Νέα στοιχεία της American Cancer Society (ACS) δείχνουν ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι στις ΗΠΑ ξεπερνούν το «ορόσημο» των πέντε ετών αφού έχουν διαγνωστεί με καρκίνο.
Στην ετήσια έκθεσή της, που δόθηκε στη δημοσιότητα την Τρίτη και δημοσιεύεται στο ιατρικό περιοδικό της οργάνωσης, η ACS αναφέρει ότι για πρώτη φορά το 70% των ασθενών ζει τουλάχιστον πέντε χρόνια μετά τη διάγνωση.
Ο επικεφαλής επιστημονικός υπεύθυνος της ACS, ο γιατρός Γουίλιαμ Ντάχιουτ, χαρακτήρισε τη μεταβολή «εντυπωσιακή», υπενθυμίζοντας ότι τη δεκαετία του 1970 στην πενταετία μετά τη διάγνωση οι πιθανότητες ήταν κάτω από 50%. Ως βασικούς λόγους για τη βελτίωση των ποσοστών επιβίωσης ανέφερε τη μείωση του καπνίσματος, την ευρύτερη χρήση προληπτικών ελέγχων που οδηγούν σε πιο έγκαιρη διάγνωση, και την πρόοδο στις θεραπείες.
Η έκθεση καταγράφει επίσης ότι, σε βάθος δεκαετιών, έχει βελτιωθεί αισθητά η επιβίωση και σε καρκίνους που παραδοσιακά θεωρούνται από τους πιο θανατηφόρους. Στα παραδείγματα που αναφέρονται περιλαμβάνονται το μυέλωμα, καθώς και καρκίνοι του ήπατος και του πνεύμονα.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μόνο θετική. Παρά τη συνολική πτώση της θνησιμότητας από καρκίνο, οι νέες διαγνώσεις για αρκετούς συχνούς καρκίνους συνεχίζουν να αυξάνονται. Στην κατηγορία αυτή η ACS περιλαμβάνει τον καρκίνο του μαστού, του ενδομητρίου, του προστάτη και του παγκρέατος.
Για το 2026, η American Cancer Society προβλέπει ότι κατά μέσο όρο περίπου 5.800 άνθρωποι θα διαγιγνώσκονται με καρκίνο κάθε ημέρα, αριθμός που αντιστοιχεί σε πάνω από 2 εκατομμύρια νέες διαγνώσεις μέσα στη χρονιά. Για τους θανάτους, η εκτίμηση της έκθεσης είναι ότι θα ξεπεράσουν τις 620.000.
Καρκίνος: Οι ανισότητες παραμένουν ισχυρές
Ένα ακόμη σημείο που υπογραμμίζει η ACS είναι ότι οι ανισότητες παραμένουν ισχυρές. Σύμφωνα με τα στοιχεία της, κοινότητες ιθαγενών Αμερικανών και μαύροι πολίτες έχουν υψηλότερα ποσοστά τόσο διάγνωσης όσο και θνησιμότητας. Ο Ντάχιουτ αποδίδει αυτές τις διαφορές σε συνδυασμό παραγόντων, από την άνιση πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας μέχρι βιολογικές διαφοροποιήσεις που επηρεάζουν την εξέλιξη ορισμένων μορφών καρκίνου.
Στο θέμα της πρόσβασης, υποστηρίζει ότι όταν όλοι έχουν την ίδια δυνατότητα ελέγχου και θεραπείας, τα αποτελέσματα τείνουν να εξισώνονται. Παράλληλα, τονίζει ότι ορισμένες ομάδες χρειάζονται στοχευμένη προσοχή, ακριβώς επειδή τα επιδημιολογικά τους χαρακτηριστικά είναι διαφορετικά.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει τους ιθαγενείς της Αλάσκας, για τους οποίους λέει ότι έχουν τα υψηλότερα ποσοστά καρκίνου παχέος εντέρου παγκοσμίως και ότι η νόσος εμφανίζεται συχνά ήδη από την τρίτη και τέταρτη δεκαετία της ζωής. Αναφέρεται επίσης στους μαύρους άνδρες, που σύμφωνα με τα στοιχεία είναι πιο πιθανό να πεθάνουν από καρκίνο του προστάτη. Για τις μαύρες γυναίκες, σημειώνει ότι παρατηρείται αύξηση στον καρκίνο του ενδομητρίου, μαζί με υποτύπους που είναι δυσκολότερο να αντιμετωπιστούν.
Τα νέα στοιχεία δημοσιοποιούνται σε μια περίοδο σε μια περίοδο που η αντικαρκινική έρευνα στις ΗΠΑ πιέζεται από περικοπές σε προϋπολογισμούς και προσωπικό στους δημόσιους φορείς υγείας.
Ο διευθύνων σύμβουλος της American Cancer Society και του δικτύου Cancer Action Network, Σέιν Τζέικομπσον, προειδοποίησε ότι απειλές για τη χρηματοδότηση της αντικαρκινικής έρευνας, αλλά και πλήγματα στην πρόσβαση στην ασφάλιση υγείας, μπορεί να ανακόψουν την πορεία βελτίωσης και να καθυστερήσουν νέα θεραπευτικά άλματα. Το μήνυμά του συνοψίζεται σε μια φράση: «Δεν μπορούμε να σταματήσουμε τώρα. Υπάρχει ακόμη πολλή δουλειά να γίνει», λέει.
Με πληροφορίες από ABC News