Η κυβέρνηση Τραμπ συζήτησε το ενδεχόμενο να προχωρήσει στην πρώτη πυρηνική δοκιμή από το 1992 και, αν τελικά δώσει το πράσινο φως για μία «δοκιμαστική έκρηξη», θα τερματίσει ένα κρίσιμο μορατόριουμ με ανυπολόγιστες συνέπειες για τις ισορροπίες με τις υπόλοιπες πυρηνικές δυνάμεις. 

 

Την αποκάλυψη έκανε η Washington Post, ιδιοκτησίας του Τζεφ Μπέζος, που επικαλείται ανώτατο αξιωματούχο και δύο πρώην αξιωματούχους με γνώση του ζητήματος. Σύμφωνα με την εφημερίδα, το θέμα συζητήθηκε σε επίπεδο κορυφαίων υπηρεσιών ασφαλείας στις 15 Μαΐου, σε σύσκεψη όπου υψηλόβαθμα στελέχη κατηγόρησαν την Κίνα και τη Ρωσία ότι εκτελούν κρυφά πυρηνικές δοκιμές μικρής κλίμακας.

 

Ο ανώτατος αξιωματούχος που μίλησε υπό το καθεστώς ανωνυμίας, σχολίασε ότι μια επίδειξη ταχύτατης δοκιμής θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη διαπραγματευτικά στις ΗΠΑ, καθώς η Ουάσιγκτον αναζητά μια τριμερή συμφωνία για τον έλεγχο των πυρηνικών οπλοστασίων με την Ρωσία και την Κίνα. Οι ΗΠΑ υποπτεύονται πως Ρωσία και Κίνα έχουν παραβιάσει τη συμφωνία κάνοντας δοκιμές είτε μικρού μεγέθούς είτε υπογείως, χωρίς τα «μανιτάρια» των δοκιμών κιλοτόνων άλλων δεκαετιών. Και οι δύο χώρες αρνούνται επισήμως τα πάντα.

 

Η τελευταία εκρηκτική δοκιμή των ΗΠΑ, έγινε τον Σεπτέμβριο του 1992 και οι ΗΠΑ παραμένουν μέχρι σήμερα η μόνη χώρα που χρησιμοποίησε πυρηνικό όπλο εν καιρώ πολέμου. Η ακτινοβολία από την βόμβα στην Χιροσίμα σκότωσε περίπου 80.000 ανθρώπους και εκείνη στο Ναγκασάκι ακόμα 70.000. Από το 1945 τουλάχιστον 8 χώρες έχουν προβεί συνολικά σε 2.000 πυρηνικές δοκιμές. Πάνω τις μισές έχουν γίνει από τις ΗΠΑ. 

 

Πόσες χώρες διαθέτουν πυρηνικά όπλα

 

Οι τρομακτικές υγειονομικές και περιβαλλοντικές συνέπειες οδήγησαν σε μία σχεδόν παγκόσμια συμφωνία για τα όπλα αυτού του τύπου. Η περίφημη Συνθήκη μη διάδοσης πυρηνικών όπλων τέθηκε σε ισχύ στις 5 Μαρτίου 1970 και μέχρι σήμερα έχει υπογραφεί από 191 χώρες, πέντε εκ των οποίων αναγνωρίζονται ως πυρηνικά κράτη: οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Κίνα.

 

Συνολικά, τουλάχιστον εννέα χώρες θεωρείται ότι διαθέτουν πυρηνικά όπλα: οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ρωσία, η Γαλλία, η Κίνα, η Ινδία, το Πακιστάν, το Ισραήλ και η Βόρεια Κορέα.

 

Οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Βρετανία, η Γαλλία και η Κίνα είχαν αναπτύξει και δοκιμάσει πυρηνικές βόμβες πριν την συμφωνία που προβλέπει ότι και αυτές θα πρέπει να μειώσουν το οπλοστάσιό τους. Αυτές οι χώρες είναι και τα μόνα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

 

Αρχικά ως διάρκεια της συμφωνίας είχε οριστεί μία 25ετία, αλλά το 1995 αποφασίστηκε να ισχύσει επ' αόριστον. Η συνθήκη συντίθεται από τρεις «πυλώνες»: τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων, τον αφοπλισμό και την ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας.

 

Το Ισραήλ, που ούτε επιβεβαιώνει ούτε διαψεύδει την κατοχή πυρηνικών κεφαλών, η Ινδία και το Πακιστάν ουδέποτε υπέγραψαν την συμφωνία ενώ η Βόρεια Κορέα αποσύρθηκε από αυτήν το 2003.

 

Το Ιράν ξεκίνησε το δικό του πυρηνικό πρόγραμμα το 1950 και επιμένει ότι οι σκοποί του παραμένουν ειρηνικοί. Ωστόσο υπήρχε η υποψία ότι το πρόγραμμα αυτό ήταν απλώς ένα προκάλυμμα για την ανάπτυξη όπλων και το Συμβούλιο Ασφαλείας, οι ΗΠΑ και η ΕΕ επέβαλαν κυρώσεις το 2010. 

