Εικόνες από ένα φρικτό παρελθόν για τα δικαιώματα των γυναικών, αναβιώνουν τις τελευταίες ημέρες στον Αφγανιστάν. 

 

Από τις αρχές Ιουλίου, ενώ μαχητές των Ταλιμπάν καταλάμβαναν τη μία περιοχή μετά την άλλη, ένοπλοι μπήκαν στα γραφεία της τράπεζας Azizi Bank στην Κανταχάρ, και διέταξαν εννέα γυναίκες που εργάζονταν στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα να αποχωρήσουν. Οι ένοπλοι συνόδευσαν τις γυναίκες ως τα σπίτια τους, απαιτώντας να μην επιστρέψουν στη δουλειά. Αντί για αυτές, μπορούσαν να στείλουν άνδρες συγγενείς τους στις θέσεις τους, όπως τις πληροφόρησαν, σύμφωνα με τρεις γυναίκες και τον διευθυντή της τράπεζας που επικαλείται το Al Jazeera. 

 

«Είναι πραγματικά παράξενο να μη σου επιτρέπουν να πας στην δουλειά», δηλώνει στο Reuters η 43χρονη Noor Khatera, που εργαζόταν στο τμήμα λογαριασμών της Azizi Bank. «Έμαθα αγγλικά και πώς να χειρίζομαι υπολογιστές, αλλά τώρα πρέπει να ψάξω για ένα μέρος που θα μπορώ να δουλεύω με περισσότερες γυναίκες γύρω μου». 

 

Το «σκοτάδι» επιστρέφει

 

«Το περιστατικό είναι ένα πρώιμο σημάδι πως ορισμένα από τα δικαιώματα των γυναικών που είχαν κερδηθεί τα τελευταία 20 χρόνια (μετά την ανατροπή του σκληροπυρηνικού καθεστώτος) μπορεί να χαθούν. 

 

Από το 1996 έως το 2001 που οι Ταλιμπάν είχαν την εξουσία, απαγορευόταν στις γυναίκες να δουλεύουν και στα κορίτσια να πηγαίνουν σχολείο. Αν ήθελαν αν βγουν από τα σπίτια τους, έπρεπε όλες ανεξαιρέτως να έχουν καλυμμένα τα πρόσωπά τους και να συνοδεύονται από έναν άνδρα συγγενή τους. Γυναίκες που είχαν τολμήσει να αψηφήσουν τους κανόνες, είχαν υποστεί ταπεινώσεις και δημόσια ραπίσματα από την θρησκευτική αστυνομία των Ταλιμπάν, που ήλεγχε την εφαρμογή του ισλαμικού νόμου. 

 

Δύο ημέρες μετά το περιστατικό στην τράπεζα Azizi Bank, ένα παρόμοιο σκηνικό διαδραματίστηκε σε κατάστημα της τράπεζας Milli, στην πόλη Χεράτ, σύμφωνα με δύο ταμίες που υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες. Τρεις μαχητές των Ταλιμπάν, μπήκαν στο κτήριο με όπλα στα χέρια, επιπλήττοντας τις υπαλλήλους που «έδειχναν το πρόσωπό τους» σε δημόσιο χώρο. Οι εργαζόμενες παραιτήθηκαν και έστειλαν άνδρες συγγενείς στις θέσεις.

 

Ο εκπρόσωπος των Ταλιμπάν Zabihullah Mujahid δεν αποκρίθηκε σε αίτημα του Al Jazeera να σχολιάσει τα δύο περιστατικά. Ούτε οι τράπεζες έκαναν κάποιο σχόλιο. Ερωτηθείς αν θα επιτραπεί γενικά σε γυναίκες να εργάζονται σε τράπεζες περιοχών που ελέγχουν οι Ταλιμπάν, ο Mujahid περιορίστηκε στο να απαντήσει ότι ακόμα δεν έχουν ληφθεί αποφάσεις. «Μετά την εγκαθίδρυση του Ισλαμικού Συστήματος, θα αποφασίσουμε με βάση τον νόμο και, με το θέλημα του θεού, δεν θα υπάρξουν προβλήματα». 

 

Η Δύση φοβάται πως οι Ταλιμπάν θα αναστείλουν πολλές από τις ελευθερίες που είχαν κερδίσει οι γυναίκες της χώρας τα τελευταία 20 χρόνια, όσο οι αμερικανικές δυνάμεις παρέμεναν ανεπτυγμένες στο Αφγανιστάν, κυρίως σε αστικά κέντρα. 

 

Την περασμένη χρονιά, γυναίκες με καριέρα στη δημοσιογραφία, την υγεία και τις δυνάμεις επιβολής του νόμου είχαν σκοτωθεί σε κύματα επιθέσεων, ενώ παράλληλα ήταν σε εξέλιξη ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ των Ταλιμπάν και της αφγανικής κυβέρνησης που υποστήριζαν οι ΗΠΑ. Η κυβέρνηση κατηγορούσε τους Ταλιμπάν που αρνούνταν ότι είχαν διαπράξει τις δολοφονίες. 

 

«Οι Ταλιμπάν να περιορίσουν τις ελευθερίες σε όλα τα επίπεδα, και απέναντι σε αυτό μαχόμαστε», δήλωσε ένας εκπρόσωπος της κυβέρνησης. «Γυναίκες και παιδιά υποφέρουν περισσότερο και οι δυνάμεις παλεύουν να περισώσουν την δημοκρατία. Ο κόσμος θα έπρεπε να καταλάβει και να μας βοηθήσει». 

 

Αρκετές γυναίκες βρίσκουν χώρο στα social media, ζητούν βοήθεια και εκφράζουν την ανησυχία τους. «Με κάθε πόλη που καταρρέει, καταρρέουν ανθρώπινα σώματα και όνειρα, καταρρέει η ιστορία και το μέλλον, καταρρέει η τέχνη και η κουλτούρα, καταρρέει η ζωή και η ομορφιά, καταρρέει ο κόσμος μας», έγραψε η Rada Akbar στο Twitter. «Παρακαλούμε, ας το σταματήσει κάποιος όλο αυτό». 

 

«Όταν ο πρόεδρος Ασράφ Γκάνι εγκατέλειψε απροειδοποίητα το Αφγανιστάν, πήρε μαζί του κάθε χαραμάδα ελπίδας είχε μείνει για τις γυναίκες του έθνους», σχολιάζει ο βρετανικός  Guardian.

 

H Aaisha (τα ονόματα έχουν αλλαχθεί, για να προστατευθούν οι γυναίκες που μιλούν) ήταν μία γνωστή παρουσιάστρια ειδήσεων και ενός πολιτικού σόου. Είδε την ζωή της να διαλύεται μέσα σε δευτερόλεπτα. «Για χρόνια εργαζόμουν ως δημοσιογράφος για να δώσω φωνή, κυρίως στις γυναίκες του Αφγανιστάν, αλλά η ταυτότητά μας καταστρέφεται χωρίς να έχουμε κάνει το παραμικρό για να το προκαλέσουμε», δήλωνε την Δευτέρα. 

 

«Τις τελευταίες 24 ώρες οι ζωές μας άλλαξαν και περιοριστήκαμε στα σπίτια μας. Ο θάνατος καραδοκεί κάθε στιγμή.»

 

Οι Αφγανές δημοσιογράφοι, που έζησαν σε άλλοτε μία ελεύθερη Καμπούλ, τώρα σιωπηλή και γεμάτη φόβο, καταστρέφουν τα ίχνη τους και την δουλειά τους για να αποφύγουν τους ένοπλους Ταλιμπάν. Τρέμουν πως το να κάνουν ελεύθερα ρεπορτάζ θα τους κοστίσει το μέλλον τους. Λαμβάνουν διαρκώς απειλές θανάτου από τους Ταλιμπάν και άλλους που πιστεύουν πως οι γυναίκες δεν είναι ίσες με τους άνδρες. 

 

Η Fereyba περιγράφει την στιγμή που πληροφορήθηκε ότι οι Ταλιμπάν έμπαιναν στην Καμπούλ. «Ήμουν εκτός σπιτιού και δέχθηκα μία κλήση από τον αδελφό μου που μου είπε «Πού είσαι; Πρέπει να έρθεις στο σπίτι αμέσως». Ήταν πάρα πολύ τρομακτικό». Η φωνή της σπάει, καθώς μεταφέρει αναφορές για γυναίκες και κορίτσια που ξυλοκοπούνται και αρπάζονται για να βιαστούν. Τρέμει ότι αυτή θα είναι σύντομα και η δική της μοίρα «Πρώτον, φοβάμαι για τον εαυτό μου, είμαι γυναίκα δημοσιογράφος», λέει. «Στις επαρχίες πήραν κάποια κορίτσια για αυτούς, και της χρησιμοποίησαν ως σκλάβες»

 

Η Zeyba εργάζεται για ένα από τα μεγαλύτερα δίκτυα ενημέρωσης του Αφγανιστάν, που σημαίνει ότι οι Ταλιμπάν δεν θα δείξουν έλεος ούτε στην ίδια, ούτε στον σύζυγό και τα παιδιά της αν πέσουν στα χέρια τους. Η ίδια και άλλοι δημοσιογράφοι παλεύουν να στείλουν τα στοιχεία τους και την δουλειά τους σε πρεσβείες, πριν καταστρέψουν κάθε ίχνος της ύπαρξής τους διαδικτυακά. 

 

Με πληροφορίες από Al Jazeera, Reuters και Guardian