Στη Θεσσαλονίκη, το παρελθόν και το παρόν παίζουν κρυφτό στους δρόμους. Στους πάγκους αγορών μιας άλλης εποχής, επάνω σε επιγραφές που, αντί για γράμματα, έχουν χαραγμένα χρόνια. Σε οδούς κεντρικές που μυρίζουν καυσαέριο και φρεσκοτηγανισμένο ψάρι, τέτοιο που τρυπώνει από τα στενά στη μύτη των περαστικών και τους κάνει να γυρνούν το κεφάλι ανυποψίαστοι για να συναντήσουν κάποιο κρυμμένο κουτούκι.

 

Το σήμερα το βλέπει ο πρώιμα ανοιξιάτικος ήλιος. Στην κίνηση και στους ανθρώπους που πάνε κι έρχονται με το κεφάλι σκυφτό. Το χθες όμως είναι χωμένο εκεί όπου δεν το περιμένεις. Σε μέρη που άλλοτε έσφυζαν από ζωή και σήμερα μοιάζουν σχεδόν ερειπωμένα. Στις στοές εκείνες όπου οι κατεβασμένες γκαραζόπορτες διαδέχονται η μία την άλλη ‒ ή και όχι. Ένα-δυο μαγαζιά ζουν ακόμη. Μέσα τους άνθρωποι που άντεξαν στον χρόνο. Ζωές που έμειναν στατικές σε μια Θεσσαλονίκη που διαρκώς μεταβαλλόταν γύρω τους.


Νικόλαος Βασιλακίδης

63 χρόνια και 4 μήνες στην Ολύμπιο Στοά

 

Στη Λέοντος Σοφού και στον αριθμό 20 μπορεί κανείς να βρει την Ολύμπιο Στοά. Από το 1954, οπότε χτίστηκε, μέχρι και σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οι πολύχρωμες βιτρίνες έδωσαν τη θέση τους στο γκρίζο των κλειστών καταστημάτων.

 

Ο Νικόλαος Βασιλακίδης και το μαγαζί με τα είδη προικός που βαστάει με συνέπεια εδώ και εξήντα τέσσερα χρόνια είναι από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις που θα συναντήσεις μπαίνοντας. Λίγο μετά τα 79, φιλικός, με χιούμορ ευδιάκριτο και πρόθεση να σου αφηγηθεί, εύκολα σε καλεί να μπεις μέσα και να καθίσεις. Αφού τελειώσει το μήλο του, το δικό του μεσημεριανό διάλειμμα, ξεκινάει. «Γράφε» μου λέει και καθαρίζει τον λαιμό.


«Γεννήθηκα στις Σέρρες το '41. Το 1957 ήρθα στη Θεσσαλονίκη μαζί με τον πατέρα μου. Ήταν έμπορας, είχε κι έναν γιο οκτώ χρόνια μεγαλύτερο από μένα ‒ τον άφησε εκεί και ήρθαμε εδώ για να ανοίξει κατά κάποιον τρόπο και για εμένα δουλειά.

 

Ο πατέρας μου ήταν έξυπνος και καλλιεργημένος. Παρότι δεν πήγε στο γυμνάσιο, αν καθόταν κι έγραφε, έλεγες ότι είναι δικηγόρος. Είχε πνεύμα. Εμένα με ήθελε για έμπορα. Όχι για να μάθω γράμματα πολλά. Με έλεγε: "Τι θα πας να κάνεις; Δάσκαλος θα γίνεις; Μ' ένα κολάρο και μια γραβάτα θα πας και θα παίρνεις ψιλοπράγματα;"

 

Ήταν πιο απλοί οι άνθρωποι παλιά. Εκείνα ήταν τα χρόνια της δημιουργίας. Όλοι κοιτούσαν να δουλέψουν και να φτιάξουν. Οι ανάγκες των ανθρώπων τότε ήταν λιγότερες απ' ό,τι σήμερα. Τώρα όλοι είναι με ένα κινητό στο χέρι και τα προβλήματα είναι περισσότερα.


Από μικρό παιδί με κατέβαζε στο μαγαζί τα καλοκαίρια. Είχα μάθει κι έβγαινα κιόλας σε κάνα χωριό των Σερρών. Με έστελναν και πήγαινα. Ήμουν πειθαρχημένος. Ήταν αυστηρός ο πατέρας μου πολύ. Όταν δεν κάναμε καλά ένα δέμα, μας έλεγε: "Δεν το έκανες καλά, άνοιξέ το από την αρχή". Άλλες εποχές. Τώρα, άμα κάνω κανένα δέμα, οι πελάτες μου λένε: "Αυτό ο Νίκος το έκανε". Από τη συσκευασία και από τον τρόπο που θα έρθει καταλαβαίνουν ότι είναι δικό μου.

 

Τελείωσα το γυμνάσιο. Εξατάξιο τότε. Έφυγε ο πατέρας μου και άφησε εδώ στη δουλειά, δεκαοχτώ χρονών περίπου. Ανέλαβα εγώ. Στο όνομά μου ήταν το μαγαζί. Όταν ήταν να πάω στον στρατό, ήρθε δυο μήνες και κάναμε μαζί εταιρεία. Είχα δώσει στην Ανωτάτη Βιομηχανική, αλλά τότε είχα δουλειές με το μαγαζί, δεν μπορούσα να παρακολουθήσω και τα παράτησα. Λέγαμε ότι οι δουλειές μας αποδίδουν πολύ καλύτερα από ενός δασκάλου, καθηγητή, δημόσιου υπαλλήλου, απ' οτιδήποτε. Το 1974 βγήκε στη σύνταξη, αποχώρησε κι έμεινα μόνος μου.


Τώρα μάθαμε. Συνηθίσαμε και από δω δεν φεύγουμε. Όχι ότι κάνουμε κάτι, αλλά περνάμε τον χρόνο μας. Με τα πόδια ανεβαίνω, με τα πόδια κατεβαίνω. Έχω αυτοκίνητο, αλλά δεν το εμφανίζω σαν τους άλλους, μεγάλα λόγια και στο τέλος δεν μπορούν να πληρώσουν. Τους βλέπεις "εγώ, εγώ, εγώ" και στο τέλος θα τους πάρουν και τις πινακίδες.

 

Περνάω την ώρα μου. Λίγο ακόμα και θα μαλακώσει ο καιρός. Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή, κλείνω επτά. Πάω λιμάνι, παραλία, και μπορεί να φτάσω μέχρι τέρμα. Περπατάω πολλές ώρες. Με ηρεμεί το περπάτημα. Αλλιώς είσαι όταν περπατάς. Δεν έχεις καμία σκέψη. Και σκέψη να 'χεις, δεν σε κουράζει. Πάει στον Θερμαϊκό. Και το πρωί με τα πόδια έρχομαι. Βρέχει - έχει κρύο, εγώ με τα πόδια. Είμαι ο μόνος. Σου λένε "αυτός τρελός είναι". Γι' αυτό διατηρούμαι έτσι ψυχικά».

 

Οι έμποροι που άντεξαν στον χρόνο κρύβονται στις ιστορικές στοές της Θεσσαλονίκης
Συνηθίσαμε και από δω δεν φεύγουμε. Όχι ότι κάνουμε κάτι, αλλά περνάμε τον χρόνο μας. Φωτο: Δημήτρης Τσίπας


«Δεν σου πέρασε ποτέ απ' το μυαλό να αλλάξεις μέρος;» τον ρωτάω. «Ναι, μου πέρασε από το μυαλό, έχει τρία-τέσσερα χρόνια. Αλλά μόνος μου δεν μπορώ να βγω έξω, διότι δεν μπορεί ένα άτομο να κάνει και χονδρική και λιανική. Λιανική είναι να ανοίξω αυτό, να δω το άλλο, δεν έχω υπομονή γι' αυτά. Έχουμε μάθει άλλο σύστημα. Λέμε μια κουβέντα στον άλλον, θέλουμε να μας καταλαβαίνει.


Ήταν πιο απλοί οι άνθρωποι παλιά. Εκείνα ήταν τα χρόνια της δημιουργίας. Όλοι κοιτούσαν να δουλέψουν και να φτιάξουν. Οι ανάγκες των ανθρώπων τότε ήταν λιγότερες απ' ό,τι σήμερα. Τώρα όλοι είναι με ένα κινητό στο χέρι και τα προβλήματα είναι περισσότερα. Ήταν πιο έντιμοι παλιά οι άνθρωποι. Τώρα είναι απλησίαστοι. Δεν τολμάς να τον εμπιστευτείς το άλλον, να του ανοίξεις την πόρτα. Λέω στη γυναίκα μου: "Δεν θα ανοίξεις σε κανέναν. Ούτε κάλαντα, ούτε μάλαντα". Τραγουδάει το παιδάκι και μπαίνει ο αλητήριος με το μαχαίρι.

 

Εδώ είχαμε ιστορίες. Ήταν πριν από δεκαπέντε χρόνια, τέτοια εποχή. Κλείνω δύο, δυόμιση η ώρα, να βγω να ψωνίσω. Τα κλείνω όλα και πάω στο σούπερ-μάρκετ. Όταν γυρίζω, ανοίγω και πάω να καθίσω στο γραφείο. Βλέπω την ταμιακή ανοιχτή και μέσα να μην έχει τίποτα. Ήξερα ότι είχε χίλια ευρώ.

 

Όπως σκέφτομαι "ποιος να μπήκε", ακούω ένα τσικ τσικ τσικ. Κάποιος καθόταν εδώ και δεν τον έβλεπα. Είχα πολλά κέρματα σ' ένα μπολάκι. Ο διαρρήκτης τα έβαζε μέσα και έτσι όπως το έκανε, ακουγόταν ο θόρυβος. Άνοιξα εγώ, αυτός αφοσιωμένος ‒ ναρκομανής ήταν. Ήρθα και τον είδα να κάθεται και να βάζει.


"Τι κάνεις εδώ;" τον ρωτάω. "Να", μου λέει, "είμαι ναρκομανής". "Και; Εμένα βρήκες να κλέψεις; Με ξέρεις; Από δω δεν βγαίνεις" του απαντάω. "Βγάλ' τα, δεν έχει να γλιτώσεις από εμένα". Τα βγάζει, εκατό, διακόσια, τριακόσια. Μου λέει ότι δεν έχει άλλα. "Χίλια είχα" του λέω. Βγάζει, 800, 900. "Bγάλε και τα άλλα" επιμένω. "Και τα ψιλά". Bγάζει αυτός, παίρνω εγώ. Του τα πήρα όλα. Πριν από δεκαπέντε χρόνια ήμουνα γερός. Και τώρα, όμως, η ψυχή μου το λέει» συμπληρώνει γελώντας και βγαίνουμε έξω. Κοιτάω τα κατεβασμένα ρολά της στοάς και τον βλέπω που τα κοιτάει κι εκείνος.


«Τους θυμάσαι τους γειτόνους;» τον ρωτάω, κάνοντας νόημα με το βλέμμα μου.

 

«Πώς δεν τους θυμάμαι; Σοβαρολογείς; Από τα 16 μέχρι τα 79 μου είμαι εδώ, 63 χρόνια. Θυμάμαι και τα ονόματά τους» λέει και αρχίζει να μου δείχνει ένα-ένα τα μαγαζιά με το χέρι του.

 

Αντώνης Παπαδόπουλος

50 χρόνια στη Στοά Κολόμβου

 

Οι έμποροι που άντεξαν στον χρόνο κρύβονται στις ιστορικές στοές της Θεσσαλονίκης
Ο Αντώνης Παπαδόπουλος είναι οπτικός από πιτσιρίκι, όταν ακόμα ζούσε στην Κωνσταντινούπολη, και, όπως μου είπε, καταλαβαίνει τους ανθρώπους «από το μάτι». Φωτο: Δημήτρης Τσίπας

 

Λίγα μέτρα πάνω από τη Στοά Ολύμπου, με την είσοδό της από την Εγνατία, βρίσκεται η Στοά Κολόμβου. Χτισμένη το 1935, αποτελούσε το επίκεντρο στις αγορές της πόλης για δεκαετίες. Σήμερα, με το φως να περνάει ακόμα από μερικά τζάμια της οροφής, μπορείς να δεις δυο μαγαζιά που στέκουν, θαρρείς, παράδοξα μέσα στον μεγάλο, άδειο χώρο.

 

Ο Αντώνης Παπαδόπουλος είναι οπτικός από πιτσιρίκι, όταν ακόμα ζούσε στην Κωνσταντινούπολη, και, όπως μου είπε, καταλαβαίνει τους ανθρώπους «από το μάτι».


«Είμαι Κωνσταντινουπολίτης. Ήρθα εδώ 28 χρονών. Έκανα τη δουλειά του οπτικού από δεκατριών ετών στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί δούλεψα γύρω στα δεκαπέντε χρόνια. Οι γονείς μου, όταν ήρθαμε εδώ, μου είπαν: "Οπτικός γεννήθηκες και οπτικός θα πεθάνεις". Έτσι, περιμένω τώρα τον θάνατό μου. Είναι ένα πράγμα που δεν το γλιτώνει κανένας» λέει και χαμογελάει καλοσυνάτα.


«Όσο ζούσαμε στην Κωνσταντινούπολη, ήμασταν πάρα πολύ καλά, αλλά μετά τα γεγονότα του 1955 άρχισε να αδειάζει. Ήμασταν γύρω στους 200.000 Έλληνες. Είχε και πολλούς Αρμένιους, Εβραίους, Γάλλους, Ιταλούς, ό,τι θες. Το μαγαζί εκεί το ξεκίνησε ο αδερφός μου όταν τελείωσε το δημοτικό.

 

Όταν ήρθαμε, εγώ άνοιξα εδώ και ο αδερφός μου στην Αθήνα. Η αδερφή μου οπτικός, η άλλη μου αδερφή οπτικός, εγώ οπτικός, η νύφη μου οπτικός, ο ανιψιός μου οπτικός, τα ξαδέρφια μου τα κάναμε οπτικούς. Είμαστε οικογένεια οπτικών.

 

«Είμαι Κωνσταντινουπολίτης. Ήρθα εδώ 28 χρονών. Έκανα τη δουλειά του οπτικού από δεκατριών ετών στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί δούλεψα γύρω στα δεκαπέντε χρόνια. Οι γονείς μου, όταν ήρθαμε εδώ, μου είπαν: "Οπτικός γεννήθηκες και οπτικός θα πεθάνεις". Έτσι, περιμένω τώρα τον θάνατό μου. Είναι ένα πράγμα που δεν το γλιτώνει κανένας» λέει και χαμογελάει καλοσυνάτα.


Η στοά, όταν ήρθα, το '70, είχε κουρεία, κρεοπώλη, μανάβη, πρατήριο σιγαρέτων, καφεκοπτείο, φούρνο, δύο μπουτίκ, κορνίζες, διάφορα καταστήματα. Είχε και ένα μαγαζί σαν εστιατόριο, κάνανε φασολάδες. Όλα τα μαγαζιά ήταν μικρά, καμιά πενηνταριά. Από το '75 και μετά μπήκανε και πολλοί χρυσοχόοι.

 

Τελευταία μπήκαν και οι γουναράδες. Μετά τους γουναράδες μπήκαν άλλα δύο μαγαζιά. Το απέναντι έγινε μπαράκι. Ως οπτικός ήμουν ο μοναδικός. Η στοά άρχισε να αδειάζει επί Σημίτη. Τελευταία, εδώ και 4-5 χρόνια, μείναμε μόνο δύο, εγώ και ο χρυσοχόος δίπλα.


Όσο ήμουν εδώ, μπήκαν πάρα πολλοί. Πέθαναν και πάρα πολλοί, βγήκαν στη σύνταξη. Ο ένας ήταν καλύτερος από τον άλλον, δεν έγινε καμία παρεξήγηση. Όλοι ήταν καλοί. Έτσι που κάθισα κάποτε και σκέφτηκα, έχουν πεθάνει γύρω στα εβδομήντα οκτώ άτομα εδώ μέσα από αυτούς που είχαν τα μαγαζιά. Τι περιμένεις στα πενήντα χρόνια; Είμαι τυχερός που εδώ μέσα μπήκα και από δω μέσα φεύγω» λέει κλείνοντας, προτού πάρει τα θολά γυαλιά μου για να τα καθαρίσει. Μου τα ξαναδίνει με χαμόγελο και μας εύχεται να πάμε στο καλό. Όταν μας μιλάει, καθώς απομακρυνόμαστε, η φωνή του κάνει αντίλαλο.

 

Νικόλαος Τοπαλίδης

45 χρόνια στη Στοά Μακρίδη (πρώην Στοά Καράσσο)

 

Οι έμποροι που άντεξαν στον χρόνο κρύβονται στις ιστορικές στοές της Θεσσαλονίκης
«Εγώ είμαι εδώ από το 1975. Η διαφορά είναι ραγδαία. Η κατάσταση πάει πάντα προς το χειρότερο. Τις δεκαετίες του '60, του '70, του '80 και του '90 θα έλεγα ότι ήμασταν από πολύ καλά ως πάρα πολύ καλά. Από το 2000 και μετά άρχισε η κάθοδος. Τη βλέπεις την κρίση ζωγραφισμένη». Φωτο: Δημήτρης Τσίπας

 

Πρόκειται για μία από τις στοές που επιβιώνουν σήμερα, αποτελώντας το ιδανικό μέρος για είδη ραπτικής. Έχει δύο εισόδους, μία στην Ερμού και μία στη Βενιζέλου. Η Στοά Μακρίδη (πρώην Στοά Καράσσο, μέχρι που ο επιχειρηματίας ονόματι Καράσσο αποφάσισε να πουλήσει το μισό της) είναι σήμερα όπως το 1959.

 

Μπαίνοντας από τη Βενιζέλου, μπορείς να δεις μπροστά σου μια πανδαισία από πολύχρωμες κλωστές και χρώματα και πίσω από τον πάγκο του μαγαζιού του τον κ. Τοπαλίδη να πηγαινοέρχεται ακούραστος, όπως κάνει τα τελευταία 45 χρόνια. Άλλωστε, όπως λέει, «για τους παλιούς η δουλειά είναι χαρά».


«Ο έμπορας φεύγει κανονικά με συνοδεία. Αν δεν έχει κάποια σοβαρή αρρώστια και δεν μπορεί να εργαστεί, δύσκολα αφήνει τη δουλειά. Δεν μπορείς να κάτσεις. Ακόμα και την Κυριακή ψάχνεις να βρεις κάτι. Δεν λέμε να δουλεύεις μόνο. Υπάρχουν κι άλλα πράγματα στη ζωή. Μου αρέσει η δουλειά. Συναλλάσσομαι με κόσμο. Τους ξέρω χρόνια. Έρχονται και μου λένε "σε ξέρω σαράντα χρόνια". Με θυμούνται. Μοιραία έρχεται η φθορά και το τέλος» λέει και αρχίζει να μου αφηγείται το παρελθόν.


«Τα μαγαζιά αυτά είναι δικά μας. Ήταν της οικογενείας. Τα άλλα όλα είναι του Μακρίδη. Αγοράστηκαν από εβραϊκή οικογένεια μετά τον πόλεμο. Η στοά έχει την ίδια όψη από το 1959. Ήταν πιο παλιά φυσικά, από το 1910. Το μαγαζί μας είναι από τότε. Ήταν οι μπαμπάδες μας, φύγανε, τώρα φεύγουμε κι εμείς σιγά-σιγά».


Όπως μου λέει, η κατάσταση στο εσωτερικό της στοάς έχει αλλάξει δραματικά. «Εγώ είμαι εδώ από το 1975. Μετά τον στρατό, μόλις απολύθηκα, 23 χρονών. Η διαφορά είναι ραγδαία. Η κατάσταση πάει πάντα προς το χειρότερο. Τις δεκαετίες του '60, του '70, του '80 και του '90 θα έλεγα ότι ήμασταν από πολύ καλά ως πάρα πολύ καλά. Από το 2000 και μετά άρχισε η κάθοδος. Τη βλέπεις την κρίση ζωγραφισμένη» συμπληρώνει δείχνοντας με το χέρι του τα κλειστά μαγαζιά.

 

Έχω εικόνες από τη στοά, αλλά δεν μπορώ να σου τις μεταφέρω. Εδώ ο ένας έσπρωχνε τον άλλον και τώρα είμαστε τρεις κι ο κούκος. Όλα τα μαγαζιά ξεχείλιζαν από εμπορεύματα, ανθρώπους και πελάτες που έμπαιναν κι έβγαιναν συνέχεια. Είχε ροή, ψιλά πράγματα μεν, ψιλοδουλειές, αλλά ήταν τόσο πολύς ο κόσμος, που έβγαινε ένα καλό μεροκάματο. Ζούσαν οικογένειες, δεν είναι ότι ήταν ένας μόνος.


«Ήταν όλα ανοιχτά, δεκατέσσερα μαγαζιά, μέχρι το 2000 περίπου. Από τότε άρχισαν να κλείνουν ένα-ένα, δυο-δυο. Ήταν τότε που άλλαξε και ο νόμος για τα ενοίκια και υπήρξε ανταγωνισμός στις τιμές κ.λπ. Άρχισε να πέφτει και η κατανάλωση, οπότε άρχισαν να κλείνουν τα μαγαζιά. Άλλοι φύγανε λόγω σύνταξης, άλλοι γιατί δεν είχαν συνέχεια, αλλά γενικά δεν υπήρξε ανανέωση, δεν ήρθε άλλος. Όλοι οι όροφοι επάνω ήταν γεμάτοι, έξι πατώματα, και τώρα είναι δύο άτομα επάνω κι ένας εδώ.


Όταν δεν δούλευα ακόμα, ερχόμουν κι έβλεπα τον πατέρα μου. Έχω εικόνες από τη στοά, αλλά δεν μπορώ να σου τις μεταφέρω. Εδώ ο ένας έσπρωχνε τον άλλον και τώρα είμαστε τρεις κι ο κούκος. Όλα τα μαγαζιά ξεχείλιζαν από εμπορεύματα, ανθρώπους και πελάτες που έμπαιναν κι έβγαιναν συνέχεια. Είχε ροή, ψιλά πράγματα μεν, ψιλοδουλειές, αλλά ήταν τόσο πολύς ο κόσμος, που έβγαινε ένα καλό μεροκάματο. Ζούσαν οικογένειες, δεν είναι ότι ήταν ένας μόνος. Εδώ, στα μαγαζιά ήταν μέχρι και δύο οικογένειες και τα έφερναν βόλτα.

 

Σιγά-σιγά, άλλοι έφυγαν λόγω ηλικίας, άλλοι για να βρουν την τύχη τους κάπου καλύτερα ‒ η ουσία είναι ότι αδειάσαμε.

 

Οι έμποροι που άντεξαν στον χρόνο κρύβονται στις ιστορικές στοές της Θεσσαλονίκης
Η Στοά Κολόμβου, χττισμένη το 1935, αποτελούσε το επίκεντρο στις αγορές της πόλης για δεκαετίες. Σήμερα, με το φως να περνάει ακόμα από μερικά τζάμια της οροφής, μπορείς να δεις δυο μαγαζιά που στέκουν, θαρρείς, παράδοξα μέσα στον μεγάλο, άδειο χώρο. Φωτο: Δημήτρης Τσίπας


Οι νέες κοπέλες πλέον δεν έρχονται. Παλιά κεντούσαν, τώρα άλλαξαν και τα είδη, ήρθαν και τα κινέζικα και ξεφτιλίστηκαν τα πάντα. Κάθε μαγαζί είχε 20-30 μοδίστρες. Δεν σταματούσες. Ερχόσουν το πρωί και μέχρι να φύγεις ήσουν σούστα. Κλείναμε το μεσημέρι στις 2, ανοίγαμε στις 5. Τώρα το πάμε σερί, μέχρι τις 8:30-9. Αντοχές υπάρχουν. Δεν μας κουράζει και κανένας. Τώρα ερχόμαστε στη δουλειά για να ξεκουραστούμε.


Καθόμαστε και για διάλειμμα, ενώ παλιά δεν είχαμε χρόνο για τίποτα, και τον καφέ μας τρέχοντας τον πίναμε. Τώρα έχουμε άφθονο χρόνο να πιούμε, να διαβάσουμε εφημερίδα, να πούμε και κάνα αστείο για την μπάλα. Παλιά υπήρχε πολλή ζωή. Οι όροφοι επάνω είχαν μοδίστρες, ψευτοβιοτεχνίες, ραφτάδες, τώρα έμειναν δυο άνθρωποι.

 

Πώς δεν στενοχωριέμαι που το βλέπω αυτό! Παλιά μπαίναμε μέσα και ήταν χαρά Θεού. Εντάξει, υπήρχε η πίεση, η ένταση, ο ανταγωνισμός, αλλά υπήρχε ζωή. Είχε ανταγωνισμό και ψευτομαλώματα, αλλά σε γενικές γραμμές τίποτα το σημαντικό.

 

Όταν μπαίνει το συμφέρον στη μέση, οι επαγγελματίες αρχίζουν να τσινάνε, αλλά γενικά υπήρχε κατανόηση και οι πιο πολλοί προσπαθούσαμε να μην έχουμε όλα τα είδη που είχε ο διπλανός. Πάντα υπήρχε κάτι που ο άλλος το είχε πιο εξειδικευμένα. Οπότε έριχνες το βάρος σου σε κάποια είδη που δεν είχαν οι άλλοι. Έτσι δεν υπήρχε πρόβλημα.

 

Όσο λιγόστευε ο κόσμος, αυτό επιδεινωνόταν, γιατί αναγκαζόσουν να βάζεις πιο πολλά, διαφορετικά πράγματα στο μαγαζί, οπότε έπιανες ό,τι πουλούσε ο άλλος κι αυτός που ήταν πιο πίσω έμπαινε σε δεύτερη μοίρα».

 

Οι έμποροι που άντεξαν στον χρόνο κρύβονται στις ιστορικές στοές της Θεσσαλονίκης
Φωτο: Δημήτρης Τσίπας


Προτού τον αφήσουμε και με τα χέρια μας να βρίσκονται σε μια γερή χειραψία καθόλη τη διάρκεια της απάντησης, τον ρώτησα για τους ανθρώπους του τότε και του σήμερα.


«Σήμερα ο κόσμος που έρχεται είναι περίεργος και ο λόγος είναι ότι υπάρχει δυσκολία. Παλιά έλεγε βάλε κι από αυτό, βάλε και από κείνο, βάλε πέντε, αντί ένα. Υπήρχε η άνεση, οπότε και το μαγαζί πήγαινε καλύτερα. Τώρα έρχονται μαλωμένοι. Εντάξει, έχουμε μια ευγένεια, μας ξέρουν χρόνια, αλλά γενικά βλέπεις μια δύστροπη συμπεριφορά.


Τότε υπήρχαν οι οικογένειες. Γνωριζόμασταν προσωπικά. Ερχόταν η μάνα, η κόρη, η εγγονή. Υπήρχε σειρά, γιατί η στοά ήταν σημείο αναφοράς για την αγορά. Ήταν το πιο ξακουστό όνομα. Τώρα, που λέει ο λόγος, δεν βλέπουμε δεύτερη φορά ίδιο πρόσωπο».

 

Βγαίνοντας από τη στοά, το καυσαέριο σε μπουκώνει αμέσως. Τα αυτοκίνητα κορνάρουν στους περαστικούς όσο αυτοί χαζεύουν περνώντας τον δρόμο με τα κινητά στο χέρι. Οι άνθρωποι τρέχουν, μαζεύονται σε μέρη αλλιώτικα, συνωστίζονται για ένα κομμάτι απ' τη ζωή του σήμερα.

 

Ίσως τρυπώσουν κατά λάθος σε κάποιο στενό που περάστηκε κεχριμπάρι, ίσως σταματήσουν για να ρίξουν ένα βλέφαρο σε μια επιγραφή που έμεινε αναλλοίωτη, μπορεί πάλι να γυρίσουν ανυποψίαστοι το κεφάλι από κάποια μυρωδιά που τους σπάει τη μύτη και να γνέψουν βιαστικά «καλημέρα» σε αυτούς που άντεξαν στον χρόνο, χωμένοι από μικροί στις αγαπημένες τους «φωλιές».