ΠΟΛΛΟΙ ΕΝΟΧΛΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ τον όρο γυναικοκτονία. Θεωρούν πλεονασμό τη χρήση του και υπερβολή. Πολλοί περισσότεροι ανατριχιάζουν στη χρήση της λέξης φεμινισμός, θεωρώντας ότι περιγράφει μανιασμένες γυναικότητες, ενώ περισσότερο πρόκειται για εξηγητικό εργαλείο και κίνημα που σε όλα του τα «κύματα» και σε όλες του τις εκφάνσεις, ακόμη και τις πιο ακραίες, επιχειρεί να προστατεύσει τη γυναικεία φύση και τα δικαιώματά της.

 

Σε κάθε περίπτωση, ο φεμινισμός, σε μια κοινωνία που εξελίσσεται, πλάθει το δικό του λεξικό και οι όροι που προκύπτουν είναι απολύτως αναγκαίοι για να κατανοηθεί ο τρόπος που η πατριαρχία εξουσιάζει, υποτιμά, βασανίζει, δολοφονεί –κυριολεκτικά και μεταφορικά– τις γυναίκες σήμερα.

 

Κι αν όλοι γνωρίζουμε πλέον τόσο την ετυμολογία όσο και το νόημα των λέξεων «πατριαρχία», «μισογυνισμός», «σεξισμός», οι όροι που χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο στο εξωτερικό και –με ανακούφιση– μπαίνουν στη ζωή και τη δημόσια κουβέντα και στη χώρα μας πλέον, ψάχνουν πολύ βαθύτερα το πρόβλημα, σε μια απόπειρα να δημιουργηθεί το έδαφος, από το οποίο θα ξεριζωθούν κάποτε –ελπίζουμε στο εγγύς μέλλον– οι σάπιες ρίζες της πατριαρχίας.

 

Ο φεμινισμός, σε μια κοινωνία που εξελίσσεται, πλάθει το δικό του λεξικό και οι όροι που προκύπτουν είναι απολύτως αναγκαίοι για να κατανοηθεί ο τρόπος που η πατριαρχία εξουσιάζει, υποτιμά, βασανίζει, δολοφονεί –κυριολεκτικά και μεταφορικά- τις γυναίκες σήμερα.

 

Ας δούμε κάποιους από αυτούς:

 

Εχθρικός σεξισμός (hostile sexism): Η ακραία, επιθετική μορφή σεξισμού που προσβάλλει και ταπεινώνει ανοιχτά και απερίφραστα τις γυναίκες.

 

«Καλοπροαίρετος» σεξισμός (benevolent sexism): Το είδος του όχι προφανούς σεξισμού, που αρχικά μοιάζει περισσότερο με φιλοφρόνηση προς τις γυναίκες, αλλά παρ’ όλα αυτά πηγάζει από τα σύνδρομα ανωτερότητας των ανδρών. Ο λόγος για τη «σχολή» που υπαγορεύει ότι οι γυναίκες αξίζουν την προστασία και την αγάπη των ανδρών, επειδή είναι μητέρες και τροφοί της οικογένειας, για παράδειγμα, ή επειδή αποτελούν το «αδύναμο φύλο».

 

Εσωτερικευμένος σεξισμός (internalized sexism): Συγγενής του όρου «εσωτερικευμένος μισογυνισμός». Πρόκειται για τον σεξισμό που αναπτύσσουν γυναίκες μεγαλωμένες σε αυστηρά ανδροκρατούμενο πατριαρχικό περιβάλλον ή σε περιβάλλον εμποτισμένο με τα πρότυπα της πατριαρχίας. Ο σεξισμός γίνεται κομμάτι της κοσμοθεωρίας και της προσωπικής αντίληψης των γυναικών και σταδιακά εκδηλώνεται με εκφάνσεις δυσφορίας, αντιπάθειας ή ακόμη και μίσους προς τις άλλες γυναίκες (εσωτερικευμένος μισογυνισμός).

 

Μαύρος μισογυνισμός (Misogynoir): Το είδος του μισογυνισμού που εκδηλώνεται προς τις μαύρες γυναίκες.

 

Ας πάμε λίγο πιο βαθιά, στους όρους που... αμετάφραστοι μπήκαν στη ζωή μας και εκνευρίζουν πολλούς (επειδή δεν έχει βρεθεί μια αντίστοιχη ελληνική λέξη για την περίπτωσή τους), αλλά που έχουν εξηγήσει περίφημα πολλές από τις καταστάσεις που βιώναμε και αδυνατούσαμε να τις ταξινομήσουμε.

 

Έτσι, όλοι γνωρίζουμε πια για το gaslighting, το mansplaining και το manspreading, το fat-shaming, το victim blaming, αλλά ας έχουμε υπ’ όψιν και τα εξής:

 

Bropropriating: Ο όρος χρησιμοποιείται για τις περιπτώσεις λογοκλοπής / ιδεοκλοπής από μία γυναίκα και εν συνεχεία οικειοποίησης της ιδέας από έναν άντρα ή επικοινωνίας της με τρόπο που να θεωρεί το κοινωνικό σύνολο ότι πρόκειται για ιδέα γεννημένη από τις ανάγκες των καιρών.

 

Manterrupting: Ο όρος περιγράφει τον «διακοψία», αλλά σε συζητήσεις που διεξάγονται με γυναίκες συνομιλήτριες, κυρίως. Έχουμε ζήσει άπειρες τέτοιες καταστάσεις σε τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά πάνελ, αλλά και πολιτικές αναμετρήσεις, όπου ο άντρας συνομιλητής θα διακόψει βιαίως τη γυναίκα συνομιλήτριά του για να πάρει τον λόγο, καθώς, κατά την άποψή του, έχει κάτι απείρως πιο σημαντικό να συνεισφέρει στον (δημόσιο) διάλογο. Αν συμβαίνει αυτό δημοσίως, είναι κάτι περισσότερο από προφανές για το τι γίνεται στην ιδιωτική σφαίρα και κυρίως αν σχέσεις οικειότητας ή συγγένειας υπάρχουν μεταξύ των συνομιλητών.

 

Woke: Ο όρος διχάζει, ειδικά στην Αμερική του BlackLivesMatter. Περιγράφει τους εξαιρετικά ευαίσθητους με την πολιτική ορθότητα, ειδικά σε ζητήματα ρατσισμού, που, όμως δεν έχουν κανένα πρόβλημα να δολοφονήσουν χαρακτήρες και να «ακυρώσουν» προσωπικότητες, με τις οποίες απλώς διαφωνούν...

 

Όσο για το αν ενοχλεί η χρήση των παραπάνω –και άλλων τόσων– αγγλικών όρων σε ελληνικά κείμενα, αυτό έχει κάτι να πει για την ελληνική λεξικογραφία και το αίσθημα ευθύνης και ετοιμότητας των γλωσσολόγων να εργαστούν πάνω στην απόδοση - μετάφραση όρων που απασχολούν τις σύγχρονες κοινωνίες, όρων που τους χρειάζονται για να αναφέρουν / καταγγείλουν / περιγράψουν ένα φαινόμενο, προκειμένου τελικά να το αντιμετωπίσουν.

 

Ελπίζουμε κάποια στιγμή και στη δική τους βοήθεια σ’ αυτό το πεδίο.