Σε αναθεώρηση των εκτιμήσεών της για τον χρονικό ορίζοντα της ανοσίας της αγέλης στην Ευρώπη, προχωρά η έκθεση η Barclays.

 

Ο επενδυτικός οίκος προβλέπει εκ νέου ότι τα αποτελέσματα των εμβολιασμών θα φανούν νωρίτερα, με την ανοσία της αγέλης να επιτυγχάνεται στην Ευρώπη περίπου ένα τρίμηνο πιο νωρίς από ό,τι περίμενε. Παρόλα αυτά, οι Ευρωπαίοι θα είναι προστατευμένοι από τον κορωνοϊό πολύ αργότερα από ό,τι οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί.

 

Με βάση τα στοιχεία, η Barclays εκτιμά τώρα ότι η συλλογική ανοσία θα επιτευχθεί στην Ευρώπη στα τέλη του τρίτου τριμήνου με αρχές του τέταρτου και συγκεκριμένα το Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο, δηλαδή κατά ένα τρίμηνο νωρίτερα από τις προηγούμενες εκτιμήσεις του οίκου.

 

Σημειώνεται ότι, οι προβλέψεις της Barclays δείχνουν ότι η Ευρώπη θα είναι προστατευμένη από τον κορωνοϊό μόνο αφότου θα έχει περάσει η κρίσιμη για τον τουρισμό καλοκαιρινή σεζόν αλλά και κατά ένα τρίμηνο αργότερα σε σχέση με το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ.

 

Η αισιόδοξη αυτή πρόταση έρχεται την ώρα που η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την AstraZeneca όσο και με τη Pfizer για τις καθυστερήσεις στα προγράμματα παραδόσεων των εμβολίων.

 

Η Barclays ωστόσο αναγνωρίζει ότι η εκστρατεία του εμβολιασμού ξεκίνησε στην Ευρώπη αργά, σε σχέση με άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες. Αυτό αποδίδεται εν μέρει στην περιορισμένη προσφορά εμβολίων, αλλά κυρίως στην υπερβολική γραφειοκρατία, τα φτωχά logistics και την έλλειψη ιατρικού προσωπικού και εξοπλισμού.

 

Παρόλα αυτά, ο οίκος, επισημαίνει, ότι ο ρυθμός των εμβολιασμών έχει πλέον επιταχυνθεί και αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω, καθώς τα προγράμματα θα επεκτείνονται σε μικρότερες ηλικίες και η διαθεσιμότητα των εμβολίων θα βελτιώνεται.

 

Έτσι, η Barclays εκτιμά ότι οι ευπαθείς ομάδες σε όλη την Ευρώπη θα έχουν κάνει την πρώτη δόση του εμβολίου έως τα τέλη του Απριλίου το αργότερο. Οι χώρες της Ε.Ε. αναμένεται να έχουν αρκετές δόσεις για να προστατεύσουν πλήρως ολόκληρο τον πληθυσμό τους έως τα τέλη του Αυγούστου.

 

Όμως, η ανοσία της αγέλης εξαρτάται επίσης από μία σειρά παράγοντες, όπως η προθυμία του κόσμου να εμβολιαστεί, η αποτελεσματικότητα και η έγκριση των υπόλοιπων εμβολίων και ο χρόνος που μεσολαβεί ανάμεσα στις δύο δόσεις.