχής του), ενώ «φωτίζεται» σπανίως από κάτι στεριανό (μια γυναίκα ίσως, αν κρίνουμε από το ποίημά του «Ντιάνα»).

Πάντως και ο Καββαδίας γνώριζε τον πλοίαρχο Μοντεσάντο, έχοντάς τον κιόλας αντιγράψει! Αυτό το είχα διαβάσει πριν κανα χρόνο στο blog του Νίκου Σαραντάκου, όταν έγινε μια κάποια αντιπαραβολή του «Barco: “Macao”» του Μοντεσάντου με την «Αρμίδα» του Καββαδία. Τα δύο ποιήματα όντως μοιάζουν… με μια διαφορά όμως. Η «Αρμίδα» δημοσιεύτηκε το 1947 στο «Πούσι», ενώ το «Barco: “Macao”» στο τεύχος 141 του λογοτεχνικού περιοδικού «Νεοελληνικά Γράμματα» την 26/8/1939. Ο Καββαδίας, λοιπόν, μπορεί να αποτέλεσε τον «δάσκαλο» του Μοντεσάντου, δεν αδιαφόρησε όμως και για την ποίηση του «μαθητή» του. Ένα επόμενο δείγμα…

 Η ποίηση του καπετάνιου Αλέξανδρου Μοντεσάντου Facebook Twitter

ΑΤΖΥΜΙ

 

«Θεέ, ας μου γένει το χατήρι

να πατήσω Γιοκοχάμα

για να κάμω χαρακίρι

με την χρυσαφένια κάμα,

μες το ιερό του Μαγιαντόση

σαν αντάξιος της φυλής μου

κι’ έτσι Θεέ μου να τελειώσει

το μαρτύριο της ψυχής μου.»

 

Με σκοτάδι, με φεγγάρι

κάθε αποσπερνό απ’ την πρύμη,

το μακάβριο αυτό τροπάρι

έψελνε στο Θεό του ο Ατζύμι,

θερμαστής μες το «Λαπώνια»

φορτηγό της Ρόπνερ Λάιν

που ’χε ναύλο για δυο χρόνια

Μπρίσμπαιην-Νιουκάστλ ον Τάιν.

 

Και το τσούρμο που αγαπούσε

το θλιμένο σύντροφό του,

μάταια να ’μπει προσπαθούσε

στο μεγάλο μυστικό του,

να ’βρει πιο στυγνό μαράζι

ποια θανάσιμη αγωνία

δίχως οίκτο τον προστάζει

να σφαχτεί στην Ιαπωνία.

 

Μα εκεί μόνον σαν το πλοίο

φούνταρε την άγκυρά του

κι’ ο πιστός με μεγαλείο

ρήμαξε όλα τ’ άντερά του,

βγήκε φόρα πως η Αμάτι

σε καπρίτσιο της μοιραίο,

το συζυγικό κρεββάτι,

λέρωσε μ’ ένα Ευρωπαίο…

 

Διαβάζουμε στην εισαγωγή του βιβλίου των εκδόσεων Έρασμος...

«Λένε (για τον Αλέξανδρο Μοντεσάντο) πως είχε έτοιμες δύο συλλογές, τα ‘Ουράκας’ (απάνθρωπα νησιά του Ειρηνικού) και την ‘28η Οκτωβρίου’. Χειρόγραφες συλλογές, καλλιγραφημένες, με αρρενωπά κεφαλαία και θηλυκά μικρά, που αν δεν έφτασαν στα χέρια μας, αν σκορπίστηκαν και χάθηκαν, το οφείλουν στην καλλιγραφία τους. Όσοι μπήκαν μέσα στα Ουράκας και τα έκλεψαν, τα έκλεψαν για να τα κάνουν κάδρα. Στη συλλογή αυτή περιλαμβάνονται όσα πρόλαβε να μοιράσει ζωντανός. Ύστερα, ξαναβγήκε στη γέφυρα για να πιάσει το τιμόνι – μα που πια τιμόνι».

Ο «ΜΙΣΟΓΥΝΗΣ»

Της φίλης μου Μαρίκας

Μόλα ιμπάντο την πρυμάτσα

κι’ από Σίγκαπορ για Νίτον,

σάλταρε στο «Αριστογείτων»

ένας γάτος σπάνια ράτσα.