 

Το 2015 το Ιράν συμφώνησε με τις άλλες μεγάλες δυνάμεις ότι θα υποχωρούσε στο ζήτημα της κλίμακας του προγράμματος με εμπορικά ανταλλάγματα, αλλά ο κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ οπισθοχώρησε από την συμφωνία τον Μάιο του 2018. 

 

Πόσα πυρηνικά όπλα υπάρχουν «εκεί έξω»

 

Υπολογίζεται πως ο αριθμός των πυρηνικών όπλων έχει μειωθεί από 70.300 το 1986 σε περίπου 13.900 σήμερα. Οι ενεργές πυρηνικές κεφαλές είναι τουλάχιστον 3.750. Ωστόσο η ομοσπονδία Αμερικανών Επιστημόνων εκτιμά ότι ενώ ΗΠΑ, Ρωσία και Βρετανία μειώνουν τα αποθέματά τους, η Κίνα, το Πακιστάν, η Ινδία και η Βόρεια Κορέα κατασκευάζουν περισσότερα. 

 

Από την πρώτη πυρηνική δοκιμή Trinity του 1945 μέχρι σήμερα, οι ΗΠΑ έχουν κατασκευάσει περίπου 6.185 πυρηνικές κεφαλές, η Ρωσία 6.500, η Βρετανία 215, η Γαλλία 300, η Κίνα 290, η Ινδία 130 με 140, το Πακιστάν 150 με 160, η Βόρεια Κορέα 20 με 30 και το Ισραήλ 80-90.

 

Το 2017, πολλά κράτη στήριξαν μια συμφωνία των Ηνωμένων Εθνών που πρότεινε την απαγόρευσή τους. Ωστόσο χώρες με πυρηνικά όπλα όπως η ΗΠΑ, η Βρετανία, η Γαλλία και η Ρωσία αντιτάχθηκαν στο σύμφωνο. Σύμφωνα με παλιότερο ρεπορτάζ του BBC, η Βρετανία ήδη αναβαθμίζει το πυρηνικό οπλοστάσιο και οι ΗΠΑ μπορεί να ξοδέψουν συνολικά ένα τρισεκατομμύριο δολάρια μέχρι το 2040 για τον ίδιο σκοπό.  

 

Παρ' όλα αυτά οι μεγάλες πυρηνικές δυνάμεις συμφωνούν με την απαγόρευση των δοκιμών. Κάθε χρόνο, κορυφαίοι αξιωματούχοι, επικεφαλής πυρηνικών εργαστηρίων και ο επικεφαλής της Στρατηγικής Διοίκησης στις ΗΠΑ πρέπει να ελέγχουν την ασφάλεια και την αξιοπιστία του οπλοστασίου χωρίς δοκιμές. Επισήμως, η κυβέρνηση Ντόναλντ Τραμπ υποστηρίζει ότι σε αντίθεση με την Ρωσία και την Κίνα, οι ΗΠΑ δεν ενδιαφέρονται για την ανάπτυξη νέων πυρηνικών όπλων, αλλά διατηρούν το δικαίωμα να το πράξουν, αν οι άλλες δύο χώρες αρνηθούν να διαπραγματευτούν για τα δικά τους προγράμματα. 

 

Αποχώρηση και από τη συνθήκη Open Skies

 

Οι συζητήσεις για την πυρηνική δοκιμή έρχονται λίγες ημέρες μετά την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ για την απόσυρση των ΗΠΑ από μία άλλη σημαντική συνθήκη για τον έλεγχο των όπλων, τη συνθήκη των «Ανοιχτών Ουρανών» (Open Skies).

 

Η συνθήκη «ηλικίας» 30 ετών είχε σχεδιαστεί ώστε να μειώσει τις πιθανότητες κάποιας πολεμικής σύρραξης από «ατύχημα» επιτρέποντας τις αμοιβαίες αναγνωριστικές πτήσεις από αεροσκάφη των 34 χωρών που την είχαν υπογράψει. Η προγραμματισμένη αυτή υποχώρηση αποτελεί ένα ακόμα ορόσημο «ψυχρότητας», καθώς η κυβέρνηση του Τραμπ είχε αποσυρθεί και από την συμφωνία με τη Ρωσία για τους πυραύλους μέσου βεληνεκούς, και πάλι επικαλούμενος ρωσικές παραβιάσεις. 

 

Η συζήτηση για μια μελλοντική πυρηνική δοκιμή συνεχίζεται, σύμφωνα την ίδια υψηλοβαθμη πηγή που επικαλείται η WP, την ώρα που άλλες πληροφορίες θέλουν την κυβέρνηση Τραμπ να έχει ήδη αποφασίσει ότι πρέπει να ληφθούν άλλα μέτρα ως απάντηση στην απειλή που συνιστούν Κίνα και Ρωσία, αποφεύγοντας την επιστροφή στις δοκιμές. Το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας αρνήθηκε να σχολιάσει το άρθρο της Washington Post.

 

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, κατά τη διάρκεια της σύσκεψης διατυπώθηκαν πολύ σοβαρές ενστάσεις, κυρίως από την Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας για τα Πυρηνικά (NNSA), όπως αποκαλύπτουν δύο άτομα που γνωρίζουν όσα διαμείφθηκαν στη διαβούλευση αλλά ούτε η NNSA δέχτηκε να σχολιάσει τις αποκαλύψεις.