Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ αποτελεί ένα μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Ένα αξεπέραστο σύμβολο της Ορθοδοξίας με θαυμαστή αρχιτεκτονική και σπουδαία ιστορία. Το εμβληματικό μνημείο της Κωνσταντινούπολης οικοδομήθηκε επί αυτοκράτορα Ιουστινιανού στη διάρκεια έξι ετών και για περισσότερα από 1.000 χρόνια ήταν ο μεγαλύτερος καθεδρικός ναός του κόσμου. Σχεδιάστηκε από δύο Έλληνες αρχιτέκτονες, τον Αρτέμιο τον Τραλλιανό και τον Ισίδωρο τον Μιλήσιο. Για 916 χρόνια ήταν χριστιανικός ναός, στα επόμενα 482 έτη ήταν τζαμί και τα τελευταία 86 χρόνια, ύστερα από απόφαση του Κεμάλ Ατατούρκ, λειτουργούσε ως μουσείο.

 

Από τις 24 Ιουλίου, όπως προβλέπεται, μετατρέπεται πάλι σε τζαμί και θα γίνει η πρώτη προσευχή μετά από σχεδόν εννιά δεκαετίες. «Η Αγία Σοφία θα αρχίσει να λειτουργεί ως τζαμί μετά από 86 χρόνια. Εύχομαι αυτή η απόφαση να είναι επωφελής για όλη την ανθρωπότητα. Οι πόρτες της Αγίας Σοφίας θα είναι ανοιχτές σε όλους» σημείωσε σε διάγγελμα του ο Τούρκος Πρόεδρος.


Η απόφαση του τουρκικού Συμβουλίου της Επικρατείας και η επικύρωση της εντός μιας ώρας από τον Ταγίπ Ερντογάν ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων. Η Αγία Σοφία έγινε το επίκεντρο ιδεολογικών και πολιτικών συγκρούσεων ενώ ο Τούρκος Νομπελίστας, Ορχάν Παμούκ, σχολίασε απογοητευμένος: «Το να μετατρέψουμε την Αγία Σοφία σε τζαμί είναι σαν να λέμε στον υπόλοιπο κόσμο ότι, δυστυχώς, δεν είμαστε πλέον κοσμικό κράτος. Υπάρχουν εκατομμύρια κοσμικοί Τούρκοι σαν εμένα που φωνάζουν εναντίον [της απόφασης] αλλά οι φωνές τους δεν ακούγονται».


Πρόκειται για μία ακόμη κίνηση στον μακροπρόθεσμο πολιτικό σχεδιασμό του Ταγίπ Ερντογάν; Αποκαθηλώνεται η κληρονομιά της σύγχρονης τουρκικής Δημοκρατίας και προμηνύεται επιστροφή στο οθωμανικό παρελθόν; Μπορεί η Αγία Σοφία να είναι το επιστέγασμα της θρησκευτικής επανάστασης του Τούρκου Προέδρου; Και τι σηματοδοτεί αυτή η ενέργεια; Πέντε διακεκριμένα πρόσωπα της ακαδημαϊκής κοινότητας αναλύουν και σχολιάζουν στη LiFO την απόφαση Ερντογάν για μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί.

 

Θύμα αυτής της απόφασης δεν θα είναι το μνημείο, αν όντως ληφθεί πρόνοια για τα έργα τέχνης που ανακαινίσθηκαν με κόπο. Θύμα είναι οι Τούρκοι πολίτες που μένουν προσηλωμένοι στην ιδέα μιας κοσμικής Τουρκίας, περήφανης για τις παραδόσεις και τον πολιτισμό της, αλλά ανοικτής στον διάλογο με άλλους πολιτισμούς.

