Ο ΚΑΙΡΟΣ ΠΕΡΝΑ, η θερμοκρασία πέφτει, οι εποχές αλλάζουν, το ίδιο και η ώρα, το Squid Game όμως παραμένει ακλόνητο στην κορυφή των προτιμήσεων για τους συνδρομητές του Netflix, στην Ελλάδα αλλά και σε καμιά ενενηνταριά ακόμα χώρες απανταχού της γης.

 

Πρόκειται αναμφισβήτητα για μαζικό και ακραίο τηλεοπτικό φαινόμενο –και μάλιστα από εκείνα που δεν μπορεί να προβλέψει κανένας αλγόριθμος και καμιά έρευνα αγοράς– αλλά και για ένα θεαματικό δείγμα της βουλιμίας με την οποία καταπίνουμε σαν καραμέλες τις διάφορες δυστοπικές μυθοπλασίες που απλόχερα μας σερβίρει η βιομηχανία ψυχαγωγίας στην εποχή της υγειονομικής και οικονομικής επισφάλειας που ζούμε. 

 

Με ποιους χαρακτήρες της σειράς όμως ταυτιζόμαστε εμείς οι θεατές στην πραγματικότητα; Με τους πληβείους με τις φόρμες εργασίας και τα νούμερα στην πλάτη, που παίζουν τη ζωή τους κορόνα-γράμματα στην αρένα, ή με τους εκπρόσωπους της πλουτοκρατικής ελίτ, που παρακολουθούν από μια οθόνη (όπως κι εμείς) τους αγώνες θανάτου; Ή μήπως θα μπορούσαν αυτοί οι τελευταίοι να συμβολίζουν τα υψηλόβαθμα στελέχη της πλατφόρμας που μας προσφέρει αυτό το θέαμα;

 

Πιο πιθανό είναι να βουλιάξει κανείς ακόμα πιο βαθιά στον καναπέ μετά το φινάλε (του πρώτου κύκλου) παρά να ριζοσπαστικοποιηθεί και να κινητοποιηθεί με κάποιο τρόπο ενάντια στις δυνάμεις που συντηρούν την εκμετάλλευση και την ανισότητα.

 

Το «Παιχνίδι του καλαμαριού» θα καταγραφεί ως ένα από τα μνημεία / σκιάχτρα / τοτέμ της ύστερης (;) περιόδου της πανδημίας, προβάλλοντας πίσω σε εμάς τις αγωνίες, τις επιθυμίες και το μακάβριο κλίμα που βιώνουμε – μια αγρίως εθιστική παραβολή για τους δικούς μας αγώνες επιβίωσης σε μια δυσχερή και δυσοίωνη συνθήκη.

 

Αν προσθέσει κανείς στην εξίσωση τις ζοφερές προοπτικές, τη διαδικασία του κατεπείγοντος και την τρομοκρατία που συνοδεύει κάθε συζήτηση σχεδόν που έχει να κάνει με το κλίμα, είναι να απορεί κανείς που συνεχίζουμε να σηκωνόμαστε από το κρεβάτι και δεν έχουμε πάρει τα βουνά.  

 

Παράλληλα με την κυριαρχία της σειράς στην τρέχουσα μαζική κουλτούρα, όπως αποτυπώνεται στα χιλιάδες (εκατομμύρια; δισεκατομμύρια; ποιος μπορεί να υπολογίσει πια;) memes που έχουν κυκλοφορήσει με τους αναγνωρίσιμους σε όλο τον κόσμο πρωταγωνιστές της, δίνουν και παίρνουν οι συζητήσεις, οι προσεγγίσεις και οι αναλύσεις –ψυχολογικές, κοινωνιολογικές, (γεω)πολιτικές– που επιχειρούν να εξηγήσουν την τεράστια δημοτικότητά της.   

 

Ναι, εντάξει, σίγουρα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι –έστω και με τον «ευτελή» και χειραγωγικό της τρόπο– το αφήγημα που χρησιμοποιεί η σειρά, ανάμεσα στ’ άλλα, εκθέτει την αγριότητα του αχαλίνωτου καπιταλισμού και της ολοένα και πιο χαώδους ανισότητας που επικρατεί όχι μόνο στη Νότιο Κορέα αλλά και παντού σχεδόν στον (υπερ)αναπτυγμένο κόσμο.

 

Είναι όμως εξαιρετικά αμφίβολο το κατά πόσον μπορεί να συμβάλει στη δραστική ευαισθητοποίηση και συνειδητοποίηση ενός θεατή που ρούφηξε τις συγκινήσεις και τις τρομάρες της από το πρώτο ως το τελευταίο επεισόδιο. 

 

Πιο πιθανό είναι να βουλιάξει ακόμα πιο βαθιά στον καναπέ μετά το φινάλε (του πρώτου κύκλου) παρά να ριζοσπαστικοποιηθεί και να κινητοποιηθεί με κάποιο τρόπο ενάντια στις δυνάμεις που συντηρούν την εκμετάλλευση και την ανισότητα ή να αναγνωρίσει δίκιο εκ των υστέρων σε κάποιον σαν τον Μπογδάνο ο οποίος είχε χαρακτηρίσει το Netflix –έναν επιχειρηματικό κολοσσό 300 δισ. δολαρίων– ως «το μεγαλύτερο εργαλείο νεομαρξιστικής προπαγάνδας στον κόσμο». 

 

Ούτε και το «μήνυμα» της σειράς είναι τόσο σαφές, βαθύ και διαπεραστικό, όπως συνέβη με μια παραγωγή τόσο υψηλού καλλιτεχνικά και αφηγηματικά επιπέδου και τόσο απαιτητικών προθέσεων όπως τα «Παράσιτα», την κορεατική ταινία που κατέκτησε πρόπερσι το μεγάλο Όσκαρ, παρότι βεβαίως μοιράζονται ως σημείο αναφοράς τη διαβρωτική κουλτούρα χρέους που έχει υπονομεύσει τα τελευταία χρόνια την κοινωνική συνοχή και έχει υποδουλώσει τα νοικοκυριά στη Νότια Κορέα, κάνοντας τον όρο «οικονομικό θαύμα» να μοιάζει όλο και πιο ειρωνικός και μακάβριος.