 

Τέτοιο σάλτο απελπισμένος

μοναχά θ’ αποτολμούσε

και το τσούρμο όλο απορούσε

πώς σκαπούλαρε ο καϋμένος.

 

Παραδόξως «Μισογύνη»

τον βαφτίσαν το ίδιο βράδυ,

π’ όλων δέχονταν το χάδι

με άπειρην ευγνωμοσύνη.

 

Πλιό δε μνήσκει αμφιβολία

πως ψυχούλα είχε άνου κάτου,

λες και πρόδρομος Θανάτου

στο ύφος του η μελαγχολία.

 

Ουραγκάνι στην ψυχή μας

κι’ όλο πένθος πρύμα πλώρα,

σαν ρωτηόμαστε αν στη μπόρα

θ’ αγαντάρει το γατί μας.

 

Κάκου η γέφυρα σκυλιάζει:

«Ρε, μη σκάτε και θα γιάνει,

πιάνω απόστα σε λιμάνι

να τον σώσω απ’ το μαράζι.»

 

Μα εμάς όλους πέρα ως πέρα

μαύρο σιγοτρώει σαράκι,

πως μεσίστια σε λιγάκι

θε να κατεβεί η παντιέρα.

 

Κι’ ως ο πλοίαρχος φουντάρει,

πριν κι’ ο σύντροφος μάς ρέψει

μια γατούλα είχε μπαρκάρει

που θα μας τον θεραπέψει.

 

Μ’ αυτός σάμπως να ετρελλάθη

την ξανοίγει βλοσυρά,

παίρνει μια βουτιά κι’ εχάθη

μέσα στ’ άπατα νερά…

Τα ποιήματα του Αλέξανδρου Μοντεσάντου δεν είναι και τόσο γνωστά (μάλλον είναι άγνωστα), κι ας έχουν κάνει δύο εκδόσεις έως τώρα (η πρώτη στον Έρασμο το 1990 και η δεύτερη στην Εκάτη το 2004).

Παρά ταύτα, ψάχνοντας κανείς στο YouTube, θα διαπιστώσει πως ορισμένα έχουν ήδη μελοποιηθεί – και όχι μόνο από τον Σωτήρη Δεμπόνο. Υπάρχει, κατ’ αρχάς, μια κακή rap-οειδής εκδοχή μερικών από έναν onesecbeforetheend και ακόμη μία ωραία μπαλαντική του «Ουράκας» (και του «Μισογύνη») από τον καλαματιανό ποιητή και τραγουδοποιό Δημοσθένη Μιχαλακόπουλο.

Στο χειρόγραφο του «Ουράκας», που υπάρχει φωτογραφημένο στο booklet του CD του Δεμπόνου, φαίνονται δίπλα στον τίτλο του ποιήματος κάποιες γεωγραφικές συντεταγμένες (32ο Βόρειο Πλάτος, 157ο Ανατολικό Μήκος), οι οποίες πιθανώς να αφορούν στο Ουράκας – ένας ηφαιστειογενής βράχος στον βορειοδυτικό Ειρηνικό, που ανήκει στο σύμπλεγμα Northern Mariana Islands, όπως διαβάζω στις σχετικές επεξηγηματικές σημειώσεις. Πήγα στο map data του Google και μετέφερα τον κέρσορα στις συγκεκριμένες συντεταγμένες, αλλά εκεί υπήρχε μόνο θάλασσα… Θέλω να υποθέτω πως οι συντεταγμένες του Μοντεσάντου πρέπει να αφορούσαν στο πού βρισκόταν το καράβι του, όταν έγραφε το ποίημα και όχι στην ακριβή θέση του Ουράκας, που μάλλον κείται νοτιοδυτικότερα εκείνου του σημείου, στις 16,4ο Βόρειο Πλάτος – 145,4 Ανατολικό Μήκος. Αυτές οι συντεταγμένες αφορούν στην ηφαιστειογενή βραχονησίδα Sarigan του αρχιπελάγους Mariana, ανατολικά των Φιλιππίνων, που λογικά είναι το Ουράκας.

Μια φωτογραφία του Sarigan από το wired.com, το ποίημα και η μελοποίησή του από τον Δημοσθένη Μιχαλακόπουλο…

ΟΥΡΑΚΑΣ, Ιαπωνίας

10-11-1953, της Μητέρας μου 


Πάντερμο στα βόρεια πλάτη του άσπλαχνου Πασιφικού,

μ’ ένα ηφαίστειο π’ από χρόνια κάθε δράση του έχει σβύσει,

δίχως πράσινο που να ’χει μες στο χώμα του βλαστήσει,

ψήνεται, το Ουράκας, πάνω στη γραμμή ενός τροπικού.

 

Τ’ ακρογιάλια του στους αιώνες δεν γνωρίσανε ψαρά,

μες τους όρμους του δεν έχει κάποιο πλεούμενο φουντάρει,

μα ούτε κι’ απ’ τους δυο του κάβους μια παράλλαξη έχει πάρει,

σάμπως να ’ναι αφορεσμένα τα γαλάζια του νερά.

 

Μες τα σπήλαια, στις ρωγμές του δεν σαλάγεψε ερπετό,

’πα στα βράχια του ένα αγκάθι δεν εχάρηκε τη ’μέρα

και στης άπνοης πλάσης γύρω τη νεκρώσιμη ατμοσφαίρα,

δεν ακούστηκε ούτε γκιώνη πένθιμο κελαδητό.

 

Σαν το αγνάντεψα στη βάρδια κι’ ως η δύση ήταν χρυσή,

φόρτωσε τα τρίσβαθά μου τρισαπέραντη συμπόνια

κι’ από τότε, αν και κυλούσαν αδυσώπητα τα χρόνια,

πάντα θέμα ήταν του νου μου το πεντάκληρο νησί.

 

Κι’ όπως τώρα ενός τυφώνα μαύρη ανήλεη συννεφιά,

σύγκορμη μες απ’ τα μύχια την ψυχή μου έχει ερειπώσει

κι’ όπως αδικίες και πόνοι μ’ έχουν τόσο αποκαρδιώσει,

ωχ! Πώς θα ’θελα, του Ουράκας, να ’μαι η μόνη συντροφιά...

 

 

 

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η άνοιξη των επαναστάσεων: Το 1848 και η Ευρώπη που δεν έγινε ποτέ

Βιβλίο / «Η Άνοιξη των επαναστάσεων»: Η Ιστορία γράφεται και από τους ηττημένους

Ο διακεκριμένος ιστορικός του Κέμπριτζ, Κρίστοφερ Κλαρκ, καταθέτει μια φιλόδοξη σύνθεση, προσεγγίζοντας τις εξεγέρσεις του 1848 στην Ευρώπη ως ένα ενιαίο, αν και βαθιά ανομοιογενές, φαινόμενο, που αναδιαμόρφωσε τη σχέση κοινωνίας, κράτους και πολιτικής εξουσίας.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΚΗΣ
Σούζαν Τσόι: «Με συγκίνησε η ιστορία του Υψηλάντη!»

Βιβλίο / Σούζαν Τσόι: «Με συγκίνησε η ιστορία του Υψηλάντη!»

Με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψή της στην Αθήνα, μια από τις σημαντικότερες σύγχρονες Αμερικανίδες συγγραφείς μιλά στη LiFO για τα οικογενειακά μυστικά, την κουλτούρα των βραβείων και το επεισόδιο της Ελληνικής Επανάστασης που την άγγιξε.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Πόσα μυστικά μπορεί να κρύβει ένας επιτυχημένος γάμος

Βιβλίο / Θοδωρής Καλλιφατίδης: «Η πραγματική εξορία είναι να ζεις χωρίς αγάπη»

Στο μυθιστόρημά του «Φίλοι και εραστές», ο κορυφαίος συγγραφέας, μέσα από την ιστορία ενός Σουηδού μεσήλικα που αναμετριέται με το παρελθόν του, μας ξεναγεί με απλή και μεστή γλώσσα στη δεύτερη πατρίδα του, την πολυπολιτισμική Σουηδία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Πόσο επικίνδυνη είναι η Σάλι Ρούνεϊ;

Βιβλίο / Πόσο επικίνδυνη είναι η Σάλι Ρούνεϊ;

Από τη σύγκρουση με τη βρετανική αντιτρομοκρατική νομοθεσία και την εκδοτική απόσυρση των βιβλίων της έως τη διεθνή αλληλεγγύη, αυτή είναι η ιστορία της Ιρλανδής συγγραφέως που αρνήθηκε να ανταλλάξει την πολιτική της συνείδηση με την ασφάλεια της παγκόσμιας επιτυχίας.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ιωάννα Μπουραζοπούλου: «Μπαίνω στα σκοτάδια των μύθων ατρόμητη»

Βιβλίο / Ιωάννα Μπουραζοπούλου: «Μπαίνω στα σκοτάδια των μύθων ατρόμητη»

Με αφορμή το νέο της βιβλίο, «Φτερούγες κι οπλές στο αστικό δάσος», η συγγραφέας μιλά για τη λογοτεχνία του φανταστικού, την τεχνητή νοημοσύνη, τον έρωτα, κι εκείνη την ανθρώπινη πλευρά που εξακολουθεί να αντιστέκεται σε κάθε αλγόριθμο.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Βιρζινί Βιάρ: Το σφάλμα (ή η αμαρτία) να μην είσαι σταρ στη μόδα

Βιβλίο / Βιρζινί Βιάρ: Το θανάσιμο αμάρτημα του να είσαι αόρατη στη μόδα

Η πρώην καλλιτεχνική διευθύντρια της Chanel έγραψε ένα βιβλίο για να υπερασπιστεί τα πέντε χρόνια της δημιουργικής της πορείας. Αντί, όμως, να ενισχύσει τη θέση της, επιβεβαίωσε την έλλειψη πάθους που τη χαρακτηρίζει, καθώς και την αδυναμία της να εμπνέει.
ΣΤΕΛΛΑ ΛΙΖΑΡΔΗ
Ε.Ε. Κάμινγκς: «Τα φιλιά είναι καλύτερη μοίρα από τη σοφία»

Βιβλίο / Ε.Ε. Κάμινγκς: «Τα φιλιά είναι καλύτερη μοίρα από τη σοφία»

O αντισυμβατικός, ευφυής και διαβόητος Αμερικανός ποιητής, που όσο ζούσε έβλεπε τα βιβλία του να απορρίπτονται και τα ποιήματά του να αποσύρονται, ενώ οι εκδότες τού ζητούσαν να γράφει επεξηγηματικούς προλόγους για να γίνει κατανοητό το ασυνήθιστο ύφος του.
ΜΑΤΟΥΛΑ ΚΟΥΣΤΕΝΗ
Υπάρχει η Αθήνα που αγαπάμε ή είναι μόνο για τουρίστες;

Βιβλίο / Υπάρχει η Αθήνα που αγαπάμε ή είναι μόνο για τουρίστες;

Ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο ΕΚΠΑ, Δημήτρης Πλάντζος, μιλά για το βιβλίο του «Συνέβη στην Αθήνα», που φέρνει στο φως άγνωστες πλευρές της πόλης και καταγράφει τις αλλαγές στις γειτονιές, που γίνονται όλο και πιο ξένες στους ίδιους τους κατοίκους τους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Η (διαρκώς) απρόβλεπτη ζωή και έργο της Αν Κάρσον

Βιβλίο / Αν Κάρσον: «Οι άνθρωποι που αγαπάμε, ποτέ δεν είναι όπως τους επιθυμούμε»

Η Καναδή συγγραφέας, που τιμήθηκε με το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας, άλλαξε τον χάρτη των παγκόσμιων γραμμάτων με την ξεχωριστή γραφή της. Κινήθηκε με απαράμιλλη άνεση ανάμεσα στην ποίηση, το δοκίμιο και το λιμπρέτο, πλάθοντας ένα προσωπικό λογοτεχνικό σύμπαν, όπου η ειρωνεία συνυπάρχει με την ομορφιά και το προσωπικό πένθος συνομιλεί με την οδύνη των κλασικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Βιβλίο / Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Στην «Εκλεκτή των θεών», η πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας εμπνέεται από τον βίαιο εκχριστιανισμό της Ευρώπης, και γράφει ένα πρωτότυπο, σκωπτικό και συγκινητικό μυθιστόρημα για την εξουσία και την εμμονή που οδηγεί στο ιδεολογικό μίσος.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