 

Άγγελος Χανιώτης

Καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας στο Ινστιτούτο Προηγμένων Μελετών του Πρίνστον

Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί το 1453 δεν είναι ιστορικό παράδοξο. Στην πορεία των αιώνων χώροι λατρείας συχνά πέρασαν από μια θρησκευτική κοινότητα σε άλλη, φιλοξένησαν νέους θεούς ή απέβαλαν τον ιερό τους χαρακτήρα. Στην πολυθεϊστική αρχαιότητα η μετατροπή ενός ιερού σπανίως ήταν βίαιη – η μετατροπή του Ναού στην Ιερουσαλήμ σε ναό του Δία από τον Αντίοχο Δ' είναι η εξαίρεση. Συνήθως ο παλιός θεός συνδεόταν με τον νέο. Η μινωική θεότητα που λατρευόταν στο Ιδαίο Άντρο ταυτίστηκε με τον Δία, ο προελληνικός θεός Βέλχανος έγινε Δίας Βελχάνιος, η περσική Αναχίτα λατρευόταν ως Άρτεμις Αναΐτις.

 

Αντίθετα, όποτε μονοθεϊστικές θρησκείες έρχονται σε σύγκρουση με άλλες, με τη στήριξη της κοσμικής εξουσίας, δεν είναι ανεκτικές. Με την αναγνώριση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας εκατοντάδες ιερά καταστράφηκαν, μετατράπηκαν σε χριστιανικούς ναούς ή εγκαταλείφθηκαν. Ο Παρθενώνας έγινε ναός της Παρθένου, το Πάνθεον στη Ρώμη εκκλησία της Παναγίας και των Μαρτύρων, ο ναός της Αφροδίτης στην Αφροδισιάδα εκκλησία του Αρχάγγελου Μιχαήλ. Οι αραβικές και αργότερα οι οθωμανικές κατακτήσεις είχαν ανάλογα αποτελέσματα για αναρίθμητες χριστιανικές εκκλησίες που μετατράπηκαν σε τζαμιά.

 

Ιστορικό παράδοξο ήταν η θαρραλέα απόφαση του Κεμάλ Ατατούρκ για τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε μουσείο το 1934, ως σύμβολο της νέας κοσμικής Τουρκίας. Συμπτωματικά, 100 ακριβώς χρόνια νωρίτερα, το 1834, το νεοσύστατο ελληνικό βασίλειο είχε μετατρέψει την εκκλησία του Άη Γιώργη του Ακαμάτη, αρχαίο ναό του Ηφαίστου (το γνωστό μας Θησείο), στο πρώτο Αρχαιολογικό Μουσείο.

 

Η μουσειοποίηση χώρων λατρείας που αποτελούν μνημεία του παγκόσμιου πολιτισμού επιτρέπει στον επισκέπτη να διακρίνει τα αλλεπάλληλα στρώματα της ιστορίας. Το να μετατρέπεται ένα μουσείο σε αποκλειστικό χώρο λατρείας μιας θρησκείας δεν έχει προηγούμενο.


Θύμα αυτής της απόφασης δεν θα είναι το μνημείο, αν όντως ληφθεί πρόνοια για τα έργα τέχνης που ανακαινίσθηκαν με κόπο. Θύμα είναι οι Τούρκοι πολίτες που μένουν προσηλωμένοι στην ιδέα μιας κοσμικής Τουρκίας, περήφανης για τις παραδόσεις και τον πολιτισμό της, αλλά ανοικτής στον διάλογο με άλλους πολιτισμούς. Η χρονική στιγμή ευνοεί τον Τούρκο Πρόεδρο. Όταν οι δυτικές χώρες βρίσκονται στο εδώλιο για τα εγκλήματα της αποικιοκρατίας, εύκολα μπορεί να πει το «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω». Όμως ο πολιτισμός δεν προχωρά με συναγωνισμό στη μισαλλοδοξία, αλλά με άμιλλα στον ανθρωπισμό.


Η απόφαση του Προέδρου Ερντογάν δεν μας μαθαίνει τίποτε που να μη γνωρίζαμε ήδη για την πολιτική του και τις μεθόδους του. Θα μας διδάξει όμως κάτι για τη σοβαρότητα της UNESCO, που για πρώτη φορά βλέπει ένα κράτος-μέλος της να αλλάζει τον χαρακτήρα ενός αναγνωρισμένου από την ίδια μνημείου της παγκόσμιας κληρονομιάς. Και θα μας δείξει αν οι δυτικοί εταίροι της Τουρκίας –πολιτικοί, στρατιωτικοί, οικονομικοί και πολιτιστικοί– είναι διατεθειμένοι να βγάλουν τα συμπεράσματά τους.


Κώστας Υφαντής

Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Η Αγιά Σοφιά ξαναέγινε μουσουλμανικό τέμενος από τη στιγμή που εξεδόθη η απόφαση του τουρκικού Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η απόφαση του Προέδρου Ερντογάν απλώς μετέφερε το μνημείο στην αρμοδιότητα της Διεύθυνσης Θρησκευτικών Υποθέσεων.

 

Πέρα από την απολύτως φυσιολογική πικρία, απογοήτευση και αγανάκτηση που νιώθουμε στην Ελλάδα –αφού το αριστούργημα του Βυζαντίου έχει ιδιαίτερη θέση στη συγκρότηση της εθνικής μας συνείδησης και της θέσης μας στον ιστορικό χρόνο και χώρο– η εξέλιξη αυτή έρχεται να επιβεβαιώσει την πορεία της σημερινής Τουρκίας ή το προς τα που επιχειρεί να στρέψει την τουρκική Δημοκρατία ο Πρόεδρος Ερντογάν και το AKP.


Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί είναι απολύτως σύμφυτη με το αξιακό σύστημα του Ρ. Τ. Ερντογάν και των οπαδών του. Μεγαλωμένος στη συντηρητική γειτονιά του Κασίμπασα, στην καρδιά της Πόλης, στον Κεράτιο Κόλπο, μαθητής σε Ιμάμ Χατίπ, ποτέ δεν συμβιβάστηκε με τους δυτικότροπους κεμαλιστές που καταπίεζαν συστηματικά τον ευσεβή φτωχό Τούρκο, του αρνήθηκαν την καθημερινότητά του και τον τοποθέτησαν στο κοινωνικό και πολιτικό περιθώριο.

 

Με τη νίκη του το 2002 ξεκίνησε μία συστηματική προσπάθεια που οδήγησε στη χειραφέτηση και στην πολιτική και κοινωνική κυριαρχία μιας συντηρητικής, αντιδυτικής, ισλαμικής πλειοψηφίας. Μιας πλειοψηφίας που υπήρχε πάντοτε αλλά όσες φορές είχε καταφέρει να επικρατήσει –μέχρι το 2002– η παρέμβαση των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, των θεματοφυλάκων των κεμαλικών αξιών, υπήρξε αποφασιστική και ενίοτε βίαιη.

 

Για τον Ρ. Τ. Ερντογάν, ο κεμαλικός εκσυγχρονισμός ήταν ένα ιστορικό ατύχημα. Το Ισλάμ και η αποθέωση του οθωμανικού μεγαλείου ολοένα και περισσότερο καθίστανται πυλώνες της σύγχρονης Τουρκίας. Ο παραδοσιακός τουρκικός αναθεωρητισμός, όπως τον έχουμε βιώσει στο Αιγαίο και στην Κύπρο εδώ και πολλές δεκαετίες, έχει υποστεί μια κρίσιμη ποιοτική μετάλλαξη. Δεν είναι πλέον ένα κλασικό στοιχείο της στρατηγικής επιδίωξης ισχύος της Άγκυρας. Είναι κάτι πολύ περισσότερο και πιο επικίνδυνο. Είναι μια εθνική ιδεολογία που αναφέρεται σε ένα μυθοποιημένο αυτοκρατορικό παρελθόν και μία αίσθηση εκ θεού αποστολής.


