Με ένα πρωτοφανές μέτρο απαντά η Φλωρεντία στις επιπτώσεις του μαζικού τουρισμού, απαγορεύοντας στους επισκέπτες να τρώνε σνακς στα πεζοδρόμια και στις εισόδους καταστημάτων.

 

Οι τουρίστες που δεν υπακούν στη νέα οδηγία αντιμετωπίζουν πρόστιμα από 150 έως 500 ευρώ.

 

Η απαγόρευση ισχύει για τους δρόμους και τις πλατείες στο ιστορικό κέντρο και γύρω από ένα ιδιαίτερα δημοφιλές delicatessen, το All 'Antico Vinaio, που βρίσκεται ανάμεσα στη γκαλερί Uffizi και το Palazzo Vecchio, το μεσαιωνικό δημαρχείο της Φλωρεντίας.

 

Όπως και πολλές ιταλικές πόλεις, η Φλωρεντία δεν έχει αρκετά παγκάκια και έτσι οι τουρίστες συχνά κάνουν κατάληψη στα πεζοδρόμια και σε εισόδους καταστημάτων για να απολαύσουν το street food τους ή κάποιο σνακ.

 

Οι τοπικές επιχειρήσεις διαμαρτύρονται εδώ και πολύ καιρό για την ενόχληση, τη βρωμιά και το πώς οι «καταλήψεις» αυτές επηρεάζουν τις επιχειρήσεις.

 

Το θέμα ήρθε στο προσκήνιο τον Αύγουστο μετά από έναν καβγά μεταξύ του ιδιοκτήτη ενός καταστήματος δερμάτινων ειδών και μιας οικογένειας τουριστών που έτρωγαν μπροστά στο μαγαζί του.

 

Το νέο διάταγμα, το οποίο υπογράφει ο δήμαρχος Dario Nardella, θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι τις 6 Ιανουαρίου και θα μπορούσε να παραταθεί μετά από αυτό.

 

 

 

Ο στόχος είναι να διατηρηθεί η τάξη έξω από την πιτσαρία στη Via de 'Neri και στους γύρω δρόμους, δήλωσε στο δημοτικό συμβούλιο της Φλωρεντίας. Η απαγόρευση φαγητού στο δρόμο ισχύει από το μεσημέρι στις 12 έως τις 3μμ και από τις 6μμ έως τις 10μμ.

 

Οι καταστηματάρχες θα ενθαρρυνθούν να τοποθετήσουν πινακίδες, στα ιταλικά και στα αγγλικά, εξηγώντας τη νέα ρύθμιση.

 

«Δεν είναι μέτρο τιμωρίας αλλά αποτρεπτικό», είπε ο Nardella. 

 

Ο ιδιοκτήτης του Antico Vinaio δήλωσε ότι στηρίζει τον νέο κανονισμό, αλλά ζήτησε να μπουν περισσότερα παγκάκια.

 

«Θα διανείμουμε τους χάρτες στους πελάτες μας για να τους δείξουμε πού μπορούν να πάνε και να φάνε χωρίς να αντιμετωπίσουν πρόστιμο», δήλωσε ο Tommaso Mazzanti στην εφημερίδα La Repubblica.

 

Ο αριθμός των επισκεπτών που επισκέπτονται τη Φλωρεντία είναι ολοένα αυξανόμενος, από οκτώ εκατομμύρια το 2012 σε περισσότερα από 10 εκατομμύρια πέρυσι.