Στελέχη ΜΚΟ επικρίνουν σφοδρά την Ελλάδα για το πώς διαχειρίστηκε την υπόθεση με το πλοίο ανοιχτά της Κρήτης, στο οποίο επέβαιναν 382 αιτούντες άσυλο και κάποιοι κάνουν λόγο για τη «μεγαλύτερη επαναπροώθηση εδώ και χρόνια». 

 

Μέρες μετά την αποβίβαση των αιτούντων άσυλο στην Κω, αυξάνονται οι επικρίσεις για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για να γίνει αυτό και κάποιοι κάνουν λόγο για «αχρείαστα παρατεταμένη» ταλαιπωρία αυτών των ανθρώπων στη θάλασσα. 

 

«Αυτοί οι άνδρες, οι γυναίκες και τα παιδιά αναζητούσαν προστασία και θα έπρεπε να μεταφερθούν σε ασφαλές λιμάνι όταν το πλοίο εξέπεμψε σήμα κινδύνου. Το πλησιέστερο λιμάνι απείχε μόλις λίγα μίλια. Αντί για αυτό, κρατήθηκαν στο πλοίο για τέσσερις ημέρες, μια αχρείαστα παρατεταμένη περίοδο, χωρίς πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες», δήλωσε στον Guardian ο Απόστολος Βεΐζης, γενικός διευθυντής της οργάνωσης Intersos Hellas. 

 

Το υπό τουρκική σημαία Murat 729 κατευθυνόταν στην Ιταλία, όταν αντιμετώπισε μηχανικό πρόβλημα ανοιχτά της Κρήτης και εξέπεμψε σήμα κινδύνου στις 28 Οκτωβρίου. Σε αυτό επέβαιναν άνθρωποι από το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, τη Συρία, το Ιράν και τον Λίβανο, η μεγαλύτερη μεμονωμένη εισροή αιτούντων άσυλο εδώ και χρόνια, σημειώνει η βρετανική εφημερίδα. 

 

Το πλοίο ακολουθούσε μία διαδρομή που γίνεται ολοένα πιο δημοφιλής για πρόσφυγες μετανάστες που θέλουν να φτάσουν στην Ευρώπη. Εκτιμάται ότι φέτος έχουν διασχίσει τη θάλασσα νότια της Κρήτης περισσότερα από 100 σκάφη, από γιοτ μέχρι παροπλισμένα φορτηγά πλοία όπως το Murat. 

 

Μέχρι τις 08:30 το πρωί εκείνης της ημέρας ο Τόμι Όλσεν- επικεφαλής της Aegean Boat Report, μια νορβηγική ΜΚΟ που παρακολουθεί τις μετακινήσεις ανθρώπων στην περιοχή- είχε λάβει τις πρώτες φωτογραφίες και βίντεο από επιβαίνοντες στο πλοίο, που ζητούσαν βοήθεια. 

 

«Μπορούσες να δεις το πλοίο να πλέει ανοιχτά του νησιού και ένα περιπολικό της ελληνικής ακτοφυλακής δίπλα του», δήλωσε στον Guardian. «Ήταν γεμάτο ανθρώπους και οι ακτές της Κρήτης ήταν ξεκάθαρα ορατές». 

 

Ο Όλσεν δήλωσε ότι τον προβλημάτισε η «άρνηση» των ελληνικών αρχών να αποδεχθούν ότι είχαν εντοπίσει το σκάφος. «Γιατί Έλληνες αξιωματούχοι επέμεναν ότι δεν είχαν βρει το πλοίο και μετά άρχισαν να το απομακρύνουν από την Κρήτη, φαινόταν πολύ παράξενο», συμπλήρωσε ο Όλσεν. «Αμέσως με έκανε να σκεφτώ ότι αυτό που βλέπαμε στην πραγματικότητα δεν ήταν άλλη μία επαναπροώθηση, αλλά η μεγαλύτερη επαναπροώθηση εδώ και χρόνια», πρόσθεσε. 

 

Ο ίδιος ανέφερε ότι έπαιρνε κάθε μία ώρα τα στοιχεία για τη θέση του πλοίου, από τα οποία έβλεπε ότι πήγαινε μπρος- πίσω. «Από τις 02:00 της Πέμπτης έως τα ξημερώματα της Κυριακής, όταν επετράπη στους επιβαίνοντες να αποβιβαστούν, κάλυψε 500 χιλιόμετρα. Όλο αυτό το διάστημα άνθρωποι έστελναν μηνύματα ότι δεν τους έδιναν ούτε νερό και ότι κάποιοι ήταν πολύ άρρωστοι», ανέφερε. 

 

ΜΚΟ κατηγορεί την Ελλάδα για τη «μεγαλύτερη επαναπροώθηση εδώ και χρόνια»- Για το πλοίο ανοιχτά της Κρήτης

 

Οι επίσημες ανακοινώσεις 

 

Η πρώτη ελληνική ανακοίνωση για το πλοίο έγινε στις 29 Οκτωβρίου, από το υπουργείο Ναυτιλίας, που ανέφερε ότι ήταν σε εξέλιξη ανατολικά της Κρήτης «μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης» που έχουν πραγματοποιηθεί στην ανατολική Μεσόγειο. 

 

Στις 31 Οκτωβρίου, το υπουργείο Μετανάστευσης ανακοίνωσε ότι μεταφέρθηκαν στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης της Κω οι επιβαίνοντες στο πλοίο το οποίο «έπλεε επί ημέρες σε διεθνή ύδατα». 

 

Ακολούθησε την ίδια ημέρα ανάρτηση του υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου, Νότη Μηταράκη, που έκανε λόγο για «ένα ακόμη επικίνδυνο και παράνομο ταξίδι από τις τουρκικές ακτές, το οποίο δεν έγινε αντιληπτό από τις τουρκικές αρχές». 

 

Ο κ. Μηταράκης επεσήμανε ακόμη ότι η Αθήνα ειδοποίησε την ΕΕ ότι η Άγκυρα αρνήθηκε να πάρει πίσω το πλοίο. «Σε αντίθεση με την Τουρκία και άλλους που αγνόησαν το πρόβλημα, η Ελλάδα κινητοποιήθηκε, παρέχοντας άμεση ανθρωπιστική βοήθεια σε άτομα που έχουν ανάγκη, όπως κάνει πάντα», ανέφερε ακόμη μεταξύ άλλων. 

 

«Οι συμφωνίες είναι για επιχειρήσεις, όχι για ανθρώπους» 

 

Το περιστατικό με το πλοίο έρχεται σε περίοδο κλιμακούμενης έντασης ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα για τις μεταναστευτικές ροές, επισημαίνει ο Guardian. 

 

Η βρετανική εφημερίδα σημειώνει τις αναφορές για σκάφη με αιτούντες άσυλο που φεύγουν ανεμπόδιστα από τις τουρκικές αρχές και ότι από τον Μάρτιο του 2020, όταν ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ενθάρρυνε χιλιάδες μετανάστες να πάνε στην Ελλάδα, το Αιγαίο φέρεται να έχει γίνει θέατρο επαναπροωθήσεων.  

 

Οργανώσεις για ανθρώπινα δικαιώματα υποστηρίζουν ότι χιλιάδες έχουν μεταφερθεί διά της βίας σε τουρκικά ύδατα, προτού να έχουν την ευκαιρία να κάνουν αίτηση για άσυλο, συμπληρώνει το δημοσίευμα. 

 

«Αυτό που είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό σε αυτή την περίπτωση είναι πως η κυβέρνηση προσπαθούσε να επιστρέψει ανθρώπους που ήθελαν να ζητήσουν άσυλο στην Ελλάδα, προτού να γίνει η διαδικασία για το άσυλο», δήλωσε ο Μίνως Μουζουράκης της Refugee Support Aegean. «Αυτό είναι παραβίαση του δικαίου της ΕΕ και θεμελιωδών δικαιωμάτων», τόνισε. 

 

Εξηγώντας τον χρόνο που χρειάστηκε να φτάσει το πλοίο σε ασφαλές λιμάνι, αξιωματούχοι του υπουργείου Μετανάστευσης έριξαν την ευθύνη στην άρνηση της Άγκυρας να ανταποκριθεί στα επανειλημμένα αιτήματα να σταλεί πίσω το πλοίο. 

 

Οργανώσεις εκτιμούν ότι ήταν πρακτικά αδύνατο να επαναπροωθηθεί το πλοίο γιατί ήταν πολύ μεγάλο και θα απαιτούνταν να μπει η ελληνική ακτοφυλακή σε τουρκικά χωρικά ύδατα. Μόλις έγινε σαφές ότι αυτό ήταν αδύνατο, η Αθήνα κατέφυγε στο αίτημα στην Άγκυρα, λέει ο Όλσεν. 

 

«Ξέρουμε ότι υπήρχαν 136 παιδιά ανάμεσα στους επιβάτες και άνθρωποι με ειδικές ανάγκες», δήλωσε ο Βεΐζης. «Αντί η ελληνική ακτοφυλακή, που είναι υπηρεσία διάσωσης, να τους φέρει σε ασφαλές σημείο, η κυβέρνηση επέλεξε να τους κρατήσει στο πλοίο και να τους μετακινεί, καθώς προσπαθούσε να έρθει σε συμφωνία με την Τουρκία. Οι συμφωνίες είναι για τις επιχειρήσεις, όχι για ανθρώπους που αναζητούν διεθνή προστασία», υπογράμμισε.