ΧΩΡΙΣ ΑΛΛΗ ΑΝΑΠΝΟΗ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ
, με το μαλλί – μπιφτέκι και τον ιδρώτα να γλεντάει την ψυχολογία μας, η φίλη και εγώ αποφασίζουμε να πάρουμε ένα παγωτάκι μηχανής για να λήξουμε την πεζοπορία.

 

Στεκόμαστε, όσο το δυνατόν υπομονετικές στην ουρά και χαζολογάμε μέχρι να φτάσει η σειρά μας. Μπροστά μας ένα ζευγάρι κάνει τα δικά του. Δεν πολυδίνουμε σημασία, έτσι είναι οι ερωτευμένοι, αλλά οι διάλογοι δεν γίνονται και ακριβώς ψιθυριστά, ούτε ο νεαρός ούτε η κοπέλα φοράνε μάσκα, οπότε μόνωση καμία και όλα ακούγονται και τα παίρνει ο ζεστός αέρας με χάρη και τα πάει από εδώ κι από εκεί.

 

«Τι θες εσύ, μωρό μου;», τη ρωτάει, περίπου τρυφερά, αυτός.

 

«Μόνο σοκολάτα!», απαντάει εκείνη, χαρωπά, σχεδόν τραγουδιστά και του σκάει ένα φιλί. Κουνιέται σαν εκκρεμές, είναι χαρούμενη και μέσα στην ενέργεια, ενώ εμείς από πίσω κάπου θέλουμε να γείρουμε, αγκαλιά μ’ ένα κλιματιστικό, αν γίνεται.

 

Το «χοντρή» (συγνώμη για τη λέξη) δεν είναι κάτι που θα ακούσεις, επειδή είσαι, αλλά κάτι που θα σου πουν για να σου ρυθμίσει τον τρόπο σκέψης σου. Για εσένα, για το σώμα σου, για τον τρόπο που βλέπεις τις άλλες γυναίκες και τελικά τον εαυτό σου. Αν υπήρχε «εισαγωγή στον εσωτερικευμένο μισογυνισμό», θα ήταν αυτή.

 

«Στέβια ή κανονικό;», έρχεται χωρίς κτητική αντωνυμία η αντίδραση.

 

«Κανονικό, ρε μωρό μου! Δεν τη μπορώ τη στέβια», απαντά με απολογητικό νάζι εκείνη.

 

«Πάρε κρέμα, είναι πιο ελαφριά», συμβουλεύει, χωρίς να του το έχει ζητήσει κανείς, εκείνος.

 

«Μα, δεν μου αρέσει, ρε μωρό μου», υψώνεται μία τόση δα διαμαρτυρία.

 

Και η επανάσταση αναχαιτίζεται ξερά, με 10 λέξεις, ξεδιάντροπα.

 

 «Μωρό μου, ένα κιλό ακόμα να φορτώσεις και σε χώρισα».

 

Μετά σιωπή, ούτε τραγουδιστά φιλιά, ούτε χέρια να κουνιούνται πέρα δώθε με ενθουσιασμό, ούτε τίποτα. Με τη φίλη κάνουμε ότι δεν ακούσαμε, λέμε άλλα αντί άλλων για να μην καρφωθούμε, κοιτάμε γύρω γύρω, με γνήσια αμηχανία. «Εκείνη», παγωμένη ακόμη από το κατακέφαλο, κοιτάει προς τα πίσω να δει πόσοι μπορεί να άκουσαν αυτή την ντροπή. Κοιτάει κι εκείνον, αλλά δεν βγάζει μιλιά.  

 

Παίρνουν τα παγωτά και φεύγουν, παίρνουμε τα δικά μας και τρώμε με μισή καρδιά.

 

«Δεν ήταν καν juicy», σχολιάζει η φίλη και τσεκάρει με πρώιμο τρόμο τις γάμπες της. Δεν λέω τίποτα. Δεν ξέρω τι να πω. Κατά καιρούς έχω εμπλακεί σε άπειρες συζητήσεις με τέτοια θεματική, προσπαθώντας να εξηγήσω ότι δεν έχει να κάνει με τα κιλά, αλλά με τα μυαλά.

 

Όποια παλεύει με τα σχόλια για τα κιλά ή όποια απλώς τη μεγάλωσαν με την αγωνία της ζυγαριάς, όλα αυτά τα ξέρει. Κι όποια δεν πάλεψε, το μαθαίνει στην πορεία.

 

Δεν μιλάμε απλώς για ακόμα έναν κρετίνο «που σού μιλάει για το καλό σου», μιλάμε για σχολή. Το «χοντρή» (συγνώμη για τη λέξη) δεν είναι κάτι που θα ακούσεις, επειδή είσαι, αλλά κάτι που θα σου πουν για να σου ρυθμίσει τον τρόπο σκέψης σου. Για εσένα, για το σώμα σου, για τον τρόπο που βλέπεις τις άλλες γυναίκες και τελικά τον εαυτό σου. Αν υπήρχε «εισαγωγή στον εσωτερικευμένο μισογυνισμό», θα ήταν αυτή.

 

Όσο μιλάμε, θυμάμαι τον εαυτό μου πριν από περίπου μία 20ετία. Με τα μισά χρόνια και τα ίδια λειψά κιλά. Ας πούμε, εγώ μεγάλωσα στον αντίποδα αυτού του mindset, με επίσης ηλίθιες συμβουλές και παρατηρήσεις του τύπου «πρέπει να φας», «βάλε κανά κιλό, θα σε πάρει ο αέρας», «θα σου βάζουμε πέτρες στις τσέπες», «μα, εφταμηνίτικο ήσουν;» κι άλλες τέτοιες πληγωτικές ανοησίες.  Αρλούμπες που πετάνε οι γύρω – γύρω και που αν δεν υπάρχει οικογενειακό πλέγμα να τις κρατήσει απ’ έξω, σε κυβερνάνε σε όλη την ενήλικη ζωή σου.

 

Κι όμως, ακόμη και για την «εφταμηνίτικη», ήρθε μέρα, που σε κάποιο παραθαλάσσιο ταβερνάκι, επιχειρήθηκε συντροφικό φρένο και μέτρημα στις μπουκιές μου που κρίθηκαν πολλές.

 

Εκεί που είχαν έρθει μόνο τα μαχαιροπίρουνα, το ψωμάκι και οι «αλοιφές διάφορες», εκεί που μες στον ενθουσιασμό και με τη θάλασσα αντίκρυ, είχα φάει ορεξάτη τη δεύτερη φετούλα ψωμί, εκεί ήρθε ένα ελαφρύ μπατσάκι στο χέρι και μου έριξε την τρίτη κάτω.

 

Σοκ! Το μπατσάκι συνοδεύτηκε από μία γκριμάτσα αποδοκιμασίας του τότε συντρόφου και την ατάκα – φονιά «ρε συ, θα χαλάσεις το κορμάκι σου, δεν κάνει!».

 

Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Δεν είπα τίποτα, βούτηξα την τσάντα μου και σηκώθηκα από το τραπέζι. Θολά θυμάμαι ότι τσακωθήκαμε και... αντίο.

 

Με είπαν υπερβολική, με είπαν και μυστήρια. Ίσως και ‘μουν. Και σίγουρα, τότε δεν γνώριζα και πάρα πολλά για το συστηματάκι που κυβερνάει την εικόνα μας και πώς ακριβώς «πρέπει» να είναι οι γυναίκες για να θεωρούνται ωραίες (και βασικά στα 20 μου δεν με πολυένοιαζε κιόλας), αλλά ήμουν απολύτως σίγουρη ότι κανείς δεν είχε το δικαίωμα να κάνει τον διαιτητή ανάμεσα σε εμένα και την όρεξή μου. Να μου πει τι να φορέσω. Σε ποιο μέγεθος να χωρέσω. Τι θα ευχαριστηθώ και τι όχι. Σε τι ποσότητα.

 

Κοιτάω προς την κατεύθυνση που έφυγε το «ζευγάρι». Εύχομαι να τής έρθει μια επιφοίτηση και να μην του ξανασηκώσει το τηλέφωνο ποτέ. Να έχει φίλες που την αγαπούν και δεν σηκώνουν τέτοιου είδους προσβολές και ξέρουν να τής εξηγήσουν και γιατί δεν πρέπει να τις ανέχεται. Να έχει γύρω της κύκλο γυναικών που θα της δώσει να καταλάβει πόσο κακοποιητική είναι αυτή η συμπεριφορά κι ας «φαίνεται» υπερβολική η διατύπωση. Πόσο πολύ θα την βρει μπροστά της στο μέλλον, αν δεν αλλάξει κάτι τώρα – αυτόν για αρχή, ας πούμε.

 

Βασικά, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, εύχομαι να με διαβάζει. Με ένα δίκιλο παγωτό σοκολάτα, κατά προτίμηση. Κανονικό, όχι με στέβια.