Η βρετανική αντιτρομοκρατική υπηρεσία ανακοίνωσε πως συνέλαβε έναν άνδρα για τις φονικές βομβιστικές επιθέσεις στο Μπέρμιγχαμ το 1974.

 

Τότε είχαν πεθάνει 21 άτομα. Οι βομβιστικές επιθέσεις έγιναν στην πολυσύχναστη παμπ Mulberry Bush και στην Tavern στο Μπέρμιγχαμ στις 21 Νοεμβρίου 1974.

 

Παρά το γεγονός ότι θεωρήθηκε ότι από πίσω κρύβεται ο ΙΡΑ, η οργάνωση ποτέ δεν ανέλαβε την ευθύνη της επίθεσης.

 

Η αστυνομία του West Midlands ανέφερε ότι αξιωματικοί της αντιτρομοκρατικής συνέλαβαν για τις επιθέσεις έναν 65χρονο άνδρα στο σπίτι του στο Μπέλφαστ την Τετάρτη.

 

«Ο άνδρας συνελήφθη βάσει του αντιτρομοκρατικού νόμου και διεξάγεται έρευνα στο σπίτι του», δήλωσαν οι αρχές. «Θα ακολουθήσει ανάκρισή του σε αστυνομικό τμήμα στη Βόρεια Ιρλανδία».

 

Οι επιθέσεις όπου τραυματίστηκαν περισσότεροι από 180 άνθρωποι, προκάλεσαν τη μεγαλύτερη απώλεια σε ανθρώπινες ζωές που έχει καταγραφεί ποτέ στην ιστορία της ηπειρωτικής χώρας της Βρετανίας κατά τη διάρκεια των 30χρονων συγκρούσεων μεταξύ κυρίως Καθολικών εθνικιστών και Προτεσταντών.

 

Οι πρώτοι ήταν υπέρ της ένωσης της Βόρειας Ιρλανδίας με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας και οι δεύτεροι ήθελαν να παραμείνουν στο Ηνωμένο Βασίλειο.

 

Στις 30χρονες αυτές συγκρούσεις υπολογίζεται ότι πέθαναν περίπου 3.600 άνθρωποι. Η διαμάχη τερματίστηκε σε μεγάλο βαθμό με την συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής του 1998.

 

Σε μια από τις πιο διαβόητες περιπτώσεις κακοδικίας στη Βρετανία, έξι Ιρλανδοί άνδρες αργότερα καταδικάστηκαν εσφαλμένα για τις βομβιστικές επιθέσεις και πέρασαν 16 χρόνια στη φυλακή μέχρι να απαλλαχθούν από τις κατηγορίες και να απελευθερωθούν τελικά το 1991.

 

Ένας από αυτούς ισχυρίστηκε ότι η αστυνομία γνώριζε εκ των προτέρων για την επίθεση, αλλά παρόλα αυτά, άφησε να συμβεί.

 

Ωστόσο, έρευνα που πραγματοποιήθηκε πέρυσι, κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι οι βόμβες τοποθετήθηκαν από μέλη του Προσωρινού IRA και ότι σχετική προειδοποίηση που έδωσαν ήταν ανεπαρκής.

 

Κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα, ότι δεν υπήρχε καμία αποτυχία από την αστυνομία.

 

 

Mε πληροφορίες του Reuters