Ας ξεκινήσω με το ότι είμαι κατά της βίας, γενικώς. Ωστόσο, το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε, έπιασα κανά δυο φορές τον εαυτό μου να επεξεργάζεται πιθανά σενάρια αυτοάμυνας ή ακόμη και επίθεσης. Και για να εξηγούμαι: την τελευταία φορά που με έπιασαν χωρίς εισιτήριο, ήμουν φοιτήτρια και είχα να επιλέξω ανάμεσα σε μια διαδρομή με τον ηλεκτρικό και στο αν θα μου «έβγαιναν» τα λεφτά για σνακ, τσιγάρα και εφημερίδες.

 

Εννοείται ότι στο ζύγι βγήκαν κερδισμένα όλα τα άλλα, μπήκα χωρίς εισιτήριο, με πιάσανε, ο ελεγκτής ήθελε και λίγο να κάνει το κομμάτι του και να με κάνει και «ντα» παρουσία κερκίδας, δεν του βγήκε όπως το υπολόγιζε, έδωσα ταυτότητα, έκοψε πρόστιμο, αυτό ήταν όλο. Από τότε κυκλοφορούσα πάντοτε με κάρτα απεριορίστων, όλα καλά, κανένα πρόβλημα.

 

Από τη μέρα που ξεκίνησε η φάρσα με τα νέα εισιτήρια, ορκίστηκα ότι δεν θα περιμένω σε ουρά, (δεν το τήρησα, λόγω γκρίνιας), έχασα δυο ώρες απ' τη ζωή μου, χωρίς αποτέλεσμα και επίσης ορκίστηκα (και το τήρησα) ότι δεν θα εμπιστευθώ τα περί «ηλεκτρονικής» αποστολής της κάρτας. Όσος κόσμος γνωρίζω ακόμη την περιμένει και στο ενδιάμεσο πληρώνει ξέχωρα ημερήσια εισιτήρια, 5 διαδρομών και άλλες παραλλαγές του κομίστρου του.

 

Δυο μήνες μετά την ανακοίνωση της μετάβασης στη νέα θαυμαστή εποχή των ηλεκτρονικών ελέγχων στα εισιτήρια, είναι αδύνατον να ευλογείς όλο αυτό το χάος, πιστεύοντας στην καλή πρόθεση των πολιτών. Οι αστικές συγκοινωνίες έχουν το ατού της ταχύτητας, του "πλήρωσα - έφτασα", όταν, λοιπόν, τις μετατρέπεις σε βάσανο, δεν μπορεί, ποντάρεις στην αναταραχή.

 

Το Σάββατο για πρώτη φορά μετά από χρόνια έκανα χωρίς εισιτήριο τη διαδρομή Ευαγγελισμός – Σύνταγμα, Σύνταγμα – Πετράλωνα, και, ειλικρινά, αν με βρείτε, πιάστε με. Στα εκδοτήρια γινόταν –συγνώμη, κιόλας- της τρελής. Ουρές απροσμέτρητες στα γκισέ, δυο μηχανήματα αυτόματης έκδοσης «εκτός λειτουργίας», χάος με τις οδηγίες από δύο φιλότιμους υπαλλήλους, να τα λέμε κι αυτά. Ούτε το 1,40 να μην μπορείς να βγάλεις, χωρίς να περιμένεις ένα μισάωρο τουλάχιστον. Θα πει κάποιος ότι έπεσα στην περίπτωση, αλλά θα πω ότι η ζωή μας έχει γίνει μια ατέλειωτη περίπτωση.

 

Δεν είχα χρόνο για χάσιμο, όπως και καμία πρόθεση να κλέψω το υπέροχο κράτος και το εκσυγχρονισμένο σύστημά του. Πέρασα ανάμεσα από τα ακυρωτικά μηχανήματα με νεύρα και χτυποκάρδι. Τι θα γινόταν αν με έπιαναν; Γιατί να το περάσω εγώ αυτό το ρεζιλίκι; (Σ.Σ.: άρχισα να σκέφτομαι, όπως η μαμά μου). Μήπως θα μου μιλούσαν άσχημα; Μήπως θα με τραμπούκιζαν; Κι αν έμπλεκα σε καυγά; Κι αν γίνονταν έκτροπα; Κι αν δεν καθόταν ο ελεγκτής να του εξηγήσω;

 

Μέχρι να κατέβω στις αποβάθρες, είχα ήδη γίνει ταλιμπάν, ισορροπώντας μεταξύ τρόμου και πιθανών σεναρίων.


Και όχι, δεν πρόκειται να δώσω ταυτότητα – και γιατί να πληρώσω πρόστιμο, εγώ που ήμουν πάντα εντάξει, αφού επικρατούσε αυτό το πανδαιμόνιο;! – και θα γίνει χαμός (στο μυαλό μου όλα, εννοείται, και με την πίεση να έχει πάρει τον ανήφορο).

 

Μέχρι να βγω Σύνταγμα –μιλάμε για μία στάση, έτσι;- και να δω ξανά τα ίδια (ουρές, φωνές, αυτόματα εκδοτήρια «εκτός λειτουργίας») άρχισα να σκέφτομαι τι έχει να γίνει έτσι κι αρχίσουν να κλείνουν τα πορτάκια στα ακυρωτικά μηχανήματα. Έτσι κι αρχίσουν να τσιμπάνε κόσμο, χωρίς εισιτήριο και να κόβουν πρόστιμα.

 

Οι ηλίθιες ελληνικές απορίες με κούρδιζαν μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου: πόσοι είναι σαν κι εμένα που έχουν όλη την καλή διάθεση να είναι εντάξει, αλλά δεν έχουν σκοπό να συναινέσουν σ' αυτό το μαρτύριο; Γιατί όλα πρέπει να γίνονται μισά; Γιατί πάντα ο μηχανισμός να είναι τόσο ανέτοιμος σε όλα του, αλλά πάντα έτοιμος να σε πλήξει με ένα ωραιότατο πρόστιμο; Γιατί υποτιμάς τη νοημοσύνη μας τόσο απροκάλυπτα; 

 

Κι αν σας πιάσουν χωρίς εισιτήριο, τι κάνετε;
Χωρίς παρεξήγηση και καμία απειλητική διάθεση, θα το ξαναπώ: πιάστε με. Αν δεν έχει ουρά μέχρι την Κόρινθο, θα βγάζω εισιτήριο. Και θα περιμένω τη μέρα που για να βγάλεις κάρτα, δεν θα χρειαστεί να εξευτελιστείς με ένα δίωρο στην ουρά. Φωτο: George Vitsaras / SOOC

 

Δυο μήνες μετά την ανακοίνωση της μετάβασης στη νέα θαυμαστή εποχή των ηλεκτρονικών ελέγχων στα εισιτήρια, είναι αδύνατον να ευλογείς όλο αυτό το χάος, πιστεύοντας στην καλή πρόθεση των πολιτών. Οι αστικές συγκοινωνίες έχουν το ατού της ταχύτητας, του "πλήρωσα - έφτασα", όταν, λοιπόν, τις μετατρέπεις σε βάσανο, δεν μπορεί, ποντάρεις στην αναταραχή.

 

Στην επιστροφή –επίσης χωρίς εισιτήριο- είχα υιοθετήσει την έκφραση ολύμπιας μακαριότητας της γιαγιάς δίπλα μου. Χωρίς παρεξήγηση και καμία απειλητική διάθεση, θα το ξαναπώ: πιάστε με. Αν δεν έχει ουρά μέχρι την Κόρινθο, θα βγάζω εισιτήριο. Και θα περιμένω τη μέρα που για να βγάλεις κάρτα, δεν θα χρειαστεί να εξευτελιστείς με ένα δίωρο στην ουρά. Αν συνεχιστεί αυτό το πράγμα, θα καβαλάω πορτάκια (στην περίπτωση που πριν εξομαλυνθεί όλη αυτή η κατάσταση, τα κλείσουν ωραία και νομότυπα, αλλά καθ' όλα ανήθικα).

 

Κι αν υπάρχουν ακόμη απορίες γιατί ο κόσμος δεν συμμερίζεται το συνδικαλιστικό φρόνημα σε κάθε απεργία, κάθε στάση εργασίας και κάθε τρελή αργοπορία, από εδώ και πέρα αυτές οι απορίες ίσως απαντηθούν με τον απολύτως λάθος τρόπο, γι' αυτό ας υπάρξει μια φροντίδα παραπάνω από συναρμόδιους και εμπλεκόμενους (δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα) για να αποτραπούν τα χειρότερα.

 

Και ας το πούμε ακόμη πιο απλά και τόσο λαϊκά όσο το καταλαβαίνει η παρούσα κυβέρνηση: το να σεβαστείς το μεροκάματο, τον χρόνο και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου κάθε ηλικίας που έρχεται και στέκεται στην ουρά γιατί θέλει να είναι εντάξει, θα είναι μία εξαιρετικά υπεύθυνη, αριστερή και ευρωπαϊκή χειρονομία, σε μια χώρα που παλεύει και για τα τρία μαζί και δεν της βγαίνει με τίποτα. Τουλάχιστον, μέχρι να λειτουργήσει απολύτως σωστά και σε όλα τα επίπεδα το υπέροχο νέο σύστημα με τα εισιτήρια.