Στέφανος Καβαλλιεράκης

Διευθυντής του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών

Η κίνηση του Ερντογάν να μετατρέψει ξανά την Αγία Σοφία σε τζαμί σηματοδοτεί τρία πράγματα:


Σε γεωπολιτικό επίπεδο την πρόθεσή του να πάρει πλέον σαφείς αποστάσεις από την ΕΕ. Έτσι και αλλιώς ο εξευρωπαϊσμός της Τουρκίας που αποτελούσε στόχο τη δεκαετία του '90 ή του 2000 πλέον είναι σαφές ότι έχει φύγει από το τραπέζι. Η Τουρκία βρίσκεται πλέον, τουλάχιστον επιθετικά και συχνά εκβιαστικά, απέναντι στην ΕΕ, στην οποία ήθελε θεωρητικά κάποτε να ενταχθεί.

 

Είναι πλέον σαφές ότι η Τουρκία αποτελεί έναν ανταγωνιστή της ΕΕ σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα αλλά κυρίως έχει μετατοπιστεί από το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Χιλιάδες αντιφρονούντες είναι πλέον φυλακισμένοι, υπάρχει τεράστιο δημοκρατικό έλλειμμα και η καταπίεση επεκτείνεται σε όλα τα επίπεδα.


Σε πολιτικό επίπεδο είναι εντυπωσιακή η αποκήρυξη της κληρονομιάς του Κεμάλ. Η σύγχρονη Τουρκία είχε έναν ιδρυτικό πατέρα, τον Κεμάλ, που χάραξε τη σύγχρονη πορεία της, και πλέον η παρακαταθήκη του τίθεται σε αμφισβήτηση. Προφανώς αυτό δεν αναιρεί τη συμμαχία του Ερντογάν με το βαθύ κράτος, εθνικιστικά προτάγματα αλλά και θεωρίες επέκτασης του πεδίου κυριαρχίας της Τουρκίας, όπως αυτές του στρατηγικού βάθους ή της γαλάζιας πατρίδας, αλλά φαίνεται ότι βρίσκει έναν κοινό παρανομαστή, την εξάλειψη της κεμαλικής παρακαταθήκης και τη δημιουργία μιας νέας ισλαμοεθνικιστικής συμμαχίας, με ανοιχτά, επί της ουσίας, πολεμικά μέτωπα σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο και με πολεμική ρητορική που διαρκώς αυξάνεται.


Σε θρησκευτικό επίπεδο για πρώτη φορά η Τουρκία διεκδικεί τα πρωτεία του ισλαμικού κόσμου. Δεν είναι τυχαίο ότι η απόφαση για την Αγία Σοφία χαιρετίστηκε από ισλαμικά κινήματα της Ασίας, της Αφρικής κ.λπ. Εδώ και καιρό τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που ελέγχονται και πρόσκεινται στον Ερντογάν έχουν εξαπολύσει τρομερές επιθέσεις στην Ινδία, για το θέμα του Κασμίρ, και στην Κίνα για το θέμα της καταπίεσης των ισλαμικών κοινοτήτων της.

 

Πλέον η Τουρκία αλλά και ο Ερντογάν προσωπικά διεκδικούν τον ρόλο του προστάτη των μουσουλμάνων σε παγκόσμιο επίπεδο, που αποτελεί μια τελείως νέα στρατηγική για την ίδια τη χώρα, αλλά και προφανώς την παρακαταθήκη με την οποία θέλει να συνδεθεί ο ίδιος ο Ερντογάν.

 

Η απόφαση του Προέδρου Ερντογάν δεν μας μαθαίνει τίποτε που να μην γνωρίζαμε ήδη για την πολιτική του και τις μεθόδους του. Θα μας διδάξει όμως κάτι για τη σοβαρότητα της UNESCO, που για πρώτη φορά βλέπει ένα κράτος-μέλος της να αλλάζει τον χαρακτήρα ενός αναγνωρισμένου από την ίδια μνημείου της παγκόσμιας κληρονομιάς.
Η απόφαση του Προέδρου Ερντογάν δεν μας μαθαίνει τίποτε που να μην γνωρίζαμε ήδη για την πολιτική του και τις μεθόδους του. Θα μας διδάξει όμως κάτι για τη σοβαρότητα της UNESCO, που για πρώτη φορά βλέπει ένα κράτος-μέλος της να αλλάζει τον χαρακτήρα ενός αναγνωρισμένου από την ίδια μνημείου της παγκόσμιας κληρονομιάς.


