Σε αυτήν τη σειρά ακούμε από το βιβλίο του «Επιτάφιος Θρήνος» την έξοχου ύφους και λεπτότητας «Δασκάλα». Από τη «Σαρκοφάγο» τα «Λιμενικά Λουτρά», ένα κομψοτέχνημα που εξερευνά την ανθρώπινη μοναξιά, την αναζήτηση της συντροφικότητας και την ερωτική επιθυμία σε λαϊκούς χώρους, μακριά από τα κοινωνικά πρότυπα. Ακούμε επίσης το «Τζέλτεν», ένα road trip του συγγραφέα στην έρημο της Λιβύης, και από την πρώτη του συλλογή, το «Για ένα φιλότιμο» (1964), με την οποία ο Ιωάννου εγκαινιάζει τη βιωματικής γλώσσας πεζογραφία του, την οποία δεν έπαψε να πρεσβεύει και να καλλιεργεί, τον αριστουργηματικό «Μπάτη». Η ανάγνωση συμπληρώνεται από τις «Νεροφίδες» που γράφτηκαν το 1973 και δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Τραμ» τον Ιούλιο του 1976.
Ο Αργύρης Ξάφης, που ήρθε για πρώτη φορά με το έργο αυτού του σπουδαίου και παραγνωρισμένου σήμερα συγγραφέα, γοητευμένος από το ύφος τη γλώσσα και τον κόσμο του, από το πόσο «μοντέρνος» είναι, απάντησε γενναιόδωρα «θα τα διαβάσω όλα». Ιδού, λοιπόν, αυτός ο συγγραφέας έρχεται ξανά κοντά μας μέσα από μια νέα φωνή που μας μυεί στην απόλαυση της ανάγνωσης «διαμαντιών» της ελληνικής πεζογραφίας και μας δίνει ένα σήμα πώς αν σταθούμε, σκύψουμε και διαβάσουμε ή ξαναδιαβάσουμε τον Γιώργο Ιωάννου θα ανακαλύψουμε έναν θησαυρό των ελληνικών γραμμάτων με ιστορίες στοχαστικές, σχεδόν αθόρυβες, σπάνιες, σαν παύση στον βιαστικό και βίαιο καιρό μας.
Πόσο βιωματική είναι η πεζογραφία του Ιωάννου; Απαντά ο ίδιος: «Λέγοντας λοιπόν βιωματική, εννοώ τη λογοτεχνία εκείνη που αντλείται από προσωπικά βιώματα του συγγραφέα [...]. Τα βιώματα πάλι δεν είναι μονάχα εκείνα που προέρχονται από την εμπειρία, αλλά και οι φαντασιώσεις και οι ισχυρές πνευματικές καταστάσεις που έχει ζήσει ο άνθρωπος [...]. Ανακουφίζομαι γράφοντας σε πρώτο πρόσωπο. Είναι για μένα κάτι σαν ψυχολογική ανάγκη. Ωστόσο τα περισσότερα από αυτά που γράφω δεν είναι βιογραφικά και δεν συνέβησαν ακριβώς έτσι, όπως μεταφέρονται στο χαρτί. Άλλωστε, στα πεζογραφήματά μου υποδύομαι και πολλά πρόσωπα που θα ήθελα να είμαι».
«… Ο Ιωάννου ήταν ο διαβάτης που σύχναζε σε καφενεία, στις αγορές, στα καπνισμένα σινεμά, σε απόμερες περιοχές, ισότιμος των αρσενικών αλλά και κυνηγός. Η αναζήτηση αυτή δεν είχε μόνον σχέση με τον Άλλο αλλά με την ίδια την περιπέτεια, τη λατρεία των χώρων, τις μνήμες των τόπων, την περιδιάβαση στις σκιές και τις θολές περιοχές της ιστορίας των ανωνύμων…», γράφει ο Θόδωρος Γρηγοριάδης.
Σε έναν τιμητικό τόμο για τον Γιώργο Ιωάννου που κυκλοφόρησε το 2005 από τον Κέδρο γράφει για τον συγγραφέα: «Είναι ο πεζογράφος που αυτοβιογραφήθηκε, μιλώντας ψιθυριστά, τρυφερά, εξομολογητικά για τους άλλους, συνθέτοντας τη μυθιστορία των ταπεινών. Είναι από τους λίγους λειτουργούς που μας έρχονται από τα χρόνια εκείνα, όπου το κάθε πεζογράφημα, απολεπισμένο από τα ιδιωτικά οράματα και τον συγγραφικό ναρκισσισμό, εμπεριείχε μόχθο συλλογικό και αποτύπωνε ουσία. Κι είναι επίσης ένας ευφυής παραμυθάς που αξιώθηκε όσο ελάχιστοι να υποτάξει λειτουργικά την πρωτοπρόσωπη αφήγηση στην αντικειμενική ιστόρηση, πλάθοντας ένα Εγώ λιωμένο στο Εμείς»… γράφει η Σταυρούλα Παπασπύρου στη στήλη «Πίσω Ράφι» της LiFO.
