Ο Χάρβεϊ Γουάινστιν δικάζεται για δύο ακόμα υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης και βιασμού από δικαστήριο του Μανχάταν με την ηθοποιό Αναμπέλα Σιόρα να είναι η πρώτη από τις έξι γυναίκες που καταθέτουν. 

 

Η γνωστή ηθοποιός από την σειρά Sopranos, Αναμπέλα Σιόρα, κατηγορεί τον Γουάινστιν ότι της επιτέθηκε σεξουαλικά και τη βίασε μέσα στο σπίτι της στη Νέα Υόρκη το 1993. «Ήταν 55 κιλά. Αυτός 1,80μ και 150 κιλά. Ο κατηγορούμενος την έπιασε και την έσπρωξε στο κρεβάτι. Την καθήλωσε και τη βίασε», περιέγραψε η εισαγγελέας. «Η Αναμπέλα θυμάται πως δεν είχε δύναμη να αντισταθεί. Όταν ο κατηγορούμενος πήρε αυτό που ήθελε, έφυγε αφήνοντάς την σωματικά και συναισθηματικά κατεστραμμένη».

 

«Πήρε τα χέρια μου, τα έβαλε πίσω από το κεφάλι μου και τα κράτησε εκεί» κατέθεσε, σε απόσταση λίγων μέτρων από τον κατηγορούμενο που την κοιτούσε αδιάφορα, η πρώην ηθοποιός των Sopranos. «Στη συνέχεια ανέβηκε πάνω μου και με βίασε», είπε ενώπιον μιας γεμάτης δικαστικής αίθουσας. Η ηθοποιός, μετά την επίθεση, έπεσε σε κατάθλιψη, αυτοτραυματίστηκε και αναζήτησε καταφύγιο στο αλκοόλ. Αρκετές φορές κατά την κατάθεσή της η φωνή της έσπαγε και σκούπιζε τα μάτια της με ένα χαρτομάντιλο. 

 

Η Αναμπέλα Σιόρα, αφού αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, αναφέρθηκε ότι τον γνώρισε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 σε ένα πάρτι στο Λος Άντζελες όταν της έδωσε την κάρτα του και την κάλεσε να τον ενημερώσει αν έβρισκε κάποιο ενδιαφέρον σενάριο. Επικοινώνησε μερικούς μήνες αργότερα εκ μέρους φιλικού της προσώπου που είχε το σενάριο της ταινίας η οποία αργότερα γυρίστηκε ως «Τη νύχτα που δεν συναντηθήκαμε». Παρότι δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την ταινία, η Σιόρα έπαιξε σε αυτή μετά από πιέσεις του Γουάινστιν. 

 

Όταν διαμαρτυρήθηκε στον παραγωγό και του είπε ότι είναι κουρασμένη και θέλει ένα διάλειμμα από την ηθοποιία, εκείνος της έστειλε ένα πακέτο με ταινίες, αλκοόλ, ποπ κορν και ένα μπουκάλι βάλιουμ. Στην δίκη αναφέρθηκε ότι η ηθοποιός ξεκίνησε να καταναλώνει βάλιουμ σε καθημερινή βάση. Η επίθεση φέρεται να έγινε τον χειμώνα του 1993 ή τον χειμώνα του 1994 όταν η Σιόρα έμενε στο Μανχάταν. Η ίδια παραβρέθηκε σε γεύμα με τον Γουάινστιν και άλλους, ανάμεσά στους οποίους και η Ούμα Θέρμαν.

 

Αποφάσισε να φύγει στις 22:00 περίπου και ο Γουάινστιν προσφέρθηκε να την πάει στο σπίτι της. Την άφησε εκεί, εκείνη έβαλε ένα νυχτικό, οικογενειακό κειμήλιο από την Ιταλία, και τότε ο Γουάινστιν της χτύπησε την πόρτα. «Ο κατηγορούμενος ήταν εκεί και έσπρωχνε την πόρτα για να ανοίξει. Δεν κατάλαβα γιατί ήταν εκεί», είπε η Σιόρα. Στη συνέχεια ο Γουάινστιν έκανε βόλτες στο διαμέρισμα, ίσως για να ελέγξει αν είναι άδειο, και ξεκούμπωσε το πουκάμισό του. «Ήθελε να κάνει σεξ. Εγώ δεν ήθελα. Άρχισα να υποχωρώ και να τρέχω στο μπάνιο». 

 

Η Σιόρα είπε πως την άρπαξε, την οδήγησε στο υπνοδωμάτιο και την έριξε στο κρεβάτι. «Τον χτυπούσα, τον κλότσαγα, προσπαθούσα να τον απομακρύνω. Έπιασε τα χέρια μου και τα έβαλε πάνω από το κεφάλι μου. Με βίασε. Προσπαθούσα να παλέψω αλλά δεν μπορούσα, τα χέρια μου ήταν ακινητοποιημένα. 

 

Η ηθοποιός κατέθεσε στο δικαστήριο ότι ένιωσε πολύ μπερδεμένη μετά το περιστατικό. «Νόμιζα πως ήταν καλός άνθρωπος. Ένιωσα μπερδεμένη. Μακάρι να μην είχα ανοίξει ποτέ την πόρτα». Μετά το περιστατικό ξεκίνησε να αυτοτραυματίζεται. Η ίδια είπε πως δεν παραδέχθηκε το γεγονός, στον εαυτό της, ως βιασμό ούτε το κατήγγειλε «γιατί πρόκειται για κάποιον που ήξερα. Νόμιζα τότε πως ο βιασμός ήταν κάτι που συμβαίνει σε ένα σκοτεινό σοκάκι από κάποιον άγνωστο». 

 

Με πληροφορίες από Guardian