Όσο κι αν συνηθίζει να παρατηρεί κανείς με τα χρόνια αυτό το φαινόμενο, δεν παύει να παραμένει εντυπωσιακό το πόσο μακριά μπορεί να σε φτάσει μόνο μια ιδέα, ένα τρικ, ένα τέχνασμα, μια πατέντα - ένα «gimmick» που λένε κι οι αγγλόφωνοι.

 

Κάπως έτσι λειτουργεί εδώ και έξι χρόνια η σειρά-ανθολογία αυτοτελών επεισοδίων δυστοπίας και ψηφιακού τρόμου με την επωνυμία Black Mirror, στην οποία κατά κανόνα όλα μοιάζουν να αρχίζουν και να τελειώνουν στον σκοτεινό καθρέπτη (στη μαύρη τρύπα) της πανταχού παρούσας οθόνης που καθρεπτίζει το είδωλό μας και απομυζά τη θρυμματισμένη μας προσωπικότητα σ' ένα παράλληλο αλλά ανησυχητικά γνώριμο σύμπαν.

 

Δεν πρόκειται για την πιο πρωτότυπη ιδέα του κόσμου, αποδείχτηκε όμως «χρυσός» στα χέρια του δημιουργού (και αποκλειστικού σχεδόν συγγραφέα) της σειράς, Τσάρλι Μπρούκερ, ενός παιδιού-λάστιχου (και δεν το λέω υποτιμητικά) των σύγχρονων βρετανικών media, ενός υβριδικού πολυεργαλείου (δημοσιογράφος, συγγραφέας, σεναριογράφος, κριτικός, παραγωγός, παρουσιαστής) που βρήκε την απόλυτη κλίση του στην τεχνοφοβική σπέκουλα υπό τη μορφή ευφάνταστης μυθοπλασίας.

 

Ο τέταρτος κύκλος αμολήθηκε ολόκληρος ακριβώς με το σβήσιμο του 2017, η σειρά όμως –σαφώς ευνοημένη από το αποκαλυπτικά δυσοίωνο κλίμα των καιρών και το μόνιμο άγχος περί της ανεξέλεγκτης τεχνολογίας– έχει καταφέρει προ πολλού να εισβάλει στη δημόσια συζήτηση, αποσπώντας μάλιστα περιδεή σχόλια, άναρθρα επιφωνήματα θαυμασμού αλλά και περισπούδαστες αναλύσεις.

 

Όπως είχε δηλώσει κι ο ίδιος, «αν η τεχνολογία είναι ναρκωτικό –και μοιάζει όντως να είναι– τότε ποιες ακριβώς είναι οι παρενέργειες; Στα όρια αυτής της περιοχής –ανάμεσα στην απόλαυση και στη δυσφορία– κινείται το Black Mirror. Ο «μαύρος καθρέπτης» του τίτλου είναι αυτός που συναντάς σε κάθε τοίχο, σε κάθε γραφείο, στην παλάμη του κάθε χεριού: η παγωμένη, λαμπερή οθόνη μιας τηλεόρασης, ενός μόνιτορ, ενός smartphone».


Ο τέταρτος κύκλος αμολήθηκε ολόκληρος ακριβώς με το σβήσιμο του 2017, η σειρά όμως –σαφώς ευνοημένη από το αποκαλυπτικά δυσοίωνο κλίμα των καιρών και το μόνιμο άγχος περί της ανεξέλεγκτης τεχνολογίας– έχει καταφέρει προ πολλού να εισβάλλει στη δημόσια συζήτηση, αποσπώντας μάλιστα περιδεή σχόλια, άναρθρα επιφωνήματα θαυμασμού αλλά και περισπούδαστες αναλύσεις.

 

Κατά καιρούς έχουν γίνει και οι προβλέψιμοι παραλληλισμοί με τη Ζώνη του Λυκόφωτος, παρά τα εξήντα χρόνια απόστασης, παρά τη διαφορά διάρκειας των επεισοδίων (οι βινιέτες της κλασικής ασπρόμαυρης σειράς βαστούσαν μόνο 25 λεπτά ενώ το πρώτο επεισόδιο του πρόσφατου κύκλου του Black Mirror ξεπερνά τα 75 ξεχειλώνοντας μέχρι αναισθησίας την κεντρική ιδέα της πλοκής), και παρά το γεγονός ότι το απολαυστικής b-movie αισθητικής δημιούργημα του Ροντ Σέρλινγκ δεν έπαιρνε τόσο σοβαρά τον ρόλο του στην κουλτούρα της εποχής του.

 

Αντίθετα, το Black Mirror μοιάζει να μεγαλοπιάνεται και να απολαμβάνει την περίοπτη θέση του ως παραμορφωτικός προβολέας του σύγχρονου κόσμου όπου τα πάντα μοιάζουν σουρεάλ, creepy, δυστοπικά.

 

«Black Mirror»: Η κοινοτοπία της δυστοπίας
Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά, όπως διαχειρίζονται από τη σειρά με επιδερμικό, κραυγαλέο και κάπως «φτηνιάρικο» τρόπο, μοιάζουν απολύτως προβλέψιμα και όχι μόνο εκτός πραγματικότητας αλλά και εκτός σύγχρονης παθολογίας, ψυχικής και συναισθηματικής.


Είναι σα να σου λέει, φρικάρετε με ασφάλεια παρακολουθώντας (σε κάποια οθόνη) τα διάφορα τρομολαγνικά σενάρια που μεταξύ άλλων διερευνούν τα όρια μεταξύ ένσαρκης και ψηφιακής προσωπικότητας, αλλά ρίχνετε και μια ματιά πίσω σας γιατί η πραγματικότητα μπορεί να ξεπεράσει τη φαντασία πριν το πάρετε χαμπάρι. Και τα σενάρια του Black Mirror καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα σύγχρονων φοβικών ενστίκτων που προκαλούνται από τη ραγδαία τεχνολογική επιτάχυνση.

 

Στατιστικά κάποια φοβία θα αγγίξουν σε οποιανδήποτε ψυχοσύνθεση, είτε πρόκειται για την ψηφιακή μετάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης, για την ισχύ των social media και το ενδεχόμενο να σε μπλοκάρουν όχι μόνο οι φίλοι και «οι φίλοι» σου αλλά ολόκληρο το σύστημα, για τα εμφυτεύματα παρακολούθησης, για το φιλτράρισμα ακατάλληλου για παιδιά περιεχομένου, για τους αλγόριθμους που καθορίζουν ακόμα και τις «γκομενικές» σχέσεις, για τη θεαματική επανασύσταση πολιτικών οργανισμών καθεστωτικού ολοκληρωτισμού και νέο-φασιστικής αντίληψης, για τα πάσης φύσεως άχρηστα και «ανώμαλα» apps, για τα δημόσια και ιδιωτικά καθαρτήρια στα οποία μπορούμε να βρεθούμε για πάντα εγκλωβισμένοι, για τον υπολανθάνοντα φόβο ότι κάποια ανύποπτη στιγμή μπορεί να παγιδευτούμε σε κάποια προσομοίωση εικονικής πραγματικότητας ή να χαθούμε για πάντα στο ψηφιακό «σύννεφο».

 

Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά, όπως διαχειρίζονται από τη σειρά με επιδερμικό, κραυγαλέο και κάπως «φτηνιάρικο» τρόπο, μοιάζουν απολύτως προβλέψιμα και όχι μόνο εκτός πραγματικότητας αλλά και εκτός σύγχρονης παθολογίας, ψυχικής και συναισθηματικής. Για κάποια χρόνια μετά τη διάδοση της κινητής τηλεφωνίας, τα προϊόντα μυθοπλασίας αρνιούνταν πεισματικά να εισάγουν αυτή τη νέα κοσμογονική δυνατότητα επικοινωνίας στην πλοκή, γιατί δεν ήξεραν πώς ακριβώς να το διαχειριστούν.

 

Το Black Mirror έχει πάει στο άλλο άκρο, κινδυνεύοντας να βραχυκυκλώνει κάθε τόσο από το ρετροφουτουριστικό κιτς ενός κλινικού παράλληλου σύμπαντος απόλυτης ψηφιοποίησης.

 
Ας μην γινόμαστε οδοστρωτήρες όμως. Υπάρχει κάτι σε κάθε κύκλο για τον καθένα, κάποια ιδέα που μένει να στοιχειώνει το μυαλό με τις προεκτάσεις της, έστω και ως ονειρικός (εφιαλτικός) απόηχος. Καμιά φορά ακόμα κι ένα ολόκληρο επεισόδιο.

 

Όπως το απόκοσμα ρομαντικό (και αθεράπευτα νοσταλγικό για μια ιδανική νεανική εκδοχή των '80s) «San Junipero» του τρίτου κύκλου (ανάλογου σχετικά ύφους αλλά όχι τόσο αποτελεσματικής εκτέλεσης είναι και το επεισόδιο «Hang the DJ» του τέταρτου). Ή το σπέσιαλ χριστουγεννιάτικο επεισόδιο του δεύτερου κύκλου «White Christmas» με έναν εξαιρετικό Τζον Χαμ. Ή ο «εμβληματικός» πιλότος της σειράς, το επεισόδιο με τίτλο «Εθνικός Ύμνος» όπου ο πρωθυπουργός της Βρετανίας υποχρεούται, εκβιασθείς, να συνευρεθεί ζωντανά στην τηλεόραση με γουρούνι, χαρίζοντας κατ' αντανάκλαση στον τότε αληθινό πρωθυπουργό Ντέιβιντ Κάμερον το παρατσούκλι «γουρουνογάμης» (pigfucker).

 

 

Το τρέιλερ της τέταρτης σεζόν του «Black Mirror»

 

Ο τέταρτος (και τελευταίος;) κύκλος μοιάζει ο πιο προβληματικός πάντως, με την έννοια ότι ανακυκλώνει τα ίδια και τα ίδια τεχνάσματα (ακόμα και οι ακροβατικές κωλοτούμπες της πλοκής φαίνονται πιο προβλέψιμες από ποτέ).

 

Ακόμα και το επεισόδιο που σκηνοθέτησε η Τζόντι Φόστερ με τον τίτλο «ArkAngel» και μοιάζει πιο κοντινό στην πραγματικότητα από οποιοδήποτε άλλο ίσως (μια μητέρα τοποθετεί στην κόρη της εμφύτευμα παρακολούθησης που δεν μπορεί να αφαιρεθεί, με φίλτρα προστασίας από δυσάρεστα οπτικοακουστικά ερεθίσματα) χωλαίνει ασθμαίνοντας στην προσπάθειά του να αναδείξει ένα καίριο ζήτημα, ερεθίζοντας απλά μια έντονη γονική ανησυχία.


Στο σύμπαν του Black Mirror είναι σα να συμβαίνουν τα πάντα όχι στην ίδια παράλληλη διάσταση, αλλά στο ίδιο προκάτ χωριό που έχει στηθεί σαν θεματικό πάρκο τεχνοφοβικού μαζοχισμού. Αυτή η αίσθηση επιβεβαιώνεται μάλιστα στο τελευταίο επεισόδιο του τέταρτου κύκλου που φέρει τον τίτλο «Μαύρο Μουσείο» και περιλαμβάνει ίχνη από όλα τα επεισόδια της σειράς που έχουν προηγηθεί.

 

Απόπειρα ανάδειξης μιας εσωτερικής λογικής που διέπει τη σειρά ή αποχαιρετισμός; Θα δείξει. Το πρόβλημα πάντως δεν είναι τόσο οι κραυγαλέοι αφηγηματικοί περιορισμοί της σειράς. Είναι το ίδιο το μυθοπλαστικό υποείδος της δυστοπίας που, λόγω κατάχρησης, έχει καταντήσει στην εποχή μας μια πασπαρτού και «ό,τι να' ναι» ταμπέλα που φιλοδοξεί να τα πει όλα και συνήθως δεν λέει απολύτως τίποτα.