Δεν είμαι φιλόλογος ή γλωσσολόγος αλλά ειδικεύομαι στη μάθηση και μάλιστα στα θέματα που αφορούν τη σχέση ανάμεσα στα γραφήματα (δηλαδή τον γραπτό λόγο) και την εξέλιξη της σκέψης.

 

Εκτός από πολιτικούς λόγους, οι οποίοι ώθησαν πολλούς να τοποθετηθούν σχεδόν άμεσα υπέρ ή κατά της διδασκαλίας τω αρχαίων τα σχολεία (συνηθίζεται τα αρχαία ελληνικά να συνδέονται πολιτικά με συντηρητισμό, ελιτισμό, πατριδολατρία και εθνικισμό ενώ η μη διδασκαλία τους θεωρείται απελευθέρωση από ανεξήγητα βάρη και άρα πρόοδο, μοντερνισμό), είναι υποχρεωτικό να εξεταστεί με σοβαρότητα και επαρκή επιχειρήματα το γνωστικό κέρδος για τον μαθητή, μιας τέτοιας απόφασης.

 

Ειδικεύομαι σε θέματα που έχουν να κάνουν με τις γνωστικές συνέπειες στους μαθητές της ενασχόλησής τους με διάφορα σημειωτικά συστήματα (αλφαβητική γραφή, αριθμοί, μουσικά σύμβολα, σχηματοποιήσεις, πίνακες κτλ). ΟΙ σύγχρονες έρευνες έχουν δείξει ότι η επαφή ενός μαθητή με οποιοδήποτε από τα παραπάνω συστήματα του δίνει τη δυνατότητα να υιοθετήσει διαφορετικές οργανώσεις σκέψης, τις οποίες αφού κατανοήσει, μπορεί να χρησιμοποιήσει και ο ίδιος για να επικοινωνήσει, αλλά και (σημαντικότερο) για να σκεφτεί.

 

Δίνω παράδειγμα τη διδασκαλία νέων ελληνικών σε ενήλικα και παιδί. Σε ενήλικα που έχει διδαχθεί λατινικά εξηγείς εύκολα τι σημαίνει « διαφορετικές πτώσεις στα ουσιαστικά ». Προσπάθησε να εξηγήσεις τον ίδιο μηχανισμό σε ένα παιδί που προσπαθεί να μάθει ελληνικά αλλά η μητρική του γλώσσα είναι τα γαλλικά. Θα δυσκολευτεί να καταλάβει το νόημα της ύπαρξης διαφορετικών πτώσεων, αφού στα γαλλικά οι διαφορετικές πτώσεις εκφράζονται με εμπρόθετους προσδιορισμούς. Η γνώση της λατινικής γλώσσας εμπλούτισε την ποικιλία των επιλογών σκέψης στον ενήλικα, με αποτέλεσμα να κάνει πολύ εύκολα τον παραλληλισμό ανάμεσα στις δύο γλώσσες, λατινικά και νέα ελληνικά.

 

Κάποιος μπορεί να πει ότι ναι μεν δεχόμαστε το επιχείρημα ότι τα διαφορετικά σημειωτικά συστήματα εμπλουτίζουν τις διαφορετικές οργανώσεις σκέψης αλλά γιατί λοιπόν να μην προτείνουμε στους μαθητές την ενασχόληση με τη μουσική για παράδειγμα, αντί των αρχαίων. Εκεί τίθεται το θέμα της παράδοσης και των πολιτισμικών αποσκευών κάθε χώρας. Η Ελλάδα που διαθέτει αρχαίο πολιτισμό προτείνει τη διδασκαλία των αρχαίων, η Αυστρία θα μπορούσε να προτείνει τη διδασκαλία των συμφωνιών του Μότσαρτ, και, το γνωστικό κέρδος για τους μαθητές θα ήταν ισάξιο.

 

Αυτό ήταν το πρώτο επιχείρημα. Το δεύτερο έχει ως εξής: Αν δεν έχεις σπουδάσει φιλολογία ή γλωσσολογία ή διδακτική της μητρικής σου γλώσσας ως ξένη γλώσσα δυσκολεύεσαι να τη διδάξεις. Γιατί σου λείπουν βασικές μεταγλωσσικές ικανότητες. Δηλαδή ενώ ξέρεις μια χαρά να χειρίζεσαι (γραπτώς και προφορικώς) τα εκφραστικά μέσα της μητρικής σου γλώσσας, το συντακτικό και τη γραμματική, δεν μπορείς εύκολα να ανακαλέσεις όλες αυτές τις γνώσεις με τη σχηματική μορφή κανόνων και εξαιρέσεων αλλά και την ορολογία, όταν πρέπει να την διδάξεις σε κάποιον ξένο. Μπορείς μόνο να του πεις « είναι έτσι, γιατί το λέμε έτσι ». Αυτό μου έχει συμβεί με ξένους φίλους όταν τους ζητάω κάποια εξήγηση στη μητρική τους γλώσσα.

 

Στην Ελλάδα είχα την τύχη, μαθαίνοντας αρχαία ελληνικά, να αποκτήσω κάποιες μεταγλωσσικές ικανότητες, χωρίς να χρειαστεί να σπουδάσω φιλολογία. Τύχη, γιατί μαθαίνουμε κανόνες της μητρικής μας γλώσσας σαν να πρόκειται για μια ξένη γλώσσα (τα αρχαία ελληνικά). Όταν μαθαίνουμε τους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες της μητρικής μας γλώσσας στην παιδική ηλικία, οι κανόνες αυτοί, από παιδαγωγική σκοπιά, μοιάζουν άχρηστοι στο παιδί γιατί ήδη ξέρει να μιλάει και να γράφει. Δεν υπάρχει ξεκάθαρο γνωστικό κίνητρο στο παιδί για να συγκρατήσει τι λέμε κατηγόρημα ή επίρρημα. Όταν μαθαίνεις μια ξένη γλώσσα αναγκάζεσαι να μάθεις και την ορολογία που χρησιμοποιείται για να περιγράψει αυτή τη γλώσσα, όπως ο « gerund » στα αγγλικά ή ο « subjonctif» στα γαλλικά.

 

Πόσο μεγάλο είναι το κέρδος όταν χρειάζεται να μάθεις μια ξένη γλώσσα (τα αρχαία ελληνικά) στην οποία είσαι υποχρεωμένος να μάθεις τις μεταγλωσσικές περιγραφές όπως για τα αγγλικά και τα γαλλικά, γιατί αλλιώς δεν είναι εφικτή η μάθηση; Τεράστιο. Γιατί οι ίδιες ακριβώς μεταγλωσσικές ικανότητες χρησιμοποιούνται και για τη μητρική σου γλώσσα.

 

 

Το παραπάνω επιχείρημα, κάποιος μπορεί να το αμφισβητήσει λέγοντας ότι έτσι, η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών χρειάζεται μόνο σε όσους σκοπεύουν να διδάξουν ελληνικά. Σήμερα λόγω της κρίσης έχει αυξηθεί σημαντικά η μετανάστευση και άρα η ανάγκη εφοδίων για βιοπορισμό στο εξωτερικό, οπότε δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο αυτό το όφελος. Δεν θα σταθώ εδώ όμως. Η μεταγλωσσική ικανότητα που έχεις αποκτήσει σε βοηθάει να μάθεις πολύ πιο εύκολα μια ξένη γλώσσα (αυτό κι αν είναι εφόδιο την εποχή της μετανάστευσης) ή να καταλάβεις πιο εύκολα γιατί κάνεις λάθη στη μητρική σου γλώσσα και άρα να τα διορθώσεις. Το γνωστικό όφελος είναι εμφανές και μάλιστα ανεξάρτητα από επαγγελματική κατεύθυνση, εφόσον η σωστή χρήση της γλώσσας είναι προαπαιτούμενη σε όλα σχεδόν τα επαγγέλματα.

 

Καλό είναι να δούμε με ψυχραιμία τα πράγματα και κυρίως να αναγνωρίσουμε ότι η μάθηση όπως και η σκέψη είναι εξαιρετικά περίπλοκα φαινόμενα. Αν το ζήτημα ανάγεται μόνο σε πολιτικό επίπεδο και παραμείνει έρμαιο κόντρας εθνικιστών και των αντιπάλων τους χωρίς να αναγνωριστεί η σπουδαιότητα ενός επιστημονικού επιχειρήματος, δεν βλέπω για ποιο λόγο αντιμαχόμαστε τους εθνικιστές. Αφού και οι πολέμιοί τους χρησιμοποιούν τις ίδιες συντηρητικές μεθόδους: Απαξίωση της επιστήμης, αναγνώριση μόνο της επιφάνειας των πραγμάτων χωρίς περίπλοκους συσχετισμούς (νεκρή γλώσσα άρα άχρηστη γλώσσα, λες και ο παιδαγωγικός στόχος της εκμάθησης των αρχαίων ήταν ποτέ η επικοινωνία στα αρχαία ελληνικά), διανοητική ευκολία.

 

 

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr