ΜΕΓΑΛΟ ΤΜΗΜΑ ΣΤΕΛΕΧΩΝ και υποστηρικτών του ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει με πάθος ένα συγκεκριμένο αφήγημα: «Η κυβέρνηση της ΝΔ είναι αποτυχημένη και διεφθαρμένη, ο Μητσοτάκης ανίκανος, η χώρα ζει καταστάσεις που προσομοιάζουν σε χούντα και ο μόνος λόγος που δεν έχει καταρρεύσει ήδη είναι ότι τη στηρίζουν τα ΜΜΕ, που ταΐζονται με κρατικό χρήμα». Πιστεύουν δε ότι επαναλαμβάνοντάς το –ρυθμικά ή μη και σε όλους του τόνους– θα γίνει trend, ένα κύμα οργής που θα συμπαρασύρει το σημερινό «καθεστώς».

 

Εδώ και έναν χρόνο, βέβαια, η στρατηγική αυτή δεν έχει αποδώσει. Αντιθέτως, ο ΣΥΡΙΖΑ καταγράφει σήμερα λίγο μεγαλύτερη φθορά απ’ ό,τι την πρώτη μετεκλογική περίοδο, όταν κρατούσε χαμηλότερους τόνους. Την ώρα, μάλιστα, που η ΝΔ, σε μια πολύ δύσκολη περίοδο, φαίνεται να διατηρεί –έστω και με κάποια σημάδια φθοράς– την εκλογική της επιρροή.

 

Αποτέλεσμα; Οι υποστηρικτές του αφηγήματος αυτού στρέφονται κατά πάντων: των ΜΜΕ, των εταιρειών δημοσκοπήσεων, των αξιοθρήνητων «κυρ-Παντελήδων», που δεν μπορούν να αντιληφθούν τι συμβαίνει, πόσο μάλλον να εξεγερθούν.

 

Η ρητορική αυτή, ωστόσο, δεν έχει αποδώσει για συγκεκριμένους λόγους. Καταρχάς, δεν συνάδει με το κλίμα της εποχής. Οι ψηφοφόροι σήμερα, ειδικά οι ψηφοφόροι χαμηλών πολιτικών ταυτίσεων, που κρίνουν τις εκλογές, δεν θέλουν να ξαναζήσουν την οργή, την ένταση και την τοξικότητα της περασμένης δεκαετίας, αλλά να προχωρήσουν μπροστά. Αυτό που αφελώς ομολόγησε γνωστό στέλεχος της αντιπολίτευσης, ότι «η κανονικότητα δεν είναι ευκαιρία για τον ΣΥΡΙΖΑ», ο κόσμος το εισπράττει και πράττει αναλόγως.

 

Επίσης, προσκρούει στην επικρατούσα αντίληψη. Παρά τα προβλήματα που ασφαλώς έχει η κυβέρνηση (κάποια εκ των οποίων, μάλιστα, δεν είναι απολύτως ορατά), η εικόνα της, καλώς ή κακώς, απέχει από το να δικαιολογεί μια αντιπολιτευτική ρητορική για «χούντες», «άχρηστους» κ.λπ. Ο δείκτης ατομικής και συλλογικής αισιοδοξίας είναι σήμερα υψηλότερος απ’ ό,τι επί ΣΥΡΙΖΑ. Σε όλες τις έρευνες η σύγκριση Μητσοτάκη - Τσίπρα είναι ξεκάθαρα υπέρ του νυν πρωθυπουργού. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να προκαλεί περισσότερα αρνητικά αντανακλαστικά (π.χ. στο δημοσκοπικό ερώτημα «ποιος ΔΕΝ θέλετε να κερδίσει τις επόμενες εκλογές» ο ΣΥΡΙΖΑ προηγείται).

 

Η αριστερά διαχρονικά είναι προσανατολισμένη κυρίως προς τον καταγγελτικό λόγο. Τρέφεται από τις συγκρούσεις. Ασχολείται λιγότερο με τη ρεαλιστική διαχείριση των προβλημάτων και περισσότερο με την καταγγελία τους. Όχι πάντα, φυσικά, αλλά κατά κανόνα.

 

Η ερμηνεία ότι η παραπάνω εικόνα οφείλεται στα ΜΜΕ είναι μυωπική. Δεν είναι της παρούσης να αναλύσουμε τις σχέσεις ΜΜΕ και κυβερνήσεων τα τελευταία τριάντα χρόνια. Ας πούμε μόνο ότι αν ίσχυε η ερμηνεία αυτή, στο δημοψήφισμα του ’15 το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό.

 

Οι λόγοι που η ΝΔ αντέχει ακόμα είναι άλλοι, πιο ουσιαστικοί. Ενδεικτικά: ένα μεγάλο τμήμα πολιτών (π.χ. συνταξιούχοι ή δημόσιοι υπάλληλοι) δεν έχει υποστεί απώλειες εισοδημάτων. Αρκετοί εργαζόμενοι και επαγγελματίες έχουν δει μια μικρή αύξηση εισοδημάτων από τη μείωση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών. Επιδόματα όχι μόνο δεν έχουν κοπεί, όπως φοβόντουσαν κάποιοι πριν από τις εκλογές, αλλά έχουν δοθεί πολλά επιπλέον, λόγω πανδημίας.

 

Τα μέτρα στήριξης εργαζομένων και επιχειρήσεων αντιμετωπίζονται θετικά από τους δικαιούχους. Ολόκληροι κλάδοι της οικονομίας τρέφουν προσδοκίες από την αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης και θέλουν σταθερότητα. Ως προς τη διαχείριση της πανδημίας, η γενική αίσθηση είναι ότι, παρά τα όποια λάθη, η χώρα συνολικά στάθηκε αξιοπρεπώς, το ΕΣΥ ανταποκρίθηκε και σε πολλούς δείκτες τα πάμε καλύτερα από άλλες, ισχυρότερες χώρες. Ενώ σε ζητήματα όπως η κρίση στον Έβρο, η επίσκεψη Δένδια στην Τουρκία κ.ά., η στάση της κυβέρνησης συγκέντρωσε υψηλή αποδοχή.

 

Σε αυτά προσθέστε κάποια στρατηγικά δεδομένα, όπως η παραδοσιακή πολιτική συνοχή της κεντροδεξιάς και τα «τραύματα» του 2015, που δημιούργησαν ψυχικό ρήγμα μεταξύ ενός τμήματος κεντρογενών/προοδευτικών ψηφοφόρων και του ΣΥΡΙΖΑ και δεν έχουν επουλωθεί. Και κυρίως το ότι παντού καταγράφεται πως ο Μητσοτάκης εκφράζει καλύτερα από τον Τσίπρα το αίτημα για επιστροφή στην «κανονικότητα» (όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας), σε αντίθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ, που μοιάζει να ποντάρει σε μια πολυεπίπεδη κρίση που θα τροφοδοτήσει κοινωνικές εντάσεις και μια νέα ριζοσπαστικοποίηση. Ενδεχομένως, μάλιστα, να το εκπέμπει, όχι ηθελημένα αλλά επειδή συχνά επισκιάζεται από έξαλλες φωνές στελεχών ή υποστηρικτών του.

 

Πριν από λίγες μέρες συζητούσα με έναν γνωστό αριστερό δημοσιογράφο και εξαιρετικό αναλυτή. Έκανε μια εύστοχη επισήμανση: «Στην αριστερά υποτιμάμε την αξία του θετικού λόγου». Είχε δίκιο. Η αριστερά διαχρονικά είναι προσανατολισμένη κυρίως προς τον καταγγελτικό λόγο. Τρέφεται από τις συγκρούσεις. Ασχολείται λιγότερο με τη ρεαλιστική διαχείριση των προβλημάτων και περισσότερο με την καταγγελία τους. Όχι πάντα, φυσικά, αλλά κατά κανόνα.

 

Αυτό, ως δομικό στοιχείο του χώρου, συχνά επηρεάζει την αναλυτική σκέψη των στελεχών της, που παραβλέπουν τα προφανή, ότι ένα κόμμα εξουσίας δεν μπορεί να έχει μονίμως καταγγελτικό λόγο, ενίοτε στα όρια του παροξυσμού. Δεν μπορεί να είναι σε διάδραση μόνο με έναν πυρήνα φανατικών ή ριζοσπαστικοποιημένων. Ούτε φυσικά να είναι σε ένα συνεχές δημαγωγικό κρεσέντο. Αυτά σε κάνουν φορέα τοξικότητας, όχι προσδοκιών. Και δεν σε πάνε μακριά, ειδικά στη σημερινή συγκυρία.

 

Όλα τα παραπάνω δεν γράφτηκαν για να προεξοφλήσουν τις εξελίξεις. Λείπουν ακόμα πολλά στοιχεία από την εξίσωση των επόμενων εκλογών. Γράφτηκαν για να ερμηνεύσουν τι συμβαίνει σήμερα και να υπενθυμίσουν το προφανές: ένα πολιτικό αφήγημα, για να είναι πειστικό, πρέπει να πατάει πάνω σε υπαρκτά δεδομένα. Να εκφράζει κυρίως εκείνους που θα κρίνουν τις εκλογές, όχι έναν πυρήνα πωρωμένων. Δεν είναι θέμα ύφους αφηγήματος, τουλάχιστον όχι μόνο, είναι θέμα ουσίας. Αλλιώς δεν θα γίνει trend, είτε ακούγεται στον ρυθμό της ραπ είτε σε αυτόν της «Παπαλάμπραινας»...