Νίκος Μιχαηλίδης

Επίκουρος Καθηγητής Ανθρωπολογίας, University of Missouri, St. Louis (UMSL)

Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινούπολης από μουσείο σε ισλαμικό τέμενος θα πρέπει να ιδωθεί ως τμήμα μιας ευρύτερης κρατικής ιδεολογικής ατζέντας και πολιτικής πρακτικής, με στόχευση εσωτερική αλλά και διεθνή. Άλλωστε προηγήθηκε η μετατροπή σε τζαμί και άλλων βυζαντινών εκκλησιών (πχ. Αγία Σοφία Τραπεζούντας και αλλού).


Βέβαια, θέλω να τονίσω ότι η καταστροφή ορθόδοξων μνημείων δεν είναι μονοπώλιο των ισλαμιστών. Όταν για δεκαετίες κυριαρχούσαν οι κεμαλιστές, πολλές εκκλησίες μετατράπηκαν σε τζαμιά, σε στάβλους και αποθήκες, καταστράφηκαν εσκεμμένα ή αφέθηκαν να καταρρεύσουν.

 

Ο κλάδος ειδικού πολέμου της στρατοχωροφυλακής είχε ιδρύσει πριν από δεκαετίες μια μυστική ομάδα, που είναι άγνωστο για πόσο έδρασε, η οποία είχε ως αποστολή την ανατίναξη χριστιανικών μνημείων στη Μικρά Ασία, προκειμένου να σβηστούν τα ίχνη της ιστορικής παρουσίας των χριστιανικών λαών που υπέστησαν διωγμούς και γενοκτονία. Όσα μνημεία διασώθηκαν, το κράτος αργότερα τα ανέδειξε σε πόλο έλξης τουριστών και πηγή σημαντικού εισοδήματος, ενώ παράλληλα τα χρησιμοποίησε και ως εργαλεία ήπιας ισχύος προς τον δυτικό κόσμο, καλλιεργώντας ένα προφίλ ψευδο-ανεκτικότητας.

 

Όμως δεν είναι μόνο τα χριστιανικά μνημεία, αλλά και η πολιτιστική κληρονομιά Κούρδων και Αλεβιτών που έχει υποστεί σημαντικές καταστροφές από το τουρκικό κράτος (με ισλαμικό ή κεμαλικό μανδύα). Για παράδειγμα η κουρδική πόλη Χασάνκεϊφ, που πρόσφατα έμεινε κάτω από τα νερά λόγω κατασκευής υδροηλεκτρικού φράγματος, αλλά και οι πόλεις Ντέρσιμ και Σουρ, που υπέστησαν καταστροφές και αλλοιώσεις από τον τουρκικό στρατό.

 

Στόχος του τουρκικού κράτους ήταν και παραμένει ο περαιτέρω εξισλαμισμός και εκτουρκισμός των διαφορετικών θρησκευτικών και εθνοτικών ομάδων της Ανατολίας. Για να το επιτύχει αυτό πρέπει να καταστρέψει τους τόπους μνήμης και την πολιτιστική κληρονομιά αυτών των κοινωνικών ομάδων.

 

Το ίδιο πράττει και με την Κωνσταντινούπολη και την Αγία Σοφία. Υπάρχει μια συνέχεια και συνέπεια δεκαετιών σε αυτή την πολιτική καταστροφής και αφομοίωσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε κομματικό κείμενο του κεμαλικού CHP που διακινήθηκε στα στελέχη του ήδη από την δεκαετία του 1940, αποκαλύπτεται κρατικός σχεδιασμός για εκδίωξη του ελληνικού πληθυσμού της Πόλης στην επέτειο των 500 χρόνων από την άλωση. Το σχέδιο υλοποιήθηκε με δύο χρόνια καθυστέρηση, με τα Σεπτεμβριανά του 1955.

