Την συγκλονιστική ιστορία της Ξένιας Καραγιάννη, από την τραγωδία της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, φέρνει στο φως το BBC.

 

Η Ξένια Καραγιάννη, ήταν μόλις τριών ετών όταν αποχωρίστηκε την μητέρα της, μετά την τουρκική εισβολή το 1974. Την ξανασυνάντησε όταν πια είχε γίνει 17 ετών. Η ιστορία της παρουσιάζεται στο ντοκιμαντέρ «Βασίλισσες της Αμαθούς», το οποίο αφηγείται τις ζωές γυναικών που έφυγαν από την Κύπρο και μετανάστευσαν στην Αγγλία και συγκεκριμένα στο Μπέρμιγχαμ.

 

«Δεν είναι κάτι που μπορείς να περιγράψεις με λόγια... το να δίνεις ένα παιδί μακριά. Δεν είναι μόνο ο αντίκτυπος στη μαμά μου, αλλά και  σε μένα. Αισθάνομαι ότι μου έκλεψαν την παιδική μου ηλικία, αλλά καταλαβαίνω γιατί το έκανε και τις θυσίες που έπρεπε να γίνουν».

 

Η Ξένια Καραγιάννη έχει μόνο θολές αναμνήσεις από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974. Γεννήθηκε στο Λονδίνο από Ελληνοκύπριους γονείς, ωστόσο μετά τον χωρισμό τους, επέστρεψε στην Κύπρο με την μητέρα της και εγκαταστάθηκαν στην Αμμόχωστο με τους παππούδες της.

 

Αλλά, η ζωή τους επρόκειτο να αλλάξει για πάντα, όταν η Τουρκία εισέβαλε στο βόρειο τμήμα της χώρας, με τις μάχες να εκτοπίζουν χιλιάδες.

 

Η Ξένια και η μητέρα της μετά την επανασύνδεσή τους
Η Ξένια και η μητέρα της μετά την επανασύνδεσή τους

 

Η οικογένειά της διέφυγε σε προσφυγικό καταυλισμό στη Λάρνακα και έμεινε εκεί για μήνες. Ο πατέρας της ο οποίος ζούσε στο Λονδίνο, έβαλε τον αδελφό του ο οποίος διέμενε στη Λεμεσό να την ψάξει και να την επιστρέψει πίσω στην Βρετανία. Η μητέρα μου δεν ήθελε να με αποχωριστεί και ήταν μια σκληρή απόφαση, ωστόσο ο θείος μου ήταν επίμονος και της είπε πως είναι για το καλό μου, «Θα έχει καλύτερο μέλλον και όταν τελειώσουν όλα μπορείς να επιστρέψεις στο Λονδίνο, της έλεγε», αφηγείται, η Ξένια Καραγιάννη.

 

«Ωστόσο, αυτό δεν έγινε εξαιτίας της έλλειψης επικοινωνίας. Χάσαμε κάθε επαφή καθώς δεν υπήρχε τρόπος να επικοινωνήσουμε», σημείωσε. «Δεν μπορούσες να στείλεις γράμμα καθώς δεν υπήρχε μόνιμη κατοικία».

 

Αυτή η κατάσταση είχε μεγάλο αντίκτυπο στην Ξένια η οποία ήταν ένα άλλο παιδί όταν γύρισε στο Λονδίνο. Τη νύχτα ξυπνούσε και ούρλιαζε βλέποντας εφιάλτες. «Πάντα αναρωτιόμουν αν ήταν κάτι που είχα φανταστεί ή κάτι που είχα δει σε εφιάλτη ή αν ήταν κάτι που πραγματικά συνέβη». Στην ηλικία των 11 ετών μετακόμισε στο Μπέρμιγχαμ και ο πατέρας της πήρε το εστιατόριο του θείου της στο Bordesley Green, όπου η Ξένια βοηθούσε από νεαρή ηλικία. Αλλά, μεγαλώνοντας υπήρχε ένα κενό. «Μεγάλωσα χωρίς να γνωρίζω τη μητέρα μου, δεν ήξερα ποια ήταν. Δεν υπήρχαν φωτογραφίες. Μέχρι που ξαφνικά το 1987, έλαβε μια επιστολή από τη μητέρα της και εκείνη τη χρονιά ξανασυναντήθηκαν.

 

 


«Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν μια φωτογραφία. Ξαφνικά είδα μια γυναίκα που έμοιαζε σε μένα. Ήταν πολύ παράξενο, πολύ σουρεαλιστικό, η ομοιότητα ήταν απλώς εκπληκτική». Αργότερα εκείνη τη χρονιά πέταξε στην Κύπρο, όπου η μητέρα της ζει ακόμα.«Στο αεροδρόμιο της Λάρνακας, με χαιρέτησε μια οικογένεια που δεν γνώριζα ποτέ. Ήταν μια μέρα που δεν θα ξεχάσω ποτέ». Ήταν μια γλυκόπικρη εποχή για την Ξένια. Οι γιατροί είπαν ότι ο ψυχικός τραυματισμός επηρέασε τις παιδικές αναμνήσεις της. «Αισθάνθηκα να την απογοητεύω γιατί δεν μπορούσα να την θυμηθώ. Δεν την αναγνώριζα. Αυτό ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι... να πεις στη μαμά σου ότι δεν την θυμάσαι. Ήταν τόσο οδυνηρό».

 

Η Ξένια, τώρα 48 ετών, είναι μητέρα της 25χρονης Αναστασίας και εξακολουθεί να ζει στο Μπέρμιγχαμ. Μοιράζεται την ιστορία της για το ντοκιμαντέρ και βρήκε την εμπειρία λυτρωτική. Η Αμμόχωστος είναι ακόμη μια πόλη έρημη και απαγορευμένη. Αυτό που τη θλίβει είναι πως δεν μπορεί να πάει στο μέρος που έζησε ως μωρό. Τον τόπο που είναι ακόμη ένα χαμένο κομμάτι του παζλ.