Οι διεθνείς τιμές πετρελαίου καταγράφουν τη μεγαλύτερη μηνιαία άνοδο στην ιστορία τους, καθώς η σύγκρουση με το Ιράν προκαλεί σοβαρές διαταραχές στην παγκόσμια προσφορά ενέργειας και αναταράξεις στις αγορές.
Το Brent, βασικό διεθνές σημείο αναφοράς, έχει ενισχυθεί κατά 51% από τις αρχές Μαρτίου, ξεπερνώντας το προηγούμενο ρεκόρ του 1990, όταν η εισβολή του Σαντάμ Χουσεΐν στο Κουβέιτ οδήγησε στον Πόλεμο του Κόλπου. Η τιμή του διαμορφώθηκε στα 112,57 δολάρια το βαρέλι στο τέλος της εβδομάδας, από 72,48 δολάρια στα τέλη Φεβρουαρίου, λίγο πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.
Η άνοδος συνδέεται άμεσα με την κατάσταση στο Στενό του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου και φυσικού αερίου. Οι επιθέσεις και οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα έχουν μειώσει σημαντικά την προσφορά, με εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για απώλειες έως και 9 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το αμερικανικό αργό (WTI) σημειώνει άνοδο 48%, καταγράφοντας την ισχυρότερη μηνιαία επίδοση από το 2020.
Η εκτίναξη των τιμών σημειώθηκε παρά τη συντονισμένη απελευθέρωση 400 εκατομμυρίων βαρελιών από στρατηγικά αποθέματα που ανακοινώθηκε στις 11 Μαρτίου, υποδεικνύοντας τη σοβαρότητα της διαταραχής στην αγορά.
Παράλληλα, οι αγορές δείχνουν να αγνοούν σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές παρεμβάσεις. Οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για πιθανή αποκλιμάκωση είχαν περιορισμένο αντίκτυπο, ενώ ακόμη και η παράταση που έδωσε στο Ιράν για το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ συνοδεύτηκε από περαιτέρω άνοδο των τιμών του πετρελαίου και πτώση των χρηματιστηρίων.
Το πετρέλαιο αναδείχθηκε έτσι ως το πιο αποδοτικό επενδυτικό στοιχείο σε έναν μήνα έντονης αστάθειας, με τις μετοχές, τα κρατικά ομόλογα και τα πολύτιμα μέταλλα να κινούνται πτωτικά.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η πορεία του χρυσού, ο οποίος αντί να λειτουργήσει ως ασφαλές καταφύγιο, υποχωρεί κατά σχεδόν 15% μέσα στον Μάρτιο, καταγράφοντας τη χειρότερη επίδοση από το 2008. Αναλυτές αποδίδουν την πτώση σε αναγκαστικές ρευστοποιήσεις από επενδυτές, καθώς και στην πώληση αποθεμάτων από την κεντρική τράπεζα της Τουρκίας.
Οι πιέσεις επεκτείνονται και στις μετοχικές αγορές. Στη Νέα Υόρκη, ο δείκτης Dow Jones εισήλθε σε φάση διόρθωσης, υποχωρώντας περισσότερο από 10% από τα υψηλά του, ενώ στο Λονδίνο ο FTSE 100 καταγράφει απώλειες άνω του 8%, στη χειρότερη μηνιαία επίδοση από την περίοδο της πανδημίας.
Αντίστοιχα, αυξάνονται οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, αντανακλώντας την αναθεώρηση των προσδοκιών για τα επιτόκια, καθώς οι αγορές εκτιμούν ότι οι κεντρικές τράπεζες θα καθυστερήσουν πιθανές μειώσεις.
Η εξέλιξη αυτή επιβαρύνει τις προοπτικές ανάπτυξης, ιδίως στην Ευρώπη, όπου οι κυβερνήσεις διαθέτουν μικρότερα δημοσιονομικά περιθώρια σε σχέση με προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις, περιορίζοντας τη δυνατότητα παρέμβασης.
Με πληροφορίες από Guardian