 

Στα διεθνή τώρα, μετατρέποντας της Αγ. Σοφία σε τζαμί, πράξη υψηλότατου συμβολισμού, ο Τ. Ερντογάν προσπαθεί να παρουσιάσει τον εαυτό του στην εσωτερική και διεθνή κοινή γνώμη ως έναν δυναμικό ηγέτη των σουνιτικών ισλαμικών χωρών και ως προστάτη των σουνιτών της Ευρώπης και του δυτικού κόσμου γενικότερα. Καλλιεργεί το προφίλ ηγέτη που υποτίθεται πως δεν υπολογίζει τις αντιδράσεις της «κακής Δύσης». Πιθανώς η πράξη του αυτή να ενισχύσει ελαφρώς και τα εκλογικά ποσοστά του, δεν αναμένω όμως ιδιαίτερη εσωτερική εκλογική ενίσχυση. Άλλωστε, έτσι πως είναι το καθεστώς, οι εκλογές δεν έχουν και τόση σημασία πλέον.

 

Όσοι στην Ελλάδα υποστηρίζουν ότι το έκανε για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης θα πρέπει να το ξανασκεφτούν. Ακόμα όμως και έτσι να ήταν, το γεγονός ότι τέτοιες πράξεις θεωρούνται ως θεμιτές από μεγάλο μέρος της τουρκικής κοινής γνώμης είναι αποκαλυπτικό μιας κατακτητικής και επεκτατικής πολιτικής κουλτούρας που παραμένει mainstream στην κοινωνία. Αυτό πρέπει να μας προβληματίζει. Δεν είναι τυχαίο ότι με εξαίρεση το φιλοκουρδικό κόμμα, όλα τα άλλα κόμματα άμεσα ή έμμεσα (και οι κεμαλιστές) στήριξαν αυτή την πράξη.


Παράλληλα ο Ερντογάν με τη μετατροπή της Αγ. Σοφίας σε τζαμί ενισχύει και χρησιμοποιεί το θρησκευτικό συναίσθημα για να προετοιμάσει τους πολίτες του για περαιτέρω στρατιωτικές εμπλοκές στο εξωτερικό, κατασκευάζει δηλαδή μεγαλύτερη νομιμοποίηση για επεκτατικούς πολέμους.


Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος

Καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας του Παν. Πελοποννήσου και γραμματέας σύνταξης της Νέας Εστίας

Η απόφαση του Προέδρου της Τουρκίας, Τ. Ερντογάν, να μετατρέψει το περίφημο μνημείο της Αγιάς Σοφιάς σε ισλαμικό τέμενος είναι το αποκορύφωμα μιας μακράς προσπάθειας του ερντογανικού καθεστώτος για ισλαμοποίηση του δημόσιου τουρκικού χώρου. Το έδαφος είχε προετοιμαστεί επαρκώς, καθώς προηγήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια αρκετές ακόμη παρόμοιες αποφάσεις για τη μετατροπή σε τζαμιά χριστιανορθόδοξων ναών αφιερωμένων στην Αγία Σοφία σε διάφορα άλλα μέρη της Τουρκίας.

 

Στην πραγματικότητα πρόκειται για την αντιστροφή του κοσμικού χαρακτήρα του κεμαλικού κράτους, έναν αιώνα μετά την ίδρυσή του, το οποίο ήθελε διακαώς να αποτινάξει εξαρχής κάθε σύνδεση με το θεοκρατικό παρελθόν της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ήταν άλλωστε η προϋπόθεση για τον εκσυγχρονισμό τού μετα-οθωμανικού αυτού εθνικού κράτους και της ενσωμάτωσής του –με όλες τις ιδιαιτερότητές του– στο δυτικό πρότυπο διακυβέρνησης και κρατικού εκσυγχρονισμού που επιβλήθηκε στον 20ό αιώνα.

 

Ως εκ τούτου, με την κίνησή του αυτή ο Ερντογάν και το καθεστώς του απομακρύνονται ακόμη ένα βήμα από τη Δύση και τις βασικές της αξίες, με τον απτό κίνδυνο πλέον η αποδυνάμωση των εκκοσμικευμένων αξιών της Τουρκίας να οδηγήσουν σε μια καθεστωτική κατάσταση που θα προσομοιάζει στο Ιράν. Πρόκειται στην ουσία για μια αντικεμαλική αντεπανάσταση που είναι ταυτόχρονα δείγμα ισχύος και αδυναμίας του ερντογανισμού.

 

Είναι προφανές ότι η ικανότητα του Προέδρου της Τουρκίας να επιβάλει τέτοιες αποφάσεις που αφορούν ένα πασίγνωστο μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής αναφοράς, υπό την αιγίδα της UNESCO, με εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως, ξεσηκώνοντας τη μήνιν όχι μόνον των χριστιανών της Δύσης αλλά και παραδοσιακών φίλων, όπως οι ΗΠΑ, είναι απόδειξη της προσωπικής του δύναμης στο εσωτερικό της χώρας. Από την άλλη, είναι επίσης σαφές ότι η πολύχρονη ηγεμονία του Ερντογάν είναι πλέον σε αμφισβήτηση, και η εξέλιξη αυτή είναι και μια προσπάθεια λαϊκιστικού αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης, ιδίως των ισλαμογενών ψηφοφόρων του: η τουρκική οικονομία βρίσκεται σε κατρακύλα, η διαχείριση της πανδημίας υπήρξε καταστροφική από την κυβέρνησή του ενώ οι πρώην σύντροφοί του, Α. Νταβούτογλου και Αλί Μπαμπατζάν, που αυτονομήθηκαν πολιτικά, διεκδικούν ορμητικά κομμάτι από την πίτα του πολιτικού αυτού χώρου.

 

Ταυτόχρονα, παρά την πρόθεση του Ερντογάν (μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 από μέρος των κεμαλιστών) να στήσει «καθεστώς», η τουρκική κοινωνία των πολιτών εγείρει μεγάλες αντιστάσεις. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η ισλαμοποίηση αφορά την Αγιά Σοφιά της Κωνσταντινούπολης, όπου οι ερντογανικοί έχασαν πανηγυρικά στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές, παρότι τις επανέλαβαν ξανά, παραβιάζοντας κατάφωρα κάθε νομιμότητα.

 

Η Τουρκία είναι μια πολιτικά και πολιτισμικά βαθιά διχασμένη χώρα, και το παιχνίδι παραμένει ακόμη ανοικτό, άσχετα αν κυβερνά αυτήν τη στιγμή ο Ερντογάν. Αυτός είναι και ο λόγος που η Ελλάδα από την πλευρά της δεν πρέπει να παίξει το θρησκευτικό επιχείρημα, όσο κι αν πληγώνονται τα αισθήματα των Ελλήνων ορθοδόξων. Θα πρέπει αντιθέτως να «συμμαχήσει» με τις δυνάμεις του κοσμικού κράτους και να αναδείξει τον κίνδυνο της απομάκρυνσης της γείτονος από τη Δύση, καθιστώντας ξεκάθαρο ότι τέτοιες κινήσεις απαιτούν την κινητοποίηση και την εγρήγορση της δυτικής κοινότητας συνολικά.

 

Δεν είναι μόνο ελληνοτουρκικό πρόβλημα. Αν θεωρήσουμε ότι ο εξευρωπαϊσμός της Τουρκίας είναι μια μάλλον χαμένη υπόθεση, είναι προς το συμφέρον μας να αποφύγει τουλάχιστον τη μετατροπή της σε θεοκρατικό καθεστώς ιμάμηδων, όπου η δυνατότητα αλληλοκατανόησης με τον δυτικό κόσμο θα περιοριστεί δραματικά.