Τι θα γινόταν αν ο πυγμάχος Μοχάμεντ Άλι, ο τραγουδιστής Σαμ Κουκ, ο ποδοσφαιριστής Τζιμ Μπράουν και ο πολιτικός και ιερέας Μάλκολμ X συναντιούνταν χαλαρά μια ζεστή βραδιά στη Φλόριντα; Η περίσταση κάθε άλλο παρά casual ήταν στο high concept, βαρύνουσας σημασίας έργο του Κεμπ Πάουερς που διασκεύασε ο ίδιος για τη μεγάλη οθόνη (και στην παρούσα φάση μικρότερη, καθώς θα προβάλλεται από το Amazon Prime): ο Άλι είχε μόλις κατατροπώσει τον Σόνι Λίστον, κατακτώντας το τρόπαιο του πρωταθλητή κόσμου, και το βροντοφώναζε για να καταλάβουν όλοι ποιος ήταν το αφεντικό.

 

Με την πρόθεση να αποκηρύξει το κοσμικό ονοματεπώνυμο Κάσιους Κλέι, με το οποίο ήταν μέχρι τότε γνωστός, με την προτροπή και την καθοδήγηση του Μάλκολμ X, και να ασπαστεί άμεσα, και πολυδιαφημισμένα, το Nation of Islam του Λούι Φάρακαν, ο Άλι είχε κάθε λόγο να είναι ενθουσιασμένος στην προοπτική μιας ζωής με επιρροή και δύναμη, την ίδια στιγμή που ο μέντοράς του είχε άλλα σχέδια, τα οποία δεν ήταν εντελώς έτοιμος να κοινοποιήσει ή να μοιραστεί με τον γνωστότερο απόστολό του.

 

Η υποθετική συνάντησή του με τους παλιόφιλους, τον Σαμ Κουκ και τον Τζιμ Μπράουν, φέρνει μαζί τέσσερις άνδρες που σε πρώτη ματιά συγκλίνουν και ομονοούν σε ένα κοινό όραμα με εμπόδια που οφείλουν να προσπεράσουν για να πετύχουν τον σκοπό τους, αλλά πρώτα το θεατρικό και τώρα η κινηματογραφική διασκευή του δίνουν ανάγλυφα τις αντιθέσεις και τη διαφωνία τους. Η θεώρησή τους για το black power, στο κράσπεδο τεράστιων ανακατατάξεων, διαιρείται σε δραματικά πορτρέτα προσωπικοτήτων με αδυναμίες και ματαιοδοξία.

 

Η Ρετζίνα Κινγκ πετυχαίνει συνενοχή και χημεία και με το έξυπνο μοντάζ που επιλέγει ανανεώνει το ενδιαφέρον μιας νοηματικής πυκνής, συνεχούς παράθεσης διαλόγων και με τη βοήθεια πειστικών ερμηνειών των ηθοποιών.

 

Βρισκόμαστε στο 1964 και ο Σαμ Κουκ έχει μόλις αντιληφθεί πως στα χέρια λευκών ατζέντηδων και κακού υπολογισμού η σταδιοδρομία του σε ζωντανές εμφανίσεις μπροστά σε κοινό που σαφώς θα προτιμούσε άλλο χρώμα προσώπου να συνοδεύει τη βελούδινη φωνή του, όπως αποδεικνύει η καταστροφική βραδιά στο φημισμένο Copacabana, δεν έχει λαμπρό μέλλον.

 

Από την άλλη, ο Μπράουν έχει πετύχει τρομερές επιδόσεις στο αμερικανικό football, αλλά η αρχική σκηνή με τον Μπο Μπρίτζες να τον θαυμάζει, αν και, ως γνήσιος Νότιος, αρνείται πολύ φυσικά να μπάσει στο σπίτι του έναν «αράπη», όσο κορυφαίο είδωλο και να είναι, του υπενθυμίζει εμφατικά το μάταιο της προσπάθειάς του, κάτι που ήδη υποψιαζόταν, αν κρίνουμε από την επιφυλακτικότητα στην άκρη του βλέμματός του. Θέλει να το γυρίσει στο σινεμά και βρίσκεται κι αυτός, όπως και οι διάσημοι φίλοι του, στο νευραλγικό σημείο μιας καριέρας που αναμφισβήτητα ανθεί και λογικά θα συνεχίσει να προοδεύει, αλλά χτυπάει σε άσπρο τοίχο και ματαιώνεται στο μυαλό του.

 

Ο καθένας έχει τα θέματά του και ο Μάλκολμ X, με εναλλαγή πραότητας στη σκέψη και φλόγας στην έκφραση, συνετίζει τους ομόφυλούς του και επιχειρεί να τους επαναφέρει στην τάξη, που δεν είναι άλλη από τη συστηματική και επίπονη κατάρριψη της επικρατούσας προκατάληψης με ιεραποστολική προσήλωση και αυταπάρνηση ‒ γίνεται πλημμελής σύζυγος και πατέρας, αποχωρίζεται τις ανάγκες και τις επιθυμίες του, όλο το fun της ζωής, για τη μεγάλη εικόνα. Τι κι αν ο Κουκ τον πληροφορεί λεπτομερώς για την οικονομική συλλογιστική του πάνω στην εκμετάλλευση της μουσικής του με όφελος δικό του και της μαύρης κοινότητας που υποστηρίζει με συνέπεια.

 

«Μία Νύχτα στο Μαϊάμι»: Tο σκηνοθετικό ντεμπούτο της βραβευμένης ηθοποιού Ρετζίνα Κινγκ
Ο Kingsley Ben-Adir υποδύεται τον Μάλκολμ Χ.

 

Ο Μάλκολμ τον αποστομώνει παίζοντας έναν δίσκο του, επισημαίνοντας πως οι στίχοι αγάπης που τραγουδά τέλεια δεν είναι παρά ανώδυνο κελάηδημα με μηδαμινό κοινωνικό περιεχόμενο, πόσο μάλλον πολιτικό αντίκτυπο. Ακούγεται σαν αυστηρός κριτής, ένας άνθρωπος του Θεού που θυσιάζεται καθημερινά και γνωρίζει πως, για να τον πάρουν στα σοβαρά, πρέπει να πονά τον συνομιλητή του, σαν ακτιβιστής με προσωπική ατζέντα.

 

Έχει εύκολο το κήρυγμα περί του altrui και η θλίψη του φανερώνει μια μεσσιανική κατανόηση της δυσκολίας ενός τιτάνιου έργου. Παράλληλα, οι δικοί του δαίμονες παρεισφρέουν ίσα-ίσα για να μετριάσουν το διογκωμένο εγώ ενός θνητού ρήτορα. Η βραδιά αλλάζει τόνους και διαθέσεις, πατά στη δεδομένη οικειότητα των πρωταγωνιστών λόγω του κοινού τους background και κορυφώνεται συχνά, όχι μόνο λεκτικά, αλλά και σωματικά ‒ κανείς δεν είναι χαρούμενος που ο Μάλκολμ Χ επιτηρείται συνεχώς από τη φρουρά της εκκλησίας του, σαν να είναι φυγόδικος και υποψήφιο θύμα και όχι πολύτιμο celebrity.

 

Η Ρετζίνα Κινγκ πετυχαίνει συνενοχή και χημεία και με το έξυπνο μοντάζ που επιλέγει ανανεώνει το ενδιαφέρον μιας νοηματικής πυκνής, συνεχούς παράθεσης διαλόγων και με τη βοήθεια πειστικών ερμηνειών των ηθοποιών (που επιπλέον μοιάζουν επαρκώς με τους εμβληματικούς χαρακτήρες που υποδύονται).

 

Κυρίως, εκτίμησα τον χειρισμό της απέναντι σε τόσο γνωστούς χαρακτήρες που έχουμε παρακολουθήσει πολλές φορές σε αποσπάσματα που κυκλοφορούν στο Διαδίκτυο και έχουν απαθανατιστεί σε εξαιρετικές ταινίες με οσκαρικού βεληνεκούς ερμηνείες, όπως αυτές του Ντενζέλ Γουόσινγκτον και του Γουίλ Σμιθ. Το ζητούμενο εδώ ήταν να τους δούμε και να τους ακούσουμε όπως θα έριχναν την ασπίδα και τις άμυνές τους, σαν να μην ήταν κανείς άλλος παρών στο δωμάτιο. Η Κινγκ μας έβαλε στην παρέα τους.


Ωστόσο το φιλμ παραμένει εντός του σφιχτού πλαισίου του, όχι τόσο στατικό όσο θα φοβόταν κανείς, αλλά ριζωμένο στο δραματουργικό αίτιο που το επιβάλλει. Η διεκδίκηση και το πολιτικό point που πρεσβεύει είναι σημαντικότερα από τον αέρα που αναπνέει.

 

 


Το «One night in Miami» κυκλοφορεί στην πλατφόρμα Amazon Prime από τις 15 Ιανουαρίου.

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr