Μία φορτισμένη και παθιασμένη κατάθεση παράθεσε η Μπρίτνεϊ Σπίαρς ενώπιον του δικαστηρίου, κάνοντας λόγω για καταχρηστική κηδεμονία από τον πατέρα της. 

 

Η ίδια ανέφερε ότι η νομική αυτή ρύθμιση που έχει δώσει πλήρη κηδεμονία στον πατέρα της για αποφάσεις που αφορούν στην καριέρα και τη ζωή της από το 2008, της έχει στερήσει θεμελιώδη δικαιώματα.

 

«Αυτή η κηδεμονία μου κάνει πολύ περισσότερο κακό παρά καλό», είπε, ζητώντας από το δικαστήριο του Λος Άντζελες να την τερματίσει. «Δικαιούμαι να έχω ζωή».

 

Η μαρτυρία της σηματοδότησε την πρώτη φορά που η 39χρονη τραγουδίστρια εμφανίστηκε δημοσίως και μίλησε άμεσα για την κατάσταση της. Οι ισχυρισμοί της ήταν λεπτομερείς και αναμένεται να τροφοδοτήσει ακόμα περισσότερο ένα αυξανόμενο διεθνές κίνημα, το #FreeBritney που μάχεται για την απελευθέρωσή της από την νομική αυτή κηδεμονία.

 

Οι δικηγόροι του πατέρα της, Τζέιμι Σπίαρς, ανέφεραν στο παρελθόν ότι εκείνος «έχει επιτελέσει επιμελώς και επαγγελματικά τα καθήκοντά του ως ένας από τους κηδεμόνες της Μπρίτνεϊ».

 

Την Τετάρτη, δικηγόρος του είπε ότι ο πελάτης του «λυπάται που είδε την κόρη του να υποφέρει, με τόσο πολύ πόνο». 


Ωστόσο οι όροι της κηδεμονίας αυτής δεν περιλαμβάνουν οικονομικές μόνο πτυχές αλλά και μερικές από τις πιο προσωπικές στιγμές του κάθε ανθρώπου.

 

Η τραγουδίστρια, η οποία έχει δύο παιδιά από προηγούμενη σχέση, είπε ότι θα ήθελε να αφαιρέσει την ενδομήτρια συσκευή που έχει, προκειμένου να αποκτήσει κι άλλο παιδί, αλλά οι όροι της κηδεμονίας που ελέγχουν την ιατρική της μέριμνα δεν το επιτρέπει.

 

«Θέλω να είμαι σε θέση να παντρευτώ και να αποκτήσω μωρό», είπε στο δικαστήριο. «Μου είπαν τώρα ότι υπό την κηδεμονία αυτή, δεν είμαι σε θέση να παντρευτώ ή να αποκτήσω μωρό». Πρόσθεσε δε, ότι της έχει απαγορευτεί να βλέπει τους φίλους της που ζουν λίγα λεπτά μακριά της και ότι ο σύντροφός της δεν επιτρέπεται να την πηγαίνει οπουδήποτε με το αυτοκίνητό του.

 

Η ποπ σταρ μίλησε ακόμα για το γεγονός ότι υποχρεώθηκε να πάρει φάρμακα που δεν ήθελε. Είπε ότι δεν είχε κανέναν έλεγχο στην υγειονομική περίθαλψή της, ισχυριζόμενη ότι οι γιατροί άλλαξαν το φάρμακό της σε λίθιο, έναν σταθεροποιητή για τη διάθεση, όταν ανέφερε ότι ήθελε να φύγει από το Λας Βέγκας.

 

«Ένιωθα μεθυσμένη. Δεν θα μπορούσα καν να μιλήσω με τη μαμά ή τον μπαμπά μου για οτιδήποτε», είπε για την εμπειρία αυτή, προσθέτοντας ότι η οικογένειά της δεν την βοήθησε. «Η οικογένειά μου δεν έκανε τίποτα», είπε ενώ πρόσθεσε ότι αν και ήθελε να συνεχίσει τη θεραπεία στο σπίτι, αναγκάστηκε να πάει σε ένα μέρος όπου καραδοκούσαν παπαράτσι.

