Για αιώνες, έξι βελανιδιές στέκονταν στην ορεινή Κούπα του Πάικου στο Κιλκίς

 

Δύο από αυτά τα δέντρα κόπηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1960 για άγνωστο λόγο και από τα τέσσερα που απομένουν, τα δύο ξεπερνούν σε περίπμετρο τα τέσσερα μέτρα.  

 

Η τοποθεσία στην οποία βρίσκονται έχει ταυτιστεί με τον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κούπας που το 1991 κηρύχθηκε επίσημα διατηρητέο μνημείο, σπάνιας σπουδαιότητας. Χωρίς κανείς να γνωρίζει με ακρίβεια, η βλάστηση των υπεραιωνόβιων βελανιδιών, τοποθετείται χρονικά στην ίδια περίοδο με την ανέγερση του ναού, στο μακρινό 1.400.

 

Περιγράφοντας τα δέντρα, ο πατήρ Εμμανουήλ, ιερέας και πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ιερού Ναού μιλά για τη σχέση που έχουν αναπτύξει με αυτά οι κάτοικοι της Κούπας: «ο κόσμος είναι δεμένος με τα δέντρα. Τα προσέχει πολύ ενώ συχνά μου λένε κάποιοι να μεσολαβώ στο δήμο όταν κρέμεται κάποιο κλαδί. Στον πλούσιο ίσκιο, άλλωστε, της μεγάλης βελανιδιάς που είναι μέσα στο κοιμητήριο, ξαποσταίνουν οι γιαγιάδες που το επισκέπτονται».

 

Προσπάθειες για τον ακριβή προσδιορισμό της ηλικίας τους

Ο πρόεδρος του Συνεταιρισμού Διαχείρισης του Δάσους Κούπας, Ιωάννης Κίτης, λέει ότι σε συνεργασία με τον πρόεδρο του Πολιτιστικού Συλλόγου Κούπας και αντιπρόεδρο του Συνεταιρισμού, Παντελή Σαράφη, έχουν ξεκινήσει οι διαδικασίες για τον ακριβή προσδιορισμό της ηλικίας των δέντρων.

 

Επειδή δεν μπορεί να γίνει η διάτρηση που γίνεται συνήθως σε δέντρα περιμέτρου μέχρι ενός μέτρου, αναζητούνται άλλοι τρόποι σε συνεργασία με ειδικούς. «Με πρόχειρους υπολογισμούς και συνδυάζοντας στοιχεία και την ετήσια αύξηση του μεγέθους των δέντρων μπορεί κανείς να εκτιμήσει ότι η ηλικία τους ταυτίζεται με εκείνη του ναού, γύρω στο 1400».

 

«Πρόκειται για μοναδικά αιωνόβιες βελανιδιές, τις οποίες ανταγωνίζονται μόνο άλλα είδη καστανιών, όχι βελανιδιών, που πρέπει να είναι υπερχιλιετείς και βρίσκονται σε διάφορα σημεία του δασοκτήματος», προσθέτει ο κ. Κίτης.

 

Οι συμβολισμοί πίσω από τις βελανιδιές

Παρουσιάζοντας μια διαφορετική διάσταση, εκείνη των συμβολισμών που κρύβονται πίσω από το δέντρο της βελανιδιάς, αναφέρει ότι οι βελανιδιές στα βλάχικα λέγονται «άρμπουρ» από την αντίστοιχη λέξη της λατινικής γλώσσας που σημαίνει δέντρο, ωστόσο υπάρχει υποψία ότι ενδέχεται να σχετίζονται και με την αγγλική λέξη «harbour» που σημαίνει λιμάνι, καταφύγιο, και συνδέεται με τη δοξασία ότι όποιος κατέφευγε στον ιερό τους ίσκιο απολάμβανε ασύλου.

 

Αυτός ενδεχομένως είναι και ο λόγος που οι κάτοικοι του τόπου στο παρελθόν τοποθετούσαν ένα κομμάτι ψωμί, αντίδωρο κάθε Πάσχα, όπως προστάζουν οι παραδόσεις με την ονομασία «υψώματα» που εμφανίζονται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας.

 

Η βελανιδιά στους Κέλτες, τους δρυίδες και την αρχαία Ελλάδα

Μια σειρά από ιστορικές αναφορές στην ιερότητα του δέντρου της βελανιδιάς (δρυ), συναντά κανείς και στον πολιτισμό των Κελτών και τους δρυίδες που αποτελούσαν την ιερατική τάξη στη Βρετανία, την Ιρλανδία, τη Γαλατία και πιθανόν άλλα μέρη της Κελτικής δυτικής Ευρώπης.


Στην αρχαία ελληνική ιστορία και την ελληνική μυθολογία ξεχωρίζουν το στεφάνι του Φιλίππου από κλάδο βελανιδιάς, στη Βεργίνα αλλά και ο μύθος που αναφέρει ο Ηρόδοτος για τη Δωδώνη. Σύμφωνα μ' αυτόν, από τη Θήβα της Αιγύπτου ξεκίνησαν δύο μαύρα περιστέρια (πελειάδες), από τα οποία το ένα πήγε στη Λιβύη όπου ιδρύθηκε το ιερό του Άμμωνα Δία και το άλλο στη Δωδώνη και κάθισε επάνω σε μια βελανιδιά, το ιερό δέντρο του Δία. Τότε, με ανθρώπινη ομιλία υπέδειξε το σημείο όπου έπρεπε να ιδρυθεί το μαντείο.