Στο μικρό του στούντιο, κρυμμένο στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας στη Νέα Σμύρνη, ο Παύλος Παυλίδης πίνει ουίσκι από ένα σφηνάκι, ακούγοντας τις τελευταίες ηχογραφήσεις που έκανε με την μπάντα του, τους B-Movies, πριν από λίγες ημέρες στην Ξεσσαλονίκη. («Σκέψου ότι αυτό που ακούς είναι γραμμένο λάιβ. Μας έκατσε τέλεια και μάλλον θα κρατήσουμε πολλά κομμάτια έτσι».) Η Μέλι, ένα West Highland White Terrier, κυκλοφορεί ανάμεσα στο σταντ με τις κιθάρες και κάτω από τον πάγκο με την κονσόλα και τους υπολογιστές, με ένα λούτρινο κουνέλι στο στόμα. Σε μια γωνιά του δωματίου, μια σανίδα του snowboard που του χάρισε κάποιος ύστερα από μια συναυλία σ’ ένα σαλέ στο Σέλι, παρόλο που ο Παύλος δεν κάνει snowboard και ούτε πρόκειται να κάνει, μάλλον. Έχει στο πρόσωπό του καταγεγραμμένη την εμπειρία μιας ξέφρενης διαδρομής 28 χρόνων στο highway της ελληνικής μουσικής, από τα υπόγεια στούντιο της Βέροιας (όπου το 1984 έπαιζε κιθάρα στους Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας), στα θρυλικά κλαμπ της Θεσσαλονίκης (με την ίδια μπάντα, αναβαπτισμένοι αρχικά ως Λεγεώνα των Ξένων και ύστερα ως Μωρά στη Φωτιά), στους χρυσούς δίσκους με τα Ξύλινα Σπαθιά, στην εμφάνισή τους ως support στους Rolling Stones τον Σεπτέμβρη του 1998 μπροστά σε 80.000 θεατές («Η εμπειρία στο Ολυμπιακό Στάδιο με τους Stones ξεπερνούσε τη φαντασία. Ήταν σαν να είχαμε βρεθεί σε διαστημόπλοιο. Εξερευνούσαμε το τριώροφο πάλκο, δούλευαν εκατοντάδες άνθρωποι που δεν φαινόντουσαν πουθενά προς έξω, οι τεχνικοί μάς φερόντουσαν με ευγένεια - σαν παραμύθι. Χαίρομαι που το έζησα»), μέχρι τη σόλο καριέρα που τον καθιέρωσε ως έναν από τους σπουδαιότερους μουσικούς στην Ελλάδα. Άγριο νιάτο, πανκιό, βούτηξε με βουλιμία στο underground, όπως τα είδωλά του, αλλά δεν «κάηκε σαν τα ρωμαϊκά κεριά», γιατί εξελίχθηκε, μετουσίωσε το ταλέντο, τις εμπειρίες του και τα ακούσματά του σε «μεγάλες» μελωδίες, σε κινηματογραφικούς στίχους, σε αριστουργηματικά τραγούδια. Έχει ένα βλέμμα μιας καθησυχαστικής ευφορίας (θα γίνει και πατέρας σε δύο μήνες), κάτι που αντανακλάται στα σόλο κομμάτια του. Μελωδικές, ονειρικές συνθέσεις κοντά στην αντίστοιχη αμερικανική τραγουδοποιία και στίχοι όπως «Την πρώτη φορά ήταν σαν να ‘χε αρπάξει φωτιά / κάπου μέσα βαθιά κάτι μες στην ψυχή μου / Κοιτούσα τις φλόγες κι αυτόν τον αέρα μακριά / ν’ αλλάζει αργά τις σκιές της ερήμου» από την υπέροχη «Λευκή Καταιγίδα». Μου αρέσει πάντα πώς «κρατάει» τα σύμφωνα όταν τραγουδάει. Τα «μι» και τα «κάππα» του, σαν να υπάρχει ένα σημείο στίξης μέσα στις λέξεις, σαν κάποιος να πατάει για μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου το mute στο κανάλι του μικροφώνου του. Ακούμε μερικά από τα καινούργια του κομμάτια, όπως το «Όσο ο αέρας» και το «Τις περισσότερες φορές», ίσως το πιο ωραίο κομμάτι που έχει γράψει ποτέ: ένα μινιμαλιστικό, ρομαντικό κομψοτέχνημα. «Η Θεσσαλονίκη τη δεκαετία του ‘80 είχε δύο πρόσωπα για μένα. Το ένα ήταν σκληρό γιατί έπρεπε να επιβιώσω σε μια πόλη, όπου είχα εγκαταλείψει αμέσως τον ρόλο του φοιτητή και τα προνόμια που τον ακολουθούσαν, και το άλλο ήταν ξένοιαστο και περιπετειώδες, με όλη την τρέλα και την ορμή της ηλικίας. Καμιά φορά σκέφτομαι ότι τα κατάφερνα από καθαρή απερισκεψία.

Καινούργιες μουσικές, πολλές πρόβες, καινούργιος τρόπος ζωής. Ήταν για μένα όλα στο κόκκινο, μια και τα βράδια δεν επέστρεφα στο πατρικό μου, αλλά στο αυτοσχέδιο προβάδικο που είχαμε φτιάξει στα Λαδάδικα, μια περιοχή που τότε δεν ήταν κοσμική πιάτσα, όπως τώρα, άλλα μάλλον κακόφημη κι επικίνδυνη. Το να παίζεις ελληνόφωνο ροκ έμοιαζε με γοητευτικό αδιέξοδο. Η πόλη τότε έμοιαζε να είναι το Σιάτλ της Ελλάδας». Γύρω στο 1990 θα πάει στο Παρίσι για τρία περίπου χρόνια.

«Το ταξίδι στο Παρίσι ήταν βουτιά στο κενό. Γνώρισα τον Νίκο τον Καντάρη που με στήριξε και πίστεψε σε μένα. Εκεί άρχισε ένας κύκλος πολύ δημιουργικός, που κατέληξε στα Ξύλινα Σπαθιά. Η πρώτη μας συναυλία στον Μύλο ήταν που μας έκανε να καταλάβουμε ότι έχουν αλλάξει τα πράγματα και ότι υπήρχε κάποια προοπτική. Η παρουσία του κόσμου ήταν σαν ευνοϊκός άνεμος. Ακόμα είναι πολύ συγκινητικό...». «Αν ο Παυλίδης το 1993, αφήνοντας πίσω του την τρίχρονη παριζιάνικη φιλοξενία, αποφάσιζε να εγκατασταθεί στo Πάλμα ντε Μαγιόρκα ή ακόμη και στη Βαρκελώνη ή τη Βαλένθια, θα συναλλασσόταν με πεσέτες, δεν θα ‘πινε μονάχα λουλούδια από καιρό πεθαμένα και θα ‘χε σχηματίσει τους Espadas de Μadera και όχι τα Ξύλινα Σπαθιά. Αν έτσι είχε γραφτεί τότε η ιστορία, στη χώρα μας τα playlists των ραδιοφωνικών εκπομπών και τα πικάπ των ροκ στεκιών θα είχαν στερηθεί πολλά κορυφαία τραγούδια», διαβάζω σε ένα βιογραφικό του στο ίντερνετ. Μια τόσο μεγάλη αλήθεια, μια τόσο εύστοχη διαπίστωση. Ο Παυλίδης βρέθηκε, μετά την κυκλοφορία του πρώτου άλμπουμ των Σπαθιών (Ξεσσαλονίκη, 1993), στο μάτι του κυκλώνα του ελληνόφωνου ροκ που τότε, μαζί με τις Τρύπες, τα Διάφανα Κρίνα, τη Λευκή Συμφωνία και τους άλλους σάρωνε τα πάντα στο περασμά του. Ο «Βασιλιάς της Σκόνης» και η «Αδρεναλίνη» έγιναν μεγάλα χιτ, το «Λιωμένο Παγωτό» (από το «Πέρα απ’ τις πόλεις της ασφάλτου» του 1995) εισχώρησε βαθια στους πόρους του playlist των ελληνάδικων, που τότε ύψωναν τη σημαία της κιτς διασκέδασης σε όλη τη χώρα (δεν θέλω καν να τον ρωτήσω γι’ αυτό, φαντάζομαι ότι το σιχαίνεται πια το κομμάτι, όπως οι Radiohead το «Creep», όπως οι περισσότερες σοβαρές μπάντες το radio/club darling κομμάτι τους). Τώραμοιάζει να τα έχει αφήσει πίσω του όλα αυτά.

Έχει καταβυθιστεί στην ουσία της ωριμότητάς του, μου μιλάει παθιασμένα για έναν δίσκο του Jun Miyake. «Είναι ένας Γιαπωνέζος που ζει και δουλεύει στο Παρίσι, έχει ένα εντεκαμελές συγκρότημα και συμμετέχει σε τζαζ φεστιβάλ κυρίως. Έχει κάνει έναν φοβερό δίσκο με αρκετές μποσανόβες, μεταξύ άλλων, και νομίζω πως λέγεται “Stolen from Strangers”. Aξίζει κανείς να το ακούσει». Και από την άλλη, ο Παυλίδης επιστρέφει εκεί, στις ρίζες του, στη Θεσσαλονική-Ξεσσαλονίκη, κάνει πρόβες ακόμα στο παλιό κτίριο στα Λαδάδικα, εκεί όπου γράφεται ακόμα η underground μουσική ιστορία της πόλης. «Είναι ένα ακόμα από αυτά τα κτίρια που στεγάζουν βιοτεχνίες και γραφεία το πρωί και το βράδυ αδειάζουν, και εκεί, με στοιχειώδη μόνωση, τα γκρουπ της πόλης προβάρουν μέχρι το πρωί. Παίζεις, ας πούμε, εσύ και ακούς από τα διπλανά δωμάτια, από τους πάνω και κάτω ορόφους, διάφορες μουσικές. Είναι τρομερή η ελευθεριάζουσα αυτή αίσθηση». Ο Παύλος δεν μιλάει πολύ. Μόνο ακούει στωικά και φτιάχνει στο μυαλό του εικόνες και ιστορίες που το βράδυ, πριν κοιμηθεί, θα γίνουν στίχοι, ενώ η Μέλι θα τρέχει στα πόδια του μ’ ένα κουνέλι στο στόμα κι εκείνος

θα πίνει σκωτσέζικο ουίσκι από ένα σφηνάκι. Κάπως έτσι τα έκανε όλα πάντα. Κάπως έτσι τα κάνει και τώρα. Respect