Η εν ψυχρώ δολοφονία ενός ζευγαριού εκατομμυριούχων έχει συνταράξει την Ταϊλάνδη. 

 

Ο 64χρονος Άλαν Χογκ από το Εδιμβούργο και η 61χρονη Ταϊλανδή Νοντ Σαντάεν εξαφανίστηκαν την Πέμπτη από το σπίτι τους, λίγες ώρες πριν συναντήσουν φίλους στο Τσιάνγκ Μάι.

 

Όταν η αστυνομία έφτασε στην πολυτελή βίλα μετά από την δήλωση εξαφάνισης, το κινητό της Νοντ φόρτιζε ακόμη σε ένα από τα δωμάτια.

 

Κηλίδες αίματος βρέθηκαν στον νεροχύτη και στα αποδυτήρια της πισίνας στην έπαυλή τους. Αρκετές επιφάνειες είχαν σκουπιστεί βιαστικά από αίμα και οι δράστες είχαν φροντίσει να πάρουν μαζί τους τα πτώματα.

 

Οι αρχές συνέλαβαν, τη Δευτέρα, τον κουνιάδο του Χογκ, Γαρούτ Σατσακίτ, που βρέθηκε να κυκλοφορεί το αυτοκίνητο του ζευγαριού μετά το έγκλημα.

 

Λίγες ώρες μετά τη σύλληψή του όμως, αφέθηκε με εγγύηση και περιοριστικούς όρους, τους οποίους παραβίασε, μετά εξαφανίστηκε και τώρα αναζητείται.

 

Σήμερα, η αστυνομία επιβεβαίωσε ότι συνέλαβε τρεις άνδρες που ομολόγησαν τη δολοφονία ενός Βρετανού εκατομμυριούχου και της συζύγου του, εμπλέκοντας στο έγκλημα και τον Σατσακίτ. 

 

Οι τρεις δράστες περιέγραψαν πώς πυροβόλησαν τον Χογκ μπροστά από το σπιτάκι με τις πάπιες και στη συνέχεια χτύπησαν, μέχρι θανάτου, τη σύζυγό του με ένα σφυρί. Πήραν τα πτώματα μαζί τους και τα έθαψαν σε έναν λάκκο μακριά από το σπίτι. 

 

«Ο κουνιάδος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και υπήρχαν ενδοοικογενειακές έριδες», σχολίασε ο επικεφαλής των αστυνομικών ερευνών, Σανπάτ Πραμπούντσα. «Ξέρουμε που έχουν θαφτεί. Νομίζω ότι θα καταφέρουμε να ανασύρουμε τα πτώματα σήμερα».

 

Λίγο αργότερα οι σοροί βρέθηκαν στο σημείο των ερευνών.

 

Ο Χογκ ήταν μηχανικός και επιχειρηματίας και είχε εγκατασταθεί στην Ταϊλάνδη αρκετά χρόνια νωρίτερα, χτίζοντας μία πολυτελή κατοικία για εκείνον και τη γυναίκα του στην επαρχία Φράε. 

 

Αμέσως μόλις δηλώθηκε η εξαφάνιση του ζευγαριού, η κόρη και μοναδική κληρονόμος επέστρεψε εσπευσμένα στη χώρα από τη Μεγάλη Βρετανία, για να βοηθήσει στις έρευνες εντοπισμού των γονιών της. 

 

Το 2017, ο Χογκ παραιτήθηκε από διευθυντής της εταιρείας Clayfull που είχε ιδρύσει το 1994 ενώ δύο ακόμα εταιρείες του είχαν πωληθεί πριν από περίπου μία δεκαετία. 

 

Το Φόρεϊν Όφις εξέδωσε ειδική ανακοίνωση για το έγκλημα: «Το προσωπικό μας προσφέρει υποστήριξη στην οικογένεια του ζευγαριού από τη Βρετανία που σκοτώθηκε στην Ταϊλάνδη. Είμαστε σε επικοινωνία με τις τοπικές αρχές». 

 

Με πληροφορίες από Guardian