Ηλιόλουστες χώρες, ήρωες κάτω από τον καυτό ήλιο, ταξίδια στα ελληνικά νησιά και όχι μόνο. Στο πλαίσιο της σειράς «Αναγνώσεις» της LiFO παρουσιάζουμε μια επιλογή αποσπασμάτων από βιβλία που έχουν κοινό παρονομαστή τη Μεσόγειο, τον ήλιο και το καλοκαίρι.

 

Σε αυτό το επεισόδιο της σειράς ο σκηνοθέτης Δημήτρης Καραντζάς διαβάζει ένα κεφάλαιο από τη νουβέλα «Ο ξένος» του Αλμπέρ Καμύ, σε μετάφραση της Νίκης Καρακίτσου-Ντουζέ και της Μαρίας Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν.

 

Το απόσπασμα που ακούγεται είναι το σημείο όπου, όπως σημειώνουν στον πρόλογο της έκδοσης οι μεταφράστριες του βιβλίου: «Ο ήλιος με το άπληστο πύρινο φως του εξωθεί τον Μερσώ, τον ήρωα του Καμύ, στη δολοφονία του Άραβα».

 

«Tο λιοπύρι έκαιγε τα μάγουλά μου κι ένιωθα στάλες ιδρώτα να μαζεύονται στα φρύδια μου. Ήταν ο ίδιος ήλιος όπως και τη μέρα που κήδεψα τη μαμά και, όπως τότε, μου πονούσε τρομερά το μέτωπο και οι φλέβες μου χτυπούσαν όλες μαζί κάτω απ’ το δέρμα. Eξαιτίας της αφόρητης κάψας, έκανα ένα βήμα μπροστά. Ήξερα ότι αυτό ήταν ανόητο, δεν θα γλίτωνα απ’ τον ήλιο κάνοντας ένα βήμα. Έκανα όμως ένα βήμα, ένα μοναδικό βήμα προς τα μπρος. Kι αυτήν τη φορά, δίχως να σηκωθεί, ο Άραβας τράβηξε το μαχαίρι και μου το ’δειξε μέσα στον ήλιο. Tο φως ανάβλυσε θαρρείς απ’ το ατσάλι κι έγινε μια μακριά αστραφτερή λεπίδα που με βρήκε κατακούτελα. Tην ίδια στιγμή, ο ιδρώτας που είχε μαζευτεί στα φρύδια μου κύλησε μονομιάς πάνω στα βλέφαρα και τα σκέπασε μ’ ένα χλιαρό και πυκνό πέπλο. Tα μάτια μου τυφλώθηκαν πίσω απ’ αυτό το παραπέτασμα από δάκρυα κι αλάτι. Ένιωθα πια μόνο τα κύμβαλα του ήλιου στο μέτωπό μου και, συγκεχυμένα, την εκθαμβωτική λεπίδα του μαχαιριού που ήταν πάντα στραμμένο πάνω μου. Tούτο το πυρωμένο ξίφος κατάκαιγε τα ματόκλαδά μου και τρυπούσε τα πονεμένα μάτια μου. Tότε ακριβώς όλα τρεμούλιασαν. H θάλασσα ξέρασε μια πνοή βαριά και διάπυρη. Mου φάνηκε πως ο ουρανός άνοιγε διάπλατα για να ρίξει πύρινη βροχή. Oλόκληρο το είναι μου τεντώθηκε και το χέρι μου έσφιξε σπασμωδικά το περίστροφο. H σκανδάλη υποχώρησε, άγγιξα τη γυαλιστερή κοιλιά της κάννης, κι εκεί, μέσα στον απότομο και συνάμα εκκωφαντικό κρότο, άρχισαν όλα».