Η προθεσμία για την ολοκλήρωση μιας διεθνούς συμφωνίας για την αντιμετώπιση πανδημιών παρήλθε χωρίς αποτέλεσμα, εντείνοντας τις ανησυχίες ότι ο κόσμος παραμένει απροετοίμαστος για την επόμενη υγειονομική κρίση.
Οι διαπραγματεύσεις έχουν επικεντρωθεί στον μηχανισμό ανταλλαγής παθογόνων και διαμοιρασμού των οφελών από εμβόλια, τεστ και θεραπείες (Pabs), ο οποίος θεωρείται κρίσιμος για την εφαρμογή της συμφωνίας του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Χωρίς συμφωνία σε αυτό το σκέλος, η συνθήκη δεν μπορεί να τεθεί σε ισχύ.
Η διεθνής συμφωνία εγκρίθηκε τον Μάιο του 2025 και είχε χαρακτηριστεί «νίκη για τη δημόσια υγεία», ιδιαίτερα σε μια περίοδο εντεινόμενου κατακερματισμού της διεθνούς συνεργασίας και μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από τον ΠΟΥ. Ωστόσο, το πιο αμφιλεγόμενο ζήτημα μεταφέρθηκε σε παράρτημα της συνθήκης, αφήνοντας ανοιχτό το βασικό σημείο σύγκρουσης.
Η συμφωνία προβλέπει ότι θα τεθεί σε ισχύ 30 ημέρες μετά την επικύρωσή της από 60 χώρες, αλλά δεν μπορεί να ανοίξει για υπογραφές πριν ολοκληρωθεί το παράρτημα για το Pabs.
Οι διαφωνίες εντοπίζονται κυρίως μεταξύ ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών. Διαπραγματευτικές ομάδες όπως το Group for Equity και το Africa Group ζητούν δεσμευτικό πλαίσιο που θα υποχρεώνει τις φαρμακευτικές εταιρείες να μοιράζονται προϊόντα που αναπτύσσονται από παθογόνα τα οποία παρέχουν τα κράτη. Από την άλλη πλευρά, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες υποστηρίζουν ότι μια τέτοια υποχρέωση θα μπορούσε να αποθαρρύνει την έρευνα, προτείνοντας ένα υβριδικό μοντέλο με συνδυασμό υποχρεωτικών και εθελοντικών ρυθμίσεων.
Αρχικός στόχος ήταν να υπάρξει συμφωνία για το Pabs και να εγκριθεί στη Γενεύη μέσα στον μήνα, στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Συνέλευσης Υγείας. Ωστόσο, οι διαπραγματευτές δήλωσαν ότι απαιτείται περισσότερος χρόνος, μεταθέτοντας το χρονοδιάγραμμα για το 2027.
Η αποτυχία συμφωνίας έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Η πρώην πρόεδρος της Λιβερίας Έλεν Τζόνσον Σίρλιφ και η πρώην πρωθυπουργός της Νέας Ζηλανδίας Έλεν Κλαρκ έκαναν λόγο για «βαθιά απογοητευτική» εξέλιξη, προειδοποιώντας ότι αν εμφανιζόταν σήμερα ένα νέο παθογόνο, «ο κόσμος θα παρέμενε σε μεγάλο βαθμό απροετοίμαστος».
Ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ, Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους, κάλεσε τις χώρες να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις «με αίσθηση επείγοντος», τονίζοντας ότι η επόμενη πανδημία είναι «ζήτημα χρόνου και όχι πιθανότητας».
Οι συνομιλίες για τη συνθήκη ξεκίνησαν το 2021, μετά την εμπειρία της πανδημίας Covid-19, η οποία ανέδειξε σοβαρά κενά στον διεθνή συντονισμό. Έκθεση του ΠΟΥ είχε καταλήξει ότι εκατομμύρια ζωές θα μπορούσαν να είχαν σωθεί με ταχύτερη και πιο συντονισμένη αντίδραση.
Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί, η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ χωρών και η διαφωνία για τη δίκαιη πρόσβαση σε εμβόλια και θεραπείες εξακολουθούν να αποτελούν βασικά εμπόδια για την ολοκλήρωση της συμφωνίας.
Με πληροφορίες από Guardian