ΟΤΑΝ Η ΦΩΦΗ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑ αρρώστησε ξανά, η επίσημη ανακοίνωση μιλούσε για «υποτροπή της βασικής της νόσου». Ο καρκίνος ήταν για άλλη μια φορά η αρρώστια που δεν αναφέρθηκε ούτε ονομαστικά, μόνο υπονοήθηκε, σαν κάποια φρικτή καταδίκη. Παλιά μιλούσαν για την «παλιοαρρώστια». Συλλογικά το κακό ξορκίζεται, μακριά από εμάς, κρύβουμε τη λέξη πίσω από σκόρπιες φράσεις. 

 

Κι όμως, όσο λιγότερο μιλάμε για κάτι ή, ακόμα χειρότερα, μιλάμε με ψιθύρους και μισόλογα, τόσο αυτό διογκώνεται, αποκτώντας τρομακτικές διαστάσεις ‒ ο ασθενής είναι καταδικασμένος, καταραμένος, η δυστυχία του σχεδόν κολλητική, δεν πρέπει καν να πει ότι πάσχει από καρκίνο μην και τον λυπηθούν οι γύρω ή τον θεωρήσουν ξεγραμμένο, λες και ζούμε σε κάποιο άθλιο χωριουδάκι εκατό χρόνια πριν, στο «γούπατο του πολύκαρπου κάμπου».

 

Απολίθωμα αυτού του σκοτεινού επαρχιώτικου φόβου είναι και η περίφημη «επάρατη νόσος». Νόμιζα ότι ήταν κοινός τόπος το ότι δεν χρησιμοποιούμε πια αυτή την έκφραση. Έκανα λάθος. Υπάρχουν ακόμα δημοσιογράφοι και δελτία ειδήσεων που τη χρησιμοποιούν, όχι γιατί πιστεύουν πως οι καρκινοπαθείς είναι καταραμένοι αλλά κυρίως γιατί δεν ξέρουν τι σημαίνει ο όρος.

 

Το Αssociated Press έγραψε ότι η Φώφη Γεννηματά πέθανε μετά από μακροχρόνια αρρώστια, κάποια ελληνικά μέσα μετέφρασαν το «μακροχρόνια» ως «επάρατη», έτσι γέμισε ο ελληνικός Τύπος για άλλη μία φορά με αναφορές στην επάρατη νόσο.

 

Την επόμενη φορά που θα μιλήσουμε για μάχη, πόλεμο και αγώνα ας θυμηθούμε πως δεν νιώθουν όλοι οι ασθενείς ήρωες, πως ίσως όλο αυτό να είναι ένα βάρος που δεν χρειάζονται και, τέλος, το πιο σημαντικό, πως αυτό το αφήγημα λέει πολύ περισσότερα για τον δικό μας φόβο για την αρρώστια παρά για τον άνθρωπο που νοσεί ή πεθαίνει.

 

Το μεγαλύτερο πρόβλημα στην εποχή της χαρούμενης θετικότητας, βέβαια, είναι η δημοφιλής αντίληψη ότι ο καρκίνος είναι ένας πόλεμος, μια μάχη που πρέπει να κερδηθεί και οι άρρωστοι είναι οι γενναίοι αγωνιστές που παλεύουν καθημερινά, γενναίες φιγούρες που εμψυχώνουν εμάς, τους υγιείς. Όχι, η Φώφη Γεννηματά δεν «έχασε τη μάχη με τον καρκίνο». Δεν είναι απαραίτητα μάχη η αρρώστια, είναι μια καθημερινότητα που παλεύεται μέρα με τη μέρα, όπως τη νιώθει ο καθένας.

 

Η Φώφη Γεννηματά δήλωσε ότι δεν φοβόταν και ότι ήθελε «να θυμούνται αυτά που έχει κάνει». Πολλοί είπαν και έγραψαν ότι «έφυγε με αξιοπρέπεια». Είναι δύσκολο να γράφεις ή να μιλάς για έναν θάνατο, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για μια νέα γυναίκα που είχε πολλά ακόμα να δώσει και άφησε πίσω της τρία παιδιά. Δεν μπορεί όμως κανείς παρά να αναρωτηθεί: θα ήταν λιγότερο αξιοπρεπής αν έκλαιγε δημοσίως ή αν έλεγε ότι φοβάται; Το πώς διαχειρίζεται κανείς την αρρώστια του δεν είναι θέμα αξιοπρέπειας.

 

Πριν από δύο χρόνια έγινε μια μεγάλη αμερικανο-καναδική μελέτη (από το Queen’s University στον Καναδά και το University of Southern Califormia στις ΗΠΑ) που ερευνούσε τις επιπτώσεις που έχει η πολεμική γλώσσα στην αντίληψη του κοινού για τον καρκίνο. Ο αντίκτυπος ήταν αρνητικός, η γλώσσα των μαχών και των πολέμων όχι μόνο φόβιζε το κοινό αλλά τους άφηνε με ένα αίσθημα απαισιόδοξης μοιρολατρίας πως «αν αρρωστήσω, αρρώστησα».

 

«“Έχασε τον γενναίο αγώνα της”: Αν κάποιος ξεστομίσει αυτά τα λόγια μετά τον θάνατό μου, όπου κι αν βρίσκομαι, θα τον βρίσω» έγραψε στην «Guardian» η Κέιτ Γκρέιντζερ, μια Αγγλίδα ακτιβίστρια και νοσοκόμα το 2015, μερικούς μήνες πριν πεθάνει. Είχε διαγνωστεί με καρκίνο σε τελικό στάδιο από το 2012.

 

«Θα ήθελα να με θυμούνται για τον θετικό αντίκτυπο που είχα σε αυτόν τον κόσμο, για τις ωραίες στιγμές και για τις σχέσεις μου με τους άλλους, όχι ως κάποια που έχασε τη μάχη. Όταν πεθάνω, θα έχω αψηφήσει την πρόγνωση για τον τύπο του καρκίνου μου και θα έχω πετύχει πολλά στη ζωή μου. Δεν θέλω να νιώθω αποτυχία για κάτι που δεν ελέγχω. Αρνούμαι να πιστέψω ότι ο θάνατός μου θα είναι επειδή δεν πάλεψα αρκετά σκληρά», είχε προσθέσει.

 

Την επόμενη φορά που θα μιλήσουμε για μάχη, πόλεμο και αγώνα ας θυμηθούμε πως δεν νιώθουν όλοι οι ασθενείς ήρωες, πως ίσως όλο αυτό να είναι ένα βάρος που δεν χρειάζονται και, τέλος, το πιο σημαντικό, πως αυτό το αφήγημα λέει πολύ περισσότερα για τον δικό μας φόβο για την αρρώστια παρά για τον άνθρωπο που νοσεί ή πεθαίνει.