Ακτιβιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα προέτρεψαν διεθνείς κυβερνήσεις, χορηγούς και αθλητές να μποϊκοτάρουν τους «Αγώνες γενοκτονίας» της Κίνας, ενώ στο Παναθηναϊκό Στάδιο παραδίδονταν η Ολυμπιακή φλόγα στους διοργανωτές των Χειμερινών Αγώνων του «Πεκίνο 2022».

 

Ομάδες ακτιβιστών, οι οποίες διέκοψαν επίσης την τελετή αφής της φλόγας στην Αρχαία Ολυμπία χθες, κατηγόρησαν τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή ότι αποδίδουν νομιμότητα στις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα επιτρέποντας τους Χειμερινούς Αγώνες να διεξαχθούν στο Πεκίνο.

 

«Γίναμε ξανά μάρτυρες στην υποκρισία (της ΔΟΕ)», δήλωσε ο Μάντι ΜακΚάουν, εκτελεστικός διευθυντής του Διεθνούς Δικτύου του Θιβέτ, σε συνέντευξη Τύπου στην Αθήνα.

 

«Παραδίδουν την Ολυμπιακή Φλόγα σε κυβέρνηση, η οποία είναι τόσο μακριά από την κατοχή οποιωνδήποτε Ολυμπιακών ιδανικών, ώστε φαίνεται ότι ζούμε σε ένα είδος διαστρεβλωμένης πραγματικότητας».

 

Υπενθυμίζεται ότι η μεταχείριση της Κίνας προς τους μουσουλμάνους Ουιγούρους στη βορειοδυτική περιοχή Σιντζιάνγκ, η καταστολή των διαδηλωτών στο Χονγκ Κονγκ και οι πολιτικές της απέναντι στο Θιβέτ και την Ταϊβάν, έχουν επικριθεί διεθνώς.

 

Αλλά η ΔΟΕ, η οποία ήδη είχε επιτρέψει το 2008 να πραγματοποιηθούν οι Θερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες στο Πεκίνο, απέφυγε το ζήτημα, λέγοντας ότι είναι εκτός αρμοδιότητάς της.

 

Στην ομιλία του στο στάδιο της Αρχαίας Ολυμπίας τη Δευτέρα, ο Πρόεδρος της ΔΟΕ Τόμας Μπαχ τόνισε ότι οι Αγώνες πρέπει να «γίνονται σεβαστοί ως πολιτικά ουδέτερο έδαφος».

 

Οι ακτιβιστές υποστήριξαν σήμερα ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα στη χώρα έχουν περιοριστεί από το 2008, υποστηρίζοντας ότι οι Θερινοί Αγώνες του 2008 «ενθάρρυναν» την Κίνα.

 

Το Πεκίνο ξεκίνησε μια βάναυση καταστολή πριν από περίπου τέσσερα χρόνια, η οποία οδήγησε έως και ένα εκατομμύριο ή περισσότερους Ουιγούρους και άλλες κυρίως μουσουλμανικές μειονότητες, σε στρατόπεδα κράτησης και φυλακές.

 

Οι κινεζικές αρχές λένε ότι στόχος τους δεν είναι να εξαλείψουν τους Ουιγούρους, μια ιστορικά μουσουλμανική ομάδα 13 εκατομμυρίων ανθρώπων, αλλά να τους ενσωματώσουν.

 

«Αν αυτή η συνέντευξη Τύπου γινόταν στην Κίνα, εγώ, ως Ουιγούρος, θα κατέληγα σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης και ίσως να υποβαλλόμουν σε σεξουαλική κακοποίηση και βασανιστήρια, όπως συμβαίνει με τα εκατομμύρια Ούγουρων», δήλωσε ο Ζουμρετάι Άρκιν, επικεφαλής του προγράμματος υπεράσπισης στο Παγκόσμιο Συνέδριο Ουιγούρων.

 

«Οι Ολυμπιακοί Αγώνες παραδίδονται σε μια χώρα που διαπράττει ενεργά γενοκτονία».

 

Η διοίκηση του προέδρου Τζο Μπάιντεν επιβεβαίωσε τη θέση των ΗΠΑ ότι η καταστολή της Κίνας προς τους Ουιγούρους και άλλες μειονότητες συνιστά «γενοκτονία».

 

Στη σύνοδο κορυφής της G7 τον Ιούνιο, ο Μπάιντεν πίεσε επιτυχώς τους άλλους ηγέτες να συμπεριλάβουν στην κοινή τους δήλωση, συγκεκριμένη γλώσσα που επικρίνει τη χρήση καταναγκαστικής εργασίας από την Κίνα και άλλες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 

Ο Άρκιν προέτρεψε τις κυβερνήσεις της G7 να συνεχίσουν με αυτό μποϊκοτάροντας τους Αγώνες του Πεκίνου.

 

«Πιστεύουμε ότι έχουμε περισσότερες πιθανότητες σήμερα από ό, τι είχαμε προηγουμένως το 2008», είπε.

 

Η Πέμα Ντόμα, διευθύντρια της καμπάνιας για τους Φοιτητές για ένα Ελεύθερο Θιβέτ, είπε ότι η ΔΟΕ έκανε «ένα πολύ μεγάλο λάθος».

 

«Πώς μπορεί κάποιος να πιστεύει ότι δεν υπάρχει κόκκινη γραμμή πουθενά στον κόσμο για γενοκτονία;» είπε η Ντόμα, η οποία τέθηκε για λίγο υπό κράτηση στην Αρχαία Ολυμπία πριν από τη διαμαρτυρία της Δευτέρας.

 

Τρεις ακτιβιστές συνελήφθησαν τη Δευτέρα αφού εισχώρησαν στον αυστηρά προστατευόμενο αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Ολυμπίας κατά τη διάρκεια της τελετής, ανεμίζοντας μια θιβετιανή σημαία και ένα πανό που έγραφε «Όχι στους Αγώνες γενοκτονίας». 

 

Άλλοι τέσσερις συνελήφθησαν έξω από τον χώρο, ενώ άλλοι δύο διαδηλωτές συνελήφθησαν στην Αθήνα την Κυριακή μετά από διαμαρτυρία στην Ακρόπολη.

 

Οι τελευταίοι αφέθηκαν ελεύθεροι, αλλά οι τρεις πρώτοι παραμένουν υπό αστυνομική κράτηση.

 

Οι Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες του Πεκίνου θα διεξαχθούν από 4-20 Φεβρουαρίου και θα επιτρέπεται να παρευρίσκονται μόνο θεατές από την ηπειρωτική Κίνα.

 

 

 

 

Με πληροφορίες του AP