Οι εισβολές υπό ηγεσία των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, το 2001 και το 2003, ανέδειξαν τους κινδύνους των πολέμων «αλλαγής καθεστώτος».
Ωστόσο, ακόμη κι εκείνες οι επιχειρήσεις μοιάζουν σχολαστικά σχεδιασμένες, αν τις συγκρίνει κανείς με τη σημερινή αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν.
Και στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους ήταν προετοιμασμένοι να αναπτύξουν χερσαίες δυνάμεις,πρώτα για να ανατρέψουν την κυβέρνηση και ύστερα για να αποκαταστήσουν την τάξη και να επιβλέψουν τη μετάβαση σε ένα νέο πολιτικό σύστημα.
Financial Times: Γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έστειλε αμερικανούς στρατιώτες στο έδαφος του Ιράν
Οι αμερικανικές απώλειες στους πολέμους του Αφγανιστάν και του Ιράκ - και η μετέπειτα αποτυχία της συγκρότησης νέου κράτους - φαίνεται πως έπεισαν τον Ντόναλντ Τραμπ ότι θα ήταν ανοησία να στείλει αμερικανούς στρατιώτες στο έδαφος στο Ιράν. Όμως αυτό σημαίνει ότι ο Τραμπ έχει πλέον δεσμευτεί σε μια διαδικασία για την οποία δεν υπάρχει πραγματικό προηγούμενο: αλλαγή καθεστώτος μόνο με αεροπορική ισχύ.
Η δολοφονία του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και αρκετών βασικών στρατιωτικών και πολιτικών στελεχών του Ιράν την πρώτη ημέρα του πολέμου έχει αφήσει το καθεστώς αποσβολωμένο. Δεν απαντά, όμως, στο ερώτημα: τι ακολουθεί;, διερωτάται ο αρθρογράφος των Financial Times.
«Καταθέστε τα όπλα σας» ήταν η εντολή του Τραμπ προς το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC). «Πάρτε τον έλεγχο της κυβέρνησής σας» ήταν η συμβουλή του προς τον λαό του Ιράν.
Οι οδηγίες αυτές ήταν χαρακτηριστικά φτωχές σε λεπτομέρειες. Οι Φρουροί της Επανάστασης βομβαρδίζονται από αέρος. Ακόμη κι αν οι άνδρες τους αποφάσιζαν να εγκαταλείψουν τα όπλα, δεν υπάρχει μέσα στο Ιράν κάποια εναλλακτική αρχή ή στρατός στον οποίο θα μπορούσαν να τα παραδώσουν.
Ιράν: Ερωτηματικά για το πώς θα αλλάξουν τα πράγματα
Οι Ιρανοί που έχουν διαδηλώσει με αξιοθαύμαστο θάρρος απέναντι στο ισλαμικό καθεστώς, είναι επίσης λογικό να αναρωτιούνται πώς ακριβώς υποτίθεται ότι θα «πάρουν τον έλεγχο» της κυβέρνησης. Ο Τραμπ τούς διαβεβαίωσε, λέγοντας: «Όταν τελειώσουμε… θα είναι δικό σας να το πάρετε». Αλήθεια;
Η ελπίδα φαίνεται να είναι ότι ο αποκεφαλισμός της ιρανικής ηγεσίας και η καταστροφή της στρατιωτικής ισχύος του καθεστώτος θα οδηγήσουν σε κάποια «οργανική» και αυθόρμητη μετάβαση σε νέο πολιτικό σύστημα, χωρίς να χρειαστεί περαιτέρω αμερικανική παρέμβαση. Υπάρχουν όμως ελάχιστοι λόγοι να πιστεύει κανείς ότι αυτό θα λειτουργήσει, σημειώνει ο αρθογράφος των Financial Times.
Ο ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει επίσης απευθύνει επανειλημμένα έκκληση στον λαό του Ιράν να ανατρέψει την κυβέρνησή του. Εκείνος, όμως, πιθανότατα δεν ανησυχεί ιδιαίτερα για τη μελλοντική κοινωνική και πολιτική σταθερότητα του Ιράν. Το Ισραήλ θεωρεί εδώ και καιρό την Ισλαμική Δημοκρατία τον πιο επικίνδυνο εχθρό του και τρέφει βαθιά έχθρα για τη στήριξη που παρέχει το Ιράν στη Χαμάς στη Γάζα και στη Χεζμπολάχ στον Λίβανο.
Ιράν: Πού βρίσκεται το Ισραήλ σ' όλη την κρίση
Από τη σκοπιά της κυβέρνησης Νετανιάχου, οι σημερινές συνθήκες αποτελούν ιστορική ευκαιρία για να εξουδετερωθεί ένας επικίνδυνος αντίπαλος. Οι Ισραηλινοί, προφανώς, υπολόγισαν ότι μπορούν να διαχειριστούν τα ιρανικά αντίποινα με πυραύλους. Και είναι εξαιρετικά απίθανο ισραηλινά στρατεύματα να κληθούν ποτέ να αναπτυχθούν στο Ιράν. Έτσι, άλλοι θα είναι εκείνοι που θα μείνουν να αντιμετωπίσουν το χαοτικό «μετά» μιας εκστρατείας βομβαρδισμών.
Οι στρατηγικοί υπολογισμοί για τα κράτη του Κόλπου και για τις ίδιες τις ΗΠΑ είναι πολύ πιο σύνθετοι. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, το Μπαχρέιν και η Σαουδική Αραβία έχουν «πουλήσει» στον κόσμο την εικόνα εύπορων, ασφαλών καταφυγίων για ανθρώπους και κεφάλαια. Όμως τώρα έχουν ήδη πληγεί ή στοχοποιηθεί από ιρανικούς πυραύλους.
Αν η σύγκρουση οδηγηθεί με κάποιο τρόπο σε γρήγορο τέλος, ή αν το Ιράν ξεμείνει από πυραύλους και drones, τα κράτη του Κόλπου ίσως μπορέσουν να αποδώσουν τα γεγονότα σε «μερικές κακές ημέρες» και να επιστρέψουν στο business as usual. Αν όμως επηρεαστούν μόνιμα από έναν παρατεταμένο πόλεμο, η ιδιότητά τους ως ασφαλών καταφυγίων θα τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο.
Τα τελευταία χρόνια, δύο πολύ διαφορετικές Μέσες Ανατολές συνυπήρχαν. Χώρες όπως η Συρία, η Λιβύη και ο Λίβανος βυθίζονταν στη σύγκρουση, την ώρα που ο Κόλπος και η Σαουδική Αραβία γνώριζαν άνθηση. Η κυβέρνηση Τραμπ ήλπιζε να «απλώσει» την ειρήνη και την ευημερία του Κόλπου προς την υπόλοιπη Μέση Ανατολή, με επίκεντρο τη διπλωματική εξομάλυνση σχέσεων με το Ισραήλ.
Ο κίνδυνος τώρα είναι η διαδικασία να λειτουργήσει αντίστροφα: το χάος και η βία που είναι τόσο οικεία σε άλλα σημεία της Μέσης Ανατολής να απειλήσουν το μέλλον των πλούσιων και σταθερών «θύλακων» της περιοχής.
Οι κίνδυνοι για τις ΗΠΑ και την κυβέρνηση Τραμπ είναι επίσης πολύ υψηλοί. Ο Τραμπ δεν έχει δείξει καμία διάθεση για παρατεταμένη σύγκρουση. Όμως, αν τα κράτη του Κόλπου απειληθούν σοβαρά -ή αν το Ιράν βυθιστεί στο χάος- η Αμερική θα δεχτεί πιέσεις να δεσμεύσει περισσότερους πόρους στην περιοχή για να επαναφέρει την κατάσταση υπό έλεγχο. Αν σκοτωθούν περισσότεροι Αμερικανοί στρατιώτες, ο Τραμπ θα δεχτεί πιέσεις να κλιμακώσει· έχει ήδη απειλήσει το Ιράν με «μια δύναμη που δεν έχει ξαναφανεί», αν συνεχιστούν τα αντίποινα.
Οι εσωτερικοί πολιτικοί κίνδυνοι για τον Τραμπ είναι σημαντικοί. Μετά το σοκ της 11ης Σεπτεμβρίου, οι Αμερικανοί στήριξαν έντονα τόσο τον πόλεμο στο Αφγανιστάν όσο και εκείνον στο Ιράκ. Το 2001, περίπου το 90% υποστήριζε την εισβολή στο Αφγανιστάν, ενώ η δημοτικότητα του Τζορτζ Μπους εκτοξεύτηκε σε παρόμοιο ποσοστό. Η στήριξη για τον πόλεμο στο Ιράκ ήταν γύρω στο 70% όταν ξεκίνησε το 2003. Και στις δύο περιπτώσεις, υπήρχε ισχυρή διακομματική στήριξη στο Κογκρέσο.
Αντίθετα, οι Δημοκρατικοί και κάποιοι Ρεπουμπλικανοί του κινήματος MAGA έχουν ασκήσει σκληρή κριτική στην απόφαση του Τραμπ να επιτεθεί στην Ισλαμική Δημοκρατία. Και σύμφωνα με δημοσκόπηση της YouGov την περασμένη εβδομάδα, μόλις το 27% των Αμερικανών υποστήριζε τη χρήση στρατιωτικής δύναμης εναντίον του Ιράν.
Οι Αμερικανοί -αν όχι η κυβέρνησή τους- φαίνεται πως έμαθαν τα μαθήματα του Ιράκ και του Αφγανιστάν.
Με πληροφορίες από Financial Times