Τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τζαμί αναλύουν οι Financial Times.

 

Η απόφαση αφορά κάτι περισσότερο από τον θρησκευτικό σοβινισμό, επισημαίνουν στην ανάλυσή τους οι FT, εξηγώντας πώς ο Τούρκος πρόεδρος μετατρέπει την Αγία Σοφία σε «όπλο με σκοπό τον μαζικό αποπροσανατολισμό». Μια απόφαση σχεδιασμένη έτσι ώστε ο Ερντογάν να «συσπειρώσει τους ακροδεξιούς εθνικιστές, στους οποίους ο Ερντογάν βασίζεται όλο και περισσότερο», σύμφωνα με το δημοσίευμα.

 

Στην ανάλυσή τους οι FT επικεντρώνονται στα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο Ερντογάν, τόσο μετά τις απώλειες που κατέγραψε στις δημοτικές εκλογές, όσο και σε ό,τι αφορά την κατάσταση της οικονομίας, μετά και το πλήγμα από την πανδημία του κορωνοϊού.

 

«Ο Ερντογάν, κυρίαρχη προσωπικότητα της Τουρκίας αυτό τον αιώνα, έχει κερδίσει πάνω από μια ντουζίνα εκλογικές αναμετρήσεις, για να παραβλέψει ένα κοινοβουλευτικό σύστημα, με μια απολυταρχική προεδρία που του επιτρέπει να κυβερνά σαν νεο-σουλτάνος», αναφέρουν οι FT.

 

«Ωστόσο, είναι υπό πολιτική πίεση. Πέρυσι, το νικηφόρο σερί του το σταμάτησαν οι θρίαμβοι της αντιπολίτευσης στην Κωνσταντινούπολη- πόλη σημαντική για την αίγλη του, όπου ξεκίνησε την πολιτική καριέρα του ως δήμαρχος- στην Άγκυρα και σε μια σειρά άλλα σημαντικά αστικά κέντρα. Αυτό απέδειξε ότι είναι πολιτικά θνητός», συνεχίζει το δημοσίευμα.

 

«Φέτος, η πανδημία του κορωνοϊού αύξησε την πίεση σε μία μία ήδη παραπαίουσα οικονομία. Η επιτυχία του Ερντογάν σχετίζεται περισσότερο με την επίτευξη οικονομικής ανάπτυξης, παρά με την ισλαμιστική αναβίωση. Η ικανότητα για αποτελέσματα επισκιάζει τις πολιτικές ταυτότητας. Κάτι που ισχύει διπλά τώρα που οι πόλεις που διοικούνται από τους εχθρούς του έχουν ξεπεράσει την εθνική κυβέρνηση στην αντιμετώπιση της κρίσης του κορωνοϊού», επισημαίνουν οι FT.

 

«Το διάταγμα για την Αγία Σοφία αφορά κάτι περισσότερο από τον θρησκευτικό σοβινισμό. Είναι σχεδιασμένο ώστε να συσπειρώσει ακροδεξιούς εθνικιστές, στους οποίους ο Ερντογάν βασίζεται όλο και περισσότερο», κρίνει το άρθρο της εφημερίδας.

 

Οι αντιδράσεις

 

«Αναμένοντας την κατακραυγή από το εξωτερικό- από τον Πάπα Φραγκίσκο έως τον πατριάρχη Κύριλλο της Ρωσίας, από την Unesco έως την ΕΕ και από τον Λευκό Οίκο έως το Κρεμλίνο, ο Ερντογάν είχε έτοιμη την απάντησή του "Εσείς κυβερνάτε την Τουρκία ή εμείς;"», επισημαίνουν οι FT.

 

Όμως, σημειώνει το δημοσίευμα, αυτό το μήνυμα θα έχει πιθανότατα περιορισμένη αξία εντός των συνόρων, ενώ δεν θα κάνει τον Ερντογάν αγαπητό στους ισχυρούς φίλους του: τον Βλαντιμίρ Πούτιν «που έχει υιοθετήσει τον ρόλο του προασπιστή της Ορθόδοξης εκκλησίας παγκοσμίως» ή τον Ντόναλντ Τραμπ «που θα βασιστεί στους χριστιανούς ευαγγελιστές ψηφοφόρους για την επανεκλογή του τον Νοέμβριο».

 

«Στην Ευρώπη, αν η υποψηφιότητα ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ ήταν ήδη ετοιμοθάνατη, η απόφαση για την Αγία Σοφία είναι πιθανότατα το πιστοποιητικό θανάτου της», αναφέρουν ακόμη οι Financial Times.

 

Τα δύο παραδείγματα

 

Στη συνέχεια, το δημοσίευμα κάνει αναφορά στην απόφαση του Κεμάλ Ατατούρκ να μετατρέψει σε μουσείο την Αγία Σοφία το 1934. Μια κίνηση που ήταν ένδειξη προς ένα κοσμικό μέλλον της Τουρκίας, αλλά και εν μέρει έγινε «για να αποσπάσει την προσοχή από το πώς η κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας "άδειασε" την Τουρκία από χριστιανούς με μαζικές δολοφονίες Αρμενίων, Ασσυρίων και Ελλήνων».

 

Οι Financial Times παραθέτουν και δύο άλλα, διαφορετικά παραδείγματα. Από τη μία, το δημοσίευμα κάνει αναφορά στην Ιερουσαλήμ, σημειώνοντας πως πρόκειται για τριπλή ιερή πόλη για Εβραίους, Χριστιανούς και Μουσουλμάνους. Μεταξύ άλλων, το δημοσίευμα αναφέρει ότι μετά την κατάληψη της Ιερουσαλήμ το 637 ο χαλίφης Ουμάρ είχε αρνηθεί την πρόσκληση του πατριάρχη να προσευχηθεί στον ναό της Αναστάσεως, για να μην θεωρηθεί σημάδι ότι θα μετατρεπόταν σε τζαμί. Ακόμη, οι FT επισημαίνουν ότι ακόμη και σήμερα το Ισραήλ απαγορεύει σε μη μουσουλμάνους να προσεύχονται στο Χαράμ αλ- Σαρίφ ή το τέμενος Αλ Άκσα, την τρίτη ιερότερη τοποθεσία για το Ισλάμ.

 

Από την άλλη, οι FT αναφέρουν το αντίθετο παράδειγμα του τεμένους Babri Masjid στην Αγιοντία της βόρειας Ινδίας. Το τζαμί του 16ου αιώνα κατεδαφίστηκε το 1992, από φανατικούς ινδουιστές του κυβερνώντος κόμματος. Τον περασμένο Νοέμβριο, το ανώτατο δικαστήριο της Ινδίας έδωσε το «πράσινο φως» προκειμένου να χτιστεί ναός για ινδουιστική θεότητα πάνω στα ερείπια του τεμένους.

 

«Αυτά τα δύο παραδείγματα δίνουν δύο εντελώς αντίθετες εναλλακτικές στον Ερντογάν. Εκείνος φαίνεται να προτιμά το μοντέλο Μόντι, παρουσιάζοντας ως θύμα τους σουνίτες μουσουλμάνους της Τουρκίας. Δεν είναι για αυτόν η ανθρωπιστική φόρμουλα του χαλίφη Ουμάρ στην Ιερουσαλήμ, πόσο μάλλον η παγκόσμια λύση του Ατατούρκ για την Αγία Σοφία, προσφέροντάς στους πιστούς όλων των θρησκειών ή σε καμίας», καταλήγουν οι FT.