Μιλάμε για τον Μιχάλη. Γι’ αυτό τον τύπο που μεγάλωσε στις φτωχογειτονιές της Νεάπολης Θεσσαλονίκης, γι’ αυτόν το φτωχοδιάβολο που από τις άγριες νύχτες των ‘80s βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της σόου μπιζ, για τον άνθρωπο που έχει ζήσει μια μυθιστορηματική ζωή που θα μπορούσε να γίνει μπεστ σέλερ. Είναι Παρασκευή βράδυ στην Τρούμπα, εδώ που γράφτηκε η ιστορία του πειραιώτικου αντεργκράουντ με τις πεταλούδες της νύχτας, τον αμερικανικό στόλο και τις καθημερινές αιματηρές συμπλοκές. Στη γωνία της 2ας Μεραρχίας με την παραλιακή οδό αγοράζουμε τσιγάρα από ένα περίπτερο που θυμίζει μινιατούρα sex shop και είναι γεμάτο πορνοπεριοδικά, σωληνάρια με λιπαντικά και δονούμενα cock rings. Στα Χατήρια, το μαγαζί που διατηρεί ο Μιχάλης εδώ, ο Γιώργος Κουτουλάκης (μια αρχετυπική φιγούρα ρεμπέτη με μυτερή φαβορίτα, μαύρα ρούχα και βλέμμα που δείχνει τα χιλιόμετρα που έχει διανύσει στη νύχτα) έχει πιάσει το μπουζούκι του και ερμηνεύει ιδανικά παλιά, κλασικά ρεμπέτικα. Δεξιά από το πάλκο κορνίζες με ατάκες όπως «Τα γούστα, η λεζάντα και η μαγκιά πλερώνονται, Σωτήρης Αδαλάκης» και «Οι παραγγελίες εις τα όργανα πληρώνονται παρά των κ.κ. πελατών», από πάνω μια υπέροχη αφίσα με την ιταλική εκδοχή της ταινίας Χτυποκάρδια στα θρανία (εδώ μεταφρασμένη ως Aliki En Colegio) με ένα εξαιρετικό illustration της Βουγιουκλάκη και του Παπαμιχαήλ, δίπλα η αφίσα της Σάντα Τσικίτα και παραδίπλα αυτή από τις ταινίες Οι κληρονόμοι και Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός.

Ο Μιχάλης έχει στήσει μια μοντέρνα εκδοχή ρεμπετάδικου/ μπουάτ, η μουσική είναι ουσιαστικά βουτηγμένη στο μεδούλι του ρεμπέτικου (και δεν παρεκκλίνει ποτέ σε νεολαϊκές/σκυλάδικες φόρμες), ακόμα και η τραγουδίστρια που συνοδεύει τον Κουτουλάκη θυμίζει κάτι από Μαρίζα Κωχ και ξεκινάει το πρόγραμμα με Καββαδία. Ο ίδιος κινείται στο μαγαζί σαν σίφουνας. Αδειάζει τασάκια, φέρνει ποτά, ενορχηστρώνει την ομάδα του, χαιρετάει τον κόσμο, ένας σόουμαν σε αποστολή. Και μετά μου διηγείται την ιστορία της ζωής του. «Ξεκίνησα από τη Θεσσαλονίκη, από τις δυτικές συνοικίες. Σκληροπυρηνική φάση τότε. Σαν το Μπρονξ ήταν. Μπάλα στις αλάνες πιτσιρικάδες και μετά τα πρώτα κωλόμπαρα, που τότε ήταν δεκάδες στην περιοχή. Δεκατεσσάρων πήγα πρώτη μου φορά σε μπαρ. Η πρώτη μου δουλειά ήταν στο μαγαζί του πατέρα μου. Ανταλλακτικά αυτοκινήτων. Μετά έκανα δική μου αντιπροσωπεία της Ford. Έβγαλα λεφτά. Το 1985 μπήκα στη νύχτα. Άνοιξα το πρώτο μου μαγαζί, το Επίκαιρο, στην περιοχή του αεροδρομίου. Τότε τραγουδούσαν ο Τσέντος και η Μαριάνθη Κεφάλα. Μετά έκανα διάφορα ακόμα κλαμπ. Το Γκάζι, το Μαντζούνι, το Βούκινο στον Ποταμό Επανωμής, που ήταν το πρώτο beach bar της περιοχής, ενώ είχα και τη Θώραξ security που προστάτευε νόμιμα και με τιμολόγια τα περισσότερα νυχτερινά μαγαζιά της Θεσσαλονίκης». Ο Μιχάλης μιλάει με μια τέλεια ροή λόγου, λες και αδειάζει σε δευτερόλεπτα από το μυαλό του όλες τις αναμνήσεις από την πολυτάραχη ζωή του, στιγμές που θέλει να ξεχάσει, φάσεις που του σημάδεψαν τη ζωή, καταστάσεις που τον πέταξαν στα βράχια μέχρι να ξανασηκωθεί. «Το 1995 χώρισα με την πρώτη μου γυναίκα και κατέβηκα στην Αθήνα για βόλτα και να δω έναν φίλο μου. Αυτός ήθελε να γίνει ηθοποιός, αλλά ντρεπόταν να μπει στη διαδικασία. Έτσι, τον πήρα από το χέρι και τον πήγα στη σχολή του Καζάκου. Εγώ τότε είχα ράμματα σε όλο το αριστερό μου φρύδι από έναν τσαμπουκά στη Θεσσαλονίκη, ήμουν κουρεμένος γουλί και φορούσα γούνα. Όταν με είδε ο Καζάκος, έπαθε πλάκα. Μου λέει “μια τέτοια έντονη μούρη λείπει από το θέαμα σήμερα” και με έκανε με τον τσαμπουκά ηθοποιό. Πήγα στη σχολή δυο χρόνια και από τότε έκανα 25 ταινίες, 17 σίριαλ και 11 θεατρικά. Θυμάμαι, όταν πήγαμε στο Φεστιβάλ του Βερολίνου με τον Δεκαπενταύγουστο του Γιάνναρη, είχε έρθει η ομογένεια στα κάγκελα, στο κόκκινο χαλί, και ούρλιαζε. Πώς είναι όταν τα βλέπεις στις τηλεοράσεις; Έτσι».

Μετά κάνει μια παύση και μου δείχνει μια κορνίζα που χαιρετάει τον Κωστή Στεφανόπουλο μετά από την πρεμιέρα της ταινίας του Κούνδουρου Οι φωτογράφοι, στην οποία πρωταγωνιστούσε («έκανα τον Μπιν Λάντεν σε αυτή την ταινία») και μετά μου λέει για το πόσο αγαπάει τη Σιωπή των αμνών, τον Νονό, τον Σημαδεμένο και για τότε («το 1996») που τον κάλεσε η Miramax να παίξει σε μια ταινία, αλλά η αμερικανική πρεσβεία τού έκοψε τη βίζα δυο φορές, και για τη γυναίκα του, την τραγουδίστρια Μαρία Εγγλέζου, που «τραγουδάει με τον λαιμό και όχι με κάτι άλλο». Ο Μιχάλης Ιατρόπουλος είναι ένας αυθεντικά αντεργκράουντ τύπος, από αυτούς που μπορεί να φλέρταραν για χρόνια έντονα με το περιθώριο, αλλά κατάφεραν και βγήκαν αλώβητοι, ένας άνθρωπος που ακολουθεί στη ζωή του έναν κώδικα τιμής ξεχασμένο στα βάθη των προηγούμενων δεκαετιών. «Για μένα η αχαριστία είναι κακούργημα. Πρέπει να απαγχωνίζονται οι αχάριστοι. Επίσης, μισώ το ψέμα και την πουστιά». Η ορχήστρα παίζει το «Σου το ’πα μια και δυο και τρεις». Ένα ψηλό κορίτσι χορεύει μπροστά από την πίστα. Στο μυαλό μου επιστρέφει συνέχεια η σκηνή από τα Φτηνά Τσιγάρα του Ρένου Χαραλαμπί- δη που ο Ιατρόπουλος πετάει δεκαχίλιαρα στις πόρνες. Τι τύπος είναι αυτός...