 

Σε άλλο σημείο της κατάθεσής της η Σπίαρας ισχυρίστηκε ότι οι μάνατζέρ της που είχαν οριστεί από τη διοίκηση της κηδεμονίας (ο πατέρας της μαζί με δύο ακόμα αρμόδιες αρχές διαχείρισης της περιουσίας της) την απείλησε με μήνυση το 2018 εάν δεν έκανε τις συναυλίες που είχαν προγραμματιστεί.

 

Είπε ότι αυτοί ανέφεραν ψευδώς στους θεραπευτές της ότι δεν έπαιρνε τα φάρμακά της. «Ήταν πολύ απειλητικό και τρομακτικό», είπε στο δικαστήριο την Τετάρτη. «Το μόνο που μπορεί να συγκριθεί με αυτό ονομάζεται sex trafficking. Οι άνθρωποι που το έκαναν αυτό δεν πρέπει να μπορούν να ξεφεύγουν τόσο εύκολα. Δεν είμαι εδώ για να είμαι σκλάβος κανενός. Μπορώ να πω όχι σε μια χορευτική κίνηση», είπε μεταξύ άλλων.

 

«Είμαι υπέροχη σε αυτό που κάνω. Δεν θα έπρεπε να είμαι υπό κηδεμονία εάν μπορώ να εργαστώ», πρόσθεσε η Σπίαρς επιχειρώντας να πείσει ότι εφόσον θεωρείται ικανή να εργαστεί στη βιομηχανία της μουσικής θα πρέπει να θεωρείται ικανή και να έχει τον έλεγχο της ζωής και των οικονομικών της.

 

«Οι νόμοι πρέπει να αλλάξουν. Δεν νιώθω ότι μπορώ να ζήσω μια ολοκληρωμένη ζωή. Πρέπει να υπενθυμίσουμε στους ανθρώπους που ελέγχουν τη ζωή μου ότι στην πραγματικότητα, δουλεύουν για μένα» σημείωσε.

 

«Λάτρευε να έχει τον έλεγχο πάνω μου 100.000%», είπε για τον πατέρα της, σημειώνοντας ότι σε κάποια φάση αναγκάστηκε να κάνει αποτοξίνωση παρά τη θέλησή της και να πληρώσει 60.000 δολάρια ενώ εκείνον δεν τον ένοιαζε καθόλου πώς ήταν εκείνη. «Φώναζα στο τηλέφωνο για μια ώρα και του άρεσε κάθε λεπτό. Οτιδήποτε μου συνέβαινε έπρεπε να εγκριθεί από τον μπαμπά μου».

 

Στη συνέχεια της αποκαλυπτικής της μαρτυρίας η Σπίαρς σημείωσε ότι οι γονείς της είναι σε θέση να κάνουν συνεντεύξεις με τον Τύπο όποτε θέλουν, αλλά για εκείνη απαγορεύεται να μιλήσει στα μέσα ενημέρωσης: «Δεν μπορώ να πω τίποτα, Έχω το δικαίωμα να χρησιμοποιήσω τη φωνή μου» υπογράμμισε.

 

«Είπα ψέματα σε ολόκληρο τον κόσμο ότι είμαι καλά και είμαι χαρούμενη», συνέχισε, προσθέτοντας ότι αρχικά φοβόταν να μιλήσει. «Ειλικρινά δεν θεωρούσα ότι θα με πίστευε κάποιος».

 

Η Σπίαρς ξεκίνησε την ακρόαση σημειώνοντας ότι δεν είχε απευθυνθεί στο δικαστήριο απευθείας μέχρι στιγμής, καθώς αισθανόταν ότι κανείς από τους δικαστές δεν θα άκουγε τη δική της εκδοχή.

 

Στην αρχή της ακρόασης, ένας δικηγόρος της πλευράς του πατέρα της εξέφρασε ανησυχίες σχετικά με τη δημόσια μαρτυρία της, αλλά η Σπίαρς έσπευσε να απαντήσει «Νιώθω ότι αυτή πρέπει να είναι μια ανοιχτή ακρόαση δικαστηρίου και θα πρέπει να ακούσουν όλοι τι έχω να πω». Ο δικαστής συμφώνησε.

 

 

 

Με πληροφορίες του Guardian