Το μόνο που με παρηγορεί είναι ότι ο Δημήτρης πρόλαβε στην σύντομη ζωή του να αγαπήσει την κοπέλα του, τους φίλους του, τις γάτες, τον Μπουκόφσκι, το Decadence, τα βιβλία του Τζούμα, την τεχνολογία, τις πρωτοποριακές ιδέες, το Φιλί του Κλίμτ, και τόσα άλλα που ξεχνώ. Την ίδια την ζωή...
Το μόνο που με παρηγορεί είναι ότι ο Δημήτρης πρόλαβε στην σύντομη ζωή του να αγαπήσει την κοπέλα του, τους φίλους του, τις γάτες, τον Μπουκόφσκι, το Decadence, τα βιβλία του Τζούμα, την τεχνολογία, τις πρωτοποριακές ιδέες, το Φιλί του Κλίμτ, και τόσα άλλα που ξεχνώ. Την ίδια την ζωή...

 

Η πρώτη εικόνα που μου έρχεται στο μυαλό από τον Ευαγγελισμό. Είναι η δεύτερη μέρα που ο Δημήτρης νοσηλεύεται  με λευχαιμία. Σερφάρει στο λάπτοπ, κάποια στιγμή σταματά και λέει δυνατά χωρίς να σηκώσει καν τα μάτια από την οθόνη: «Πέθανε η Amy Winehouse! Δεν σου έλεγα ότι γρήγορα θα συμβεί;». Ακουγόταν σαν να κέρδισε κάποιο στοίχημα.

 

Μια γυναίκα από το απέναντι κρεβάτι που κάνει αέρα με μια βεντάλια σε έναν ασθενή, σταματά.  Για μερικά δευτερόλεπτα κοιτάζει προς το μέρος μας. Το μέρος όπου κάποιος απασφάλισε το ρήμα «πέθανε», και το πέταξε απροειδοποίητα σε ένα θάλαμο αρρώστων απολαμβάνοντας τώρα την έκρηξη.

 

Ο Δημήτρης είχε μαύρο χιούμορ. Η αρρώστια του έμοιαζε πολλές φορές σαν το κατάλληλο πεδίο για να το ξεδιπλώσει. Όπως και την καλοσύνη του.

 

Μετά από μήνα, στο ίδιο δωμάτιο πάλι, ένας άντρας γύρω στα σαράντα, δεν ξέρω πως, έχει βρεθεί εκεί. Αναμένει τα αποτελέσματα κάποιων εξετάσεων και περιμένει από τους αρρώστους του θαλάμου να τον καθησυχάσουν(;). Τον θυμάμαι να λέει συνεχώς « και αν γίνει αυτό, κι αν έχω το άλλο, και αν έχω εκείνο». Οπότε κάποιος ασθενής πετάγεται απηυδισμένος και του λέει: « E τότε, ραντεβού στον άλλο κόσμο!». Θυμάμαι όσοι ήμασταν επισκεπτήριο είχαμε παγώσει και τον Δημήτρη να κρατάει την κοιλιά του από τα γέλια.

 

Ο Δημήτρης είχε μαύρο χιούμορ. Η αρρώστια του έμοιαζε πολλές φορές σαν το κατάλληλο πεδίο για να το ξεδιπλώσει. Όπως και την καλοσύνη του.

 

Δεν θα ξεχάσω ποτέ όταν σε μια από τις ελάχιστες εξόδους από το νοσοκομείο, κάποια στιγμή είχαμε βρεθεί κοντά σε μια στάση του μετρό περιμένοντας το ταξί. Εξαντλημένος και φορώντας χειρουργική μάσκα βλέποντας μια ηλικιωμένη γυναίκα να προσπαθεί να κατεβάσει μια βαλίτσα στα σκαλιά, κινήθηκε προς το μέρος της για να την βοηθήσει. Σχεδόν τον τράβηξα υπενθυμίζοντας του την κατάσταση του.

 

Λένε ότι τους νεκρούς τους κουβαλάμε μέσα μας όσο ζούμε. Δεν ξέρω τι ακριβώς εννοούν. Αυτό που κουβαλάω μέσα μου μετά τον θάνατο του 37χρονου Δημήτρη είναι η αίσθηση ότι πατήθηκε απότομα το stop σε μια 20χρονη φιλία.

 

Το μόνο που με παρηγορεί είναι ότι ο Δημήτρης πρόλαβε στην σύντομη ζωή του να αγαπήσει την κοπέλα του, τους φίλους του, τις γάτες, τον Μπουκόφσκι, το Decadence, την τεχνολογία, τα βιβλία του Τζούμα, τις πρωτοποριακές ιδέες, το Φιλί του Κλίμτ, και τόσα άλλα που ξεχνώ. Την ίδια την ζωή.

 

Στο μνήμα του ένας από τους φίλους του έχει σκαλίσει σε ξύλο δυο λέξεις: «Υπάρχει Αγάπη». Ήταν κάτι που μας έλεγε συχνά στο νοσοκομείο τις μέρες που πάλευε με την αρρώστια.