Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ απέρριψε την ακύρωση του νόμου περί υγειονομικής περίθαλψης Obamacare, αποφασίζοντας ότι το Τέξας και άλλοι αμφισβητίες δεν είχαν νομική αρμοδιότητα να υποβάλουν αγωγή.

 

Η αγωγή είχε τη στήριξη της διοίκησης του πρώην Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ.

 

Η απόφαση με ψήφους 7-2 που εκδόθηκε από τον δικαστή Stephen Breyer δεν αποφάνθηκε για ευρύτερα νομικά ζητήματα που τέθηκαν στην αγωγή σχετικά με το κατά πόσον μια βασική διάταξη του νόμου, η οποία ονομάζεται επισήμως ο νόμος περί προσιτής φροντίδας, ήταν αντισυνταγματική και στην περίπτωση που είναι, εάν πρέπει να καταργηθεί το υπόλοιπο καταστατικό.

 

Είναι η τρίτη φορά που το δικαστήριο αποφασίζει να διατηρήσει το Obamacare από την έκδοση του 2010.

 

Ο νέος Δημοκρατικός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν είχε κρίνει «σκληρή» αυτήν την ύστατη απόπειρα των Ρεπουμπλικανών να ακυρώσουν έναν νόμο, που αποδείχθηκε χρήσιμος, ιδίως κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19.

 

Στην αρχική μορφή του, το Obamacare υποχρέωνε όλους τους Αμερικανούς, ακόμη κι εκείνους με καλή υγεία, να συνάψουν μια ασφάλεια ειδάλλως θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με οικονομικές κυρώσεις και ανάγκαζε τις εταιρείες να ασφαλίζουν όλους τους πιθανούς πελάτες, όποια κι αν ήταν η κατάσταση της υγείας τους.

 

Η μεταρρύθμιση αυτή επέτρεψε να προσφερθεί μια ασφαλιστική κάλυψη υγείας σε 31 εκατομμύρια Αμερικανούς, που δεν διέθεταν έως εκείνη τη στιγμή, όμως οι Ρεπουμπλικανοί θεωρούσαν πάντα την υποχρέωση ασφάλισης ως κατάχρηση εξουσίας της κυβέρνησης.


«Ο νόμος για την προσιτή φροντίδα θα συνεχίσει να παρέχει σε εκατομμύρια Αμερικανούς υγειονομική περίθαλψη» δήλωσε η Sabrina Singh, εκπρόσωπος της Αντιπροέδρου Κάμαλα Χάρις. «Σήμερα είναι μια καλή μέρα» σχολίασε σχετικά.

 

Ο δικαστής έγραψε ότι κανένας από τους αμφισβητίες, συμπεριλαμβανομένου του Τέξας και 17 άλλων πολιτειών και μεμονωμένων εναγόντων, δεν μπορούσε να εντοπίσει την ύπαρξη νομικής ζημίας στην ατομική εντολή.

 

Η διοίκηση του προέδρου Τζο Μπάιντεν τον Φεβρουάριο προέτρεψε το Ανώτατο Δικαστήριο να υποστηρίξει τo Obamacare, αντιστρέφοντας τη θέση που έλαβε η κυβέρνηση υπό τον Τραμπ.

 

Οι Ρεπουμπλικάνοι αντιτάχθηκαν έντονα στο Obamacare όταν προτάθηκε, απέτυχαν να τον καταργήσουν και δεν κατάφεραν να κάνουν τα δικαστήρια να ακυρώσουν τον νόμο, ο οποίος ήταν το επίτευγμα της εσωτερικής πολιτικής του πρώην Προέδρου του Δημοκρατικού Μπαράκ Ομπάμα. 

 

Ο Μπάιντεν έχει δεσμευτεί να επεκτείνει την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και να υποστηρίξει το Obamacare.

 

Η πρώτη προσφυγή στοχοθετούσε αυτήν ακριβώς την «ατομική εντολή». Το Ανώτατο Δικαστήριο την επικύρωσε το 2012, εκτιμώντας πως οι οικονομικές κυρώσεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως φόροι και δικαιολογούσαν την παρέμβαση του κράτους.

 

Κατά την άφιξή του στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να καταργήσει τον νόμο στο Κογκρέσο, όμως ηττήθηκε. Οι Ρεπουμπλικάνοι βουλευτές κατάφεραν, εντούτοις, να τον τροποποιήσουν το 2017 και μηδένισαν τα πρόστιμα για την έλλειψη ασφάλισης.

 

Πολλές Ρεπουμπλικανικές πολιτείες προσέφυγαν εκ νέου στη δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας πως ο νόμος δεν ισχύει πλέον. Τον Δεκέμβριο του 2018, ένας ομοσπονδιακός δικαστής του Τέξας τους δικαίωσε: «ο ακρογωνιαίος λίθος» του νόμου είχε εξαλειφθεί, ολόκληρος ο νόμος ήταν αντισυνταγματικός, είχε αποφασίσει τότε.

 

Αυτήν την απόφαση ακύρωσε σήμερα το Ανώτατο Δικαστήριο.

 

«Δεν διευθετήσαμε το ερώτημα της εγκυρότητας του νόμου, όμως το Τέξας και οι άλλοι ενάγοντες δεν είναι αρμόδιοι για να το θέσουν», έγραψε ο προοδευτικός δικαστής Στίβεν Μπρέγιερ, εξ ονόματος της πλειοψηφίας των συναδέλφων του.

 

Με πληροφορίες του Reuters/AFP