Λίγα λόγια για τον Γιώργο Ιωάννου
Ο ποιητής και πεζογράφος Γιώργος Ιωάννου (1927-1985) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη από γονείς πρόσφυγες με καταγωγή από την Ανατολική Θράκη. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή και εργάστηκε ως καθηγητής σε ιδιωτικά σχολεία της Αθήνας και της επαρχίας, μέχρι τον διορισμό του στη δημόσια μέση εκπαίδευση. Το 1962 στάλθηκε από την υπηρεσία του στη Βεγγάζη της Λιβύης, όπου ίδρυσε ελληνικό γυμνάσιο.
Πρώτο βιβλίο του, η μικρή ποιητική συλλογή «Ηλιοτρόπια» (Θεσσαλονίκη, 1954). Η δεύτερη συλλογή του, «Τα χίλια δέντρα», εκδόθηκε το 1963 («Διαγώνιος»). Το 1964 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο πεζογραφημάτων με τίτλο «Για ένα φιλότιμο» και από τότε αποφάσισε να αφοσιωθεί σχεδόν αποκλειστικά στην πεζογραφία. Ακολούθησαν: «Η σαρκοφάγος» (1971), «Η μόνη κληρονομιά» (1974), «Το δικό μας αίμα» (1978), «Επιτάφιος θρήνος» (1980), «Ομόνοια» (1980), «Κοιτάσματα» (1981), «Πολλαπλά κατάγματα» (1981), «Εφήβων και μη» (1982), «Καταπακτή» (1982), «Εύφλεκτη χώρα» (1982) και «Η πρωτεύουσα των προσφύγων» (1984), που αποτέλεσε το τελευταίο πεζογραφικό έργο του. Εξέδωσε επίσης το θεατρικό έργο για παιδιά «Το αυγό της κότας» (1981) που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο. Μετά τον θάνατό του εκδόθηκε και το παιδικό ανάγνωσμα «Ο Πίκος και η Πίκα» (1986).
Παράλληλα, ασχολήθηκε και με τα δημιουργήματα του λαϊκού λόγου. Εξέδωσε, με εισαγωγές, σχόλια και γλωσσάρια, τις παρακάτω εργασίες: «Τα δημοτικά μας τραγούδια» (1966), «Μαγικά παραμύθια του ελληνικού λαού» (1966), «Παραλογές» (1970), «Καραγκιόζης» (1971-1972, τόμοι 3), «Παραμύθια τού λαού μας» (1973). Τα κείμενα των συλλογών επιλέχθηκαν με λογοτεχνικά κριτήρια.
Μετέφρασε και σχολίασε την τραγωδία του Ευριπίδη «Ιφιγένεια η εν Ταύροις» (1969), το ΧΙΙ βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας, που έχει τον τίτλο «Στράτωνος Μούσα Παιδική» (1980), καθώς και το ιστορικό δοκίμιο του Τάκιτου «Γερμανία» (1981). Το 1985 εκδόθηκαν τα δοκίμιά του για τον Παπαδιαμάντη, τον Καβάφη και τον Λαπαθιώτη με τίτλο «Ο της φύσεως έρως» και το 1996 οι συνεντεύξεις του (1974-1985), με τίτλο «Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής».
Ήταν βασικός συνεργάτης του περιοδικού «Διαγώνιος» (1958-1965), εξέδιδε το περιοδικό «Φυλλάδιο», το οποίο έγραφε ολόκληρο μόνος του (1978-1985, τεύχη 1-8), και συνεργάστηκε με το μαθητικό περιοδικό «Ελεύθερη Γενιά» (1976-1982). Το 1982 κυκλοφόρησε από τη Lyra ο δίσκος βινυλίου «Κέντρο διερχομένων» με στίχους δικούς του και μουσική του Νίκου Μαμαγκάκη.
Η συνεργασία του με ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά ήταν πολύ τακτική. Ποιήματά του καθώς και πεζογραφήματά του μεταφράστηκαν και δημοσιεύτηκαν σε αγγλικά και γαλλικά περιοδικά.
Το 1979 του απονεμήθηκε το Α´ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για το «Δικό μας αίμα».
Ο Γιώργος Ιωάννου θεωρείται εισηγητής του σύντομου πεζογραφήματος που ταξινομείται μεταξύ του δοκιμίου και της αφήγησης των ψυχικών περιπετειών του ομιλούντος προσώπου. Το νέο αυτό λογοτεχνικό είδος καθώς και οι γενικότερες αισθητικές αρχές του Γιώργου Ιωάννου άσκησαν σημαντική επίδραση στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Ο λόγος του έχει προέλευση βιωματική. Υποστήριζε ότι καλή λογοτεχνία δεν μπορεί να γραφτεί όταν ο λόγος δεν έχει βιωματικό βάρος και ο λογοτέχνης δεν τον έχει ψηλαφίσει με την ψυχή του και το πνεύμα του. (πηγή: εκδόσεις Κέδρος).
Αφιερώνουμε την ανάγνωση στη Φανή Ξάφη.
Eπιμέλεια: Αργυρώ Μποζώνη
Κάμερα - μοντάζ: Γεράσιμος Δομένικος
Ηχοληψία: Αλέξανδρος Αντωνίου
Μίξη ήχου: Φαίδωνας